Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας Ι
«Εμείς σφιγγόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο. Γιατί ξέραμε,
το ξέραμε, αγαπημένη μου, πως δεν ήταν ο άνεμος.»

Charles Burchfield's The East Wind from 1918
Νύχτωνε γρήγορα.
Ο αγέρας ερχόταν από μακριά μυρίζοντας βροχή
και πόλεμο.
Τα τρένα γεμάτα φαντάρους περνούσαν βιαστικά
μόλις προφταίναμε πίσω απ' τα τζάμια να τους δούμε.
Μεγάλα σιδερένια κράνη κλείναν τον ορίζοντα.
Γυάλιζε η άσφαλτος βρεγμένη. Πίσω απ' τα παράθυρα
καθαρίζοντας λίγα ξερά κουκκιά σωπαίναν οι γυναίκες.
Και το βήμα της περίπολος
έπαιρνε τη σιωπή απ' το δρόμο κι απ' τον κόσμο τη ζεστασιά.

Γύρισε λοιπόν τα μάτια σου να κοιτάξω τον ουρανό 
δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου. 
Πόσο χλωμή είσαι, αγαπημένη μου!

Σαν να χτυπούσε η πόρτα μας τη νύχτα. Η μητέρα σου
σέρνοντας τα χοντρά της τσόκαρα πήγαινε ν’ ανοίξει.
Κανείς. Κανείς, ξανάλεγε. Ο αγέρας θάναι.
Εμείς σφιγγόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο. Γιατί ξέραμε, 
το ξέραμε, αγαπημένη μου, πως δεν ήταν ο άνεμος.

Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίναν έξω από την πόρτα μας.

Κοίταξε πως ρήμαξε η γειτονιά μας, αγαπημένη μου. 
Ο άνεμος μπαινοβγαίνει μες στις χαραμάδες των σπιτιών
οι τοίχοι μουσκεύουνε, φουσκώνουν, ύστερα γκρεμίζονται.
Πού πήγαν τόσοι γείτονες μας, χωρίς να μας χαιρετήσουν 
αφήνοντας μισοασβεστωμένο το πεζούλι τους
το χαμόγελό τους μισοτελειωμένο.
Έτσι να στρίψει κανείς τη γωνιά και δεν τον ξαναβλέπουμε. 
Λέγαμε καλημέρα κι έπεφτε άξαφνα το βράδυ.

Πού πάνε λοιπόν τόσα παιδιά;
Κ’ εκείνος ο  ξανθός ομπρελάς που τραγουδούσε τα πρωϊνά 
ντουφεκίστηκε 
κι ο περιπτεράς που μας άπλωνε τα ρέστα χαμογελώντας
ντουφεκίστηκε
και το παιδί που μας ζύγιζε τα κάρβουνα –το θυμάσαι αλήθεια-
ντουφεκίστηκε.
Το καρότσι του αναποδογυρισμένο σε μια γωνιά.
Η αγαπημένη τους θα κοιτάει τώρα κατάματα τη νύχτα
θα χώνει σαν σκυλί το πρόσωπο και θα μυρίζει το πουκάμισό τους.
Κι ο ταχυδρόμος που άνοιγε με τη φωνή του τα παράθυρα
ντουφεκίστηκε.
Πάρε λοιπόν το κόκκινο στόμα σου από κοντά μου, Μαρία.
Κρυώνω.

Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια
θάθελα να πεθάνω μαζί σου, αν κάποτε πέθαινες
κι όμως, αγαπημένη μου, 
δε μπορούσα
δεν μπορούσα πια να σ’ αγαπώ όπως άλλοτε.

Κλείναμε πίσω μας την πόρτα και κρυώναμε
κλείναμε τα παράθυρα και κρυώναμε πιο πολύ 
και καθώς γύριζα να δω τα μάτια σου 
έβλεπα τα μάτια της γειτόνισσας που της σκότωσαν τέσσερα 
    παιδιά
και καθώς άπλωνα να βρω το χέρι σου
ήταν σαν νάκλεβα το ψωμί από το χέρι των πεινασμένων.

Μ’ αγκάλιαζες 
Μα εγώ πάνω απ’ τον ώμο σου κοίταζα το δρόμο.
Κι όταν θέλαμε να μιλήσουμε σωπαίναμε ξαφνικά. 
Αφουγκραζόμαστε από τ' ανοιχτό παράθυρο μακριά
το βήμα των μελλοθάνατων.

Πώς να ζεστάνει πια η κουβέρτα μας με τόση παγωνιά
πώς να μας προστατέψει η πόρτα μας απ’ όλη αυτήν τη νύχτα.
Ανάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Τι θ’ απογίνουμε αγαπημένη; 

Αγαπημένη μου, ακούς;
Όχι, δεν είναι ο άνεμος, φτάνει από πιο μακριά
Θάλεγες πως χιλιάδες βήματα κατηφορίζουνε στους δρόμους
Χιλιάδες αρβύλες που βροντάνε τα καρφιά τους πάνω στην
    άσφαλτο.
Πού πάνε; Πώς μπορούν και φεύγουν;

Πώς θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου,
πώς θάναβα μια λάμπα αφού δε θάτανε για να σε δω
πώς να κοιτάξω έναν τοίχο που δε θα περνοδιαβαίνει ο ίσκιος σου
πώς ν’ ακουμπήσω σ’ ένα τραπέζι που δε θ’ ακουμπάς τα χέρια σου
μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πώς να την αγγίξω;
Μα όσο πάει και μεγαλώνει αυτός ο θόρυβος. 
Δεν έχει τόπο να κοιμηθείς. Γωνιά δεν είναι 
να καθίσεις.
Όχι, δεν είναι ο άνεμος, φτάνει από πιο βαθιά.
Κόψε λοιπόν, αγαπημένη, το σεντόνι μας
σκίσε το φόρεμά σου και βούλωσε τις χαραμάδες.

Οι άνθρωποι ρίχνουν βιαστικά στον μπόγο τους όλο το σπιτικό τους, 
γιατί όλο το σπιτικό τους δεν είναι 
παρά λίγο ψωμί, ένα ενθύμιο κι αγάπη τους για την ζωή.
Ύστερα φιλιούνται και χάνονται μέσα στη νύχτα.

Ύστερα μένουμε εμείς. Πού μένουμε; Γιατί μένουμε; 
Πώς θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω
πώς να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρω.
Όχι, δε θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου.

Μα απόψε, σ’ όλες τις γωνιές μας περιμένουν οι άνθρωποι. 
Δώσε μου μια στιγμή το στόμα σου. Κι ετοίμασέ μου τον
    μπόγο μου, Μαρία.


Συλλογή: «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας Ι» 1952

Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 51-55

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Μενέλαος Λουντέμης — Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα
«Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο/καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,/ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,/γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.»

The Dance Of Ebb & Flow by Duy Huynh
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸν καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή: 
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρή Νυχτερινή Ονειροπόληση
«οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.»

,
Portrait of Dr Gauchet by Vincent van Gogh

Τα βράδια συνήθως αγρυπνώ και περιποιούμαι τα λουλούδια
που είναι ζωγραφισμένα στο κάλυμμα του καναπέ
σκέφτομαι πως κάποτε κι εκείνα θ’ ανθίσουν
οι νεκροί θα ξαναγυρίσουν
τ' αγάλματα θα θυμηθούν να ξαναμιλήσουν
οι εραστές ειρήνη θα κλείσουν
αυτοί που άργησαν τον χαμένο καιρό θα ξανακερδίσουν
οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 466

Τάσος Λειβαδίτης — Σελίδες ύπνου
«Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας»
«σελίδες του ύπνου που κανείς δεν ξέρει να τις διαβάσει και τις/αποστηθίζουν τα πουλιά»


Εκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή μας
κι α, πόσο ανυποψίαστα ζήσαμε – ο παππούς το βράδυ ξεσκόνιζε
   τη ρεντικότα του απ’ τη σκόνη της ημέρας
κι εγώ αποκοιμιόμουν στο σκαλοπάτι ενός παραμυθιού
ή ανάμεσα στα δεντρολίβανα μια μικρή σαύρα μάς τρόμαζε σαν
   ένας πρώιμος έρωτας –
κι αυτός ποιος είναι που έρχεται πίσω μας, κι αυτός ο άλλος ποιος
   είναι που ακολουθούμε
σελίδες του ύπνου που κανείς δεν ξέρει να τις διαβάσει και τις
   αποστηθίζουν τα πουλιά
παλιά βαλς στο γραμμόφωνο κ’ η αστροφεγγιά που στριφογύριζε
   καθώς χορεύαμε στον κήπο με την ωραία εξαδέρφη
κ’ ύστερα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα είδαμε να φοράει το νυχτικό
   της σα μια τριανταφυλλιά που ρίχνει μονομιάς όλα
   τα λουλούδια της –
σιωπηλό αίνιγμα του κόσμου που αναθρώσκεις με τους βραδινούς
   καπνούς
απαλό θρόισμα των δέντρων σαν ένας ποιητής να φυλλομετράει
   το βιβλίο του.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 465

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η ανάληψη
«Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου,
κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος… »

Νικόλαος Κουνελάκης, Η Ανάληψη (1868)
… Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών
και στον Χριστό που διασχίζει την Ιστορία…

  Πέρασαν μήνες. Το δωμάτιο δίπλα έμενε άδειο. Ώσπου ήρθε
ένας νέος ενοικιαστής. Δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό του, άκου-
γα μόνο, μέρα νύχτα, αδιάκοπα τα βήματά του στην κάμαρα.
«Αυτός θα πηγαίνει πολύ μακριά», σκεφτόμουν. Τέλος, ένα βράδυ
τα βήματα σταμάτησαν. «Επιτέλους, έφτασε», είπα μέσα μου με
ανακούφιση.
  Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου,
κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος…

από τη Συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983
Ενότητα: «Ο αδελφός Ιησούς» - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 166

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

Βασιλική Δεδούση — Αγάπη

The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens
Κι όταν ένα παιδί σε ρώτησε «Δάσκαλε, τι πα να πει Αγάπη;»
τράβηξες απ’ τους ώμους Σου της αμαρτίας το τριδέντρι
    στο χώμα το απόθεσες και
σταυρωτά καρφώθηκες 
                                      επάνω του.

Βασιλική Δεδούση — Καλαθοπλέκτες

ARTHUR HOPKINS "The Visitor" 

Μετά το μεσονύχτι ασταμάτητα
βρέφη και νήπια μες στη σιωπή πλέκουνε καλαθάκια και
    πριν χαράξει
το δρόμο παίρνουν  για τα σπίτια της δυτικής μας ερημιάς,
επαίτες βιαστικοί για δυο σταγόνες γάλα και δυο μέλι, για μια μπουκιά ψωμί
πέρα μακριά
    τα περιμένει Εκείνος
τις δυο σταγόνες γάλα, τις άλλες δύο μέλι και τη μια μπουκιά ψωμί
    να πολλαπλασιάσει
και να χορτάσει πεινασμένους, υπερπολλαπλάσιους
    των πεντακισχιλίων,
                                       της κοινωνίας της αφθονίας μας.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινά προνόμια
«οι άγγελοι κοιμούνται συνήθως στο πάνω πάτωμα, γιαυτό
η μητέρα μάς έλεγε να κάνουμε ησυχία το μεσημέρι»


Sleeping Child Bernardo Strozzi

Ίσως αυτή η αγάπη μας για τη ζωή είναι που μας έκανε να τα
   χάσουμε όλα
τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με τοπία του φεγγαριού
δεν έχουμε παρά μόνο μια παιδική ηλικία μέσα στον αναπόφευκτο
   κόσμο
ύστερα όλα τελειώνουν - πού να πας; η νύχτα σκέπασε την πόλη,
   τα χρόνια σε άλλαξαν
κι αυτοί που θα μπορούσαν να σ' αναγνωρίσουν πέθαναν ή άλλαξαν
   κι αυτοί
οι νεκροί κρατούν μικρά μπουκέτα σε κήπους που ξεχάσαμε
οι φερετροποιοί έχουν κι αυτοί καμιά φορά χαρούμενες σκέψεις
οι μεγάλοι δεν ξέρουν παρά ένα παραμύθι για όλα τα βράδια
οι ζητιάνοι πανάρχαιοι μνηστήρες των εκκλησιών
συχνά κάθομαι στη σκάλα και κοιτάζω το πεπρωμένο
κανείς δεν πιστεύει αυτά που βλέπω, τα γράφω κι εγώ και τα
   ταχυδρομώ στους μεταγενέστερους
μα όταν ένας άνθρωπος στο δρόμο γυρίσει και σε κοιτάξει με πόνο
   η μισή ανθρωπότητα έχει σωθεί
ή νοσταλγώ ένα ρόδο κι είμαι έτοιμος να πεθάνω για να το βρω –
είδα αγάλματα να σωριάζονται νεκρά σαν τους ανθρώπους
τραγούδια να πεθαίνουν χωρίς ελπίδα ανάστασης
οι άγγελοι κοιμούνται συνήθως στο πάνω πάτωμα, γιαυτό
   η μητέρα μάς έλεγε να κάνουμε ησυχία το μεσημέρι
αργότερα μεγαλώσαμε, γίναμε εραστές των νυχτερινών δρόμων,
   των μακρινών ταξιδιών και της μεσόκοπης θείας που μας χάρι-
   ζε φανταχτερές γραβάτες
πάθη, φιλοδοξίες, όνειρα – όλα τόσο μακρινά σαν να συνέβησαν σ’
   έναν άλλον
κι εγώ απλώς τα θυμάμαι –
τη νύχτα ο κόσμος δεν χάνεται μες στο σκοτάδι, αλλά τον παίρνουν
   μες στον ύπνο τους τα παιδιά
επιστρέφοντας κάθε στιγμή από ένα μεγάλο όνειρο που δε μ’
   αφήνει να δω καθαρά
σαν την κοπέλα που μόλις γύρισε απ’ τον εραστή της στο φτωχό
   πατρικό σπίτι, οι άλλοι έχουν αποφάει, κάθεται τότε μόνη στο
   τραπέζι και τρώει σιγά – σιγά τις κρύες φακές, ενώ τα μάτια της
   μεγάλα κι ασάλευτα κοιτάζουν το κενό –
κι εσείς, νεκροί μου σύντροφοι, καμιά φορά βαδίζω μαζί σας και
   το παλτό μου ανοίγει σαν φτερούγα,
ύστερα ακουμπάω κάπου κι ονειροπολώ ή μοιράζω την αστροφεγγιά
   στους άτυχους αυτού του κόσμου
κ’ η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα να ‘χεις υπάρξει κι άλλοτε
   ή να ‘χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές
λέξεις τρομερές σαν προδοσίες κι άλλοτε παρήγορες σαν παλιές
   φιλίες
μες στη μουσική είμαστε όλοι αιώνιοι για μια στιγμή
και το πρωί ξυπνάω συνήθως νωρίς – ακριβώς την ώρα που
   ανεβαίνω στη λαιμητόμο.

Από τη Συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», 
(Κάτω απ' τον ίδιο αστερισμό) 1985
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 243-244

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Rod Stewart — Have I told you lately that I love you?

Have I told you lately that I love you?
Have I told you there's no one else above you?
Fill my heart with gladness
Take away all my sadness
Ease my troubles that's what you do

For the morning sun in all its glory
Greets the day with hope and comfort too
You fill my heart with laughter
And somehow you make it better
Ease my troubles that's what you do

There's a love that's divine
And it's yours and it's mine like the sun
And at the end of the day
We should give thanks and pray
To the One, to the One

Have I told you lately that I love you?
Have I told you there's no one else above you?
Fill my heart with gladness
Take away all my sadness
Ease my troubles that's what you do

There's a love that's divine
And it's yours and it's mine like the sun
And at the end of the day
We should give thanks and pray
To the One, to the One

And have I told you lately that I love you?
Have I told you there's no one else above you?
You fill my heart with gladness
Take away my sadness
Ease my troubles that's what you do

Take away all my sadness
Fill my life with gladness
Ease my troubles that's what you do
Take away all my sadness
Fill my life with gladness
Ease my troubles that's what you do

Σου έχω πει τώρα τελευταία ότι σ' αγαπώ;
Σου έχω πει πως δεν υπάρχει κανείς πάνω από σένα;
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Ο πρωινός ήλιος, σε όλο το μεγαλείο του
Υποδέχεται την μέρα με ελπίδα και κουράγιο
Γεμίζεις την καρδιά μου με γέλιο
Και τα κάνεις όλα κάπως καλύτερα
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Υπάρχει μια αγάπη που είναι θεϊκή
Και είναι δική σου και δική μου σαν τον ήλιο
Και στο τέλος της ημέρας
Πρέπει να προσευχόμαστε και να ευχαριστούμε
Αυτόν, αΑυτόν

Σου έχω πει τώρα τελευταία ότι σ' αγαπώ;
Σου έχω πει πως δεν υπάρχει κανείς πάνω από σένα;
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Υπάρχει μια αγάπη που είναι θεϊκή
Και είναι δική σου και δική μου σαν τον ήλιο
Και στο τέλος της ημέρας
Πρέπει να προσευχόμαστε και να ευχαριστούμε
Αυτόν, Αυτόν

Και σου έχω πει τώρα τελευταία ότι σ' αγαπώ;
Σου έχω πει πως δεν υπάρχει κανείς πάνω από σένα;
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις

Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις
Εξαφανίζεις κάθε μου θλίψη
Γεμίζεις την καρδιά μου με χαρά
Ελαφραίνεις τα προβλήματα μου, αυτό κάνεις
georgiaz73