Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς

Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
  συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
ATLANTIC CITY BOARDWALK
Μικρή πραγματεία
  Κάποτε θα ήθελα να μιλήσω γι’ αυτή τη σκιά που μας ακολου-
θεί μες στην ομίχλη – αλλά μου είναι απαγορευμένο να πω το
τέλος μιας ιστορίας
  που δεν άρχισε ποτέ.

Εφαρμοσμένος Μαρξισμός
  Και καμιά φορά ενώ είμαι μόνος στην κάμαρα, κρύβω τα λίγα
χρήματά μου, για να μπαίνει πιo άφοβα απ’ το παράθυρο
  το φως του φεγγαριού.

Συγκομιδή
Κι όταν με πλησίασαν με προτεταμένα όπλα, εγώ χαμογέλασα
με περιφρόνηση και σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά άρχισα να
μαζεύω τα μήλα της χρονιάς.

Καλοκαίρι
  «Δε μ’ άφησαν πάλι να κοιμηθώ» έλεγε κάθε πρωί η γριά που
κοιμόταν στον κήπο. Και βέβαια θα εννοούσε τα’ άστρα
  Ή τα παιδιά που είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο.               

Ανταμοιβή
  Ένα παιδί κοιμάται. Όλη τη μέρα έκλαψε. Αλλά τώρα χαμογελάει
καθώς η Μεγάλη Άρκτος του γλείφει με τη χρυσαφιά της γλώσσα
  το ξεσκέπαστο πόδι του.

Παράδοξα απογεύματα
Μια γυναίκα καθόταν σ’ ένα παγκάκι στο πάρκο, ολομόναχη,
Κρατούσε μιαν ομπρέλα, δεν είχε πού να πάει,
ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα
Ανέβηκε στον ουρανό.

Άγνωστα εγκλήματα
  Συχνά, όταν ήμουν παιδί, οι μεγάλοι κουβέντιαζαν χαμηλό-
φωνα, μόνο και μόνο για να μην κρυφακούσω.
  Έτσι μου σκότωσαν για πάντα τον επίλογο.

Αισθητική
Όσο για κείνη την ιστορία, υπάρχουν πολλές εκδοχές.
Η καλύτερη όμως πάντα είναι αυτή που κλαίς.

Διαθήκη
  Ίσως να το ‘βρα. Αλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα
ψάχνετε;

Απάντηση
«Μα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.
«Έχασα το δρόμο» μου λέει.

Ο ποιητής I
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κ’
είναι στιγμές που το κατορθώνει.
  Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες
του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.

Ο ποιητής ΙΙ
Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων, χαμηλω-
μένες βέβαια για την περίσταση.
  Κι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ’ τις παλιές υπερβολές του.

Καθ’ ημέραν βίος
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα,
  συμβιβασμοί -
πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

Μητρικές προβλέψεις
  Κ’ η μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει
ίσως κι εκείνον
  που δε γίναμε.

Αυτοπροσωπογραφία
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.

Νύχτα
Κι άξαφνα ανακαλύπτεις σ’ ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά
ή σ’ ένα λόγο αστόχαστο την πιο αληθινή μαρτυρία.

Αδιευκρίνιστα σημεία
Όλοι γύρισαν. Μόνον οι ποιητές έμειναν για πάντα εκεί.

Ποιητές
Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις  -
                                                                                  και γίνονται πουλιά.

Πείρα αιώνων
Γιαυτό σου λέω, μην κοιμάσαι:  είναι επικίνδυνο. Μην ξυπνάς: θα
  μετανιώσεις.

Ο αμαρτωλός
                    Την ημέρα κατρακυλούσε σε μικρά συμβάντα.
                    Μα όταν τις νύχτες δινότανε στην αμαρτία
                    η φτερούγα του ανατρίχιαζε κάτω στο πάτωμα.

Πανσέληνος
  «Μητέρα», της λέω, «μη μου ετοιμάζεις πια το γάλα – δεν
μπορείς να καταλάβεις ότι είσαι πεθαμένη;» Περίμενα να δω τι
θα πει. Ήταν Ιούνιος, βράδυ, με μια φανταστική πανσέληνο στον
ουρανό.
  Και μη μου πείτε πως αυτό δεν ήταν μια απάντηση.

Οι ποιητές γυρίζουν ανάμεσά μας
  Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξε-
χειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή, που τον αρνήθηκε η
τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
  αλλά που τους χαρίζει καμμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα.

Παρελθόν
  Ας γράψουμε,  λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο,
κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά
τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο, θα το βρουν ξεθωριασμένο απ΄
τη βροχή
  και τότε θα ’χει πάρει όλο το νόημά του.

Προσμονή
  Η γυναίκα καθόταν στον κήπο και γύρω της, σαν ανταύγεια,
έφεγγε η αιώνια προσμονή της – περίμενε, λέει, κάτι που άκουσε
να της ψιθυρίζουν κάποτε μες στον ύπνο της. «Τι;» τη ρωτούσα,
  σχεδόν φοβισμένος από την τόση απεραντοσύνη.

Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά-κοντά,
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

Ευλογία
Καλότυχοι εκείνοι που δε γνώρισαν τον εαυτό τους
ανδρείοι εκείνοι που αποσιώπησαν την αθωότητά τους
μα ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κ’ ύστερα κοίταξαν
   έν’ άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.

Το τέλειο έγκλημα
Καμιά φορά, μαζεύεται κόσμος κάπου, όλοι κοιτάζουν στο ίδιο
  σημείο, αλλά δεν βλέπουν τίποτα.
Γιατί πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί που δε συμβαίνει τίποτα.

Δραπέτης
Το παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.
Με το σακκάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.

Υστεροφημία
  Όταν πεθάνουμε όλα όσα ονειρευτήκαμε έρχονται και στέκουν
κάπου εκεί στην κάμαρα. Κι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό
το χτεσινό «παλιόσκυλο».

Τα χέρια θυμούνται
  Το χέρι του ωχρό, κάθε που έκανε μια κίνηση ήταν σα να ‘θελε
να διασχίσει προς τα πίσω το χρόνο –
  ίσως ως εκείνο το παιδικό παιχνίδι που του είχαν κάποτε αρνηθεί.

Επιμύθιο
  Τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι
άνοιξα. Κι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.

Συλλογή: «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΥΘΑΝΑΣΙΑΣ», 1979
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 2ος, σελ. 293-323