Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Μενέλαος Λουντέμης — Πρόοδος

Τα δάκρυά μας πουλιούνται στη Λαχαναγορά
και κανείς δεν τ' αγοράζει.
Ξεχνούνε πως και τα λάχανα
με δάκρυα αγοράζονται κι εκείνα.
Social Media, Ben Robinson, acrylic+spray paint, 2019

Άλλοτε είχε πέραση κι ο ιδρώτας.
Μα τώρα χύνεται στο δρόμο
και κανείς δεν τον μαζεύει.
Με κάτι τέτοιες «εκκρίσεις ντεμοντέ»
θ΄ ασχοληθούμε τώρα;

Εμείς ζούμε στον αιώνα της Δόξας!
Με ηλεκτρονικούς εγκεφάλους
με ηλεκτρονικούς Δασκάλους
ηλεκτρονικούς συζύγους
ηλεκτρονικούς εραστές.

Με τη φόρα που πήραμε – αύριο
θα 'χουμε κι ηλεκτρονικές μητέρες!
Που θα γεννάνε… νούμερα.
Ψόφια, αλλά σοφά!

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης — Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα. «Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι, ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο, γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του»

The Dance Of Ebb & Flow by Duy Huynh
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸν καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή:
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης — Βογκήστε μαζί μας

Βογκήστε μαζί μας.
Γιατί εμείς είμαστε λίγοι
κι είναι πολλοί κείνοι
που μας κάνουν να βογκούμε.

Φωνάξτε μαζί μας
γιατί η φωνή μας είναι μικρή
και δε φτάνει ως τις φάρμες της Καλιφόρνιας
όπου το μπαμπάκι είναι μπόλικο
για να βουλώσουν τ΄ αυτιά τους.
Εμείς… 
το ΄πε κι ο Μακρυγιάννης
«ο Θεός μας ηθέλησεν ολίγους»
ίσα-ίσα μια καραβιά ναυαγούς
ίσα-ίσα μια ομοβροντία
για τα εκτελεστικά τους αποσπάσματα.

Φωνάξτε λοιπόν μαζί μας
σ΄ άγριο κοντσέρτο θυμού
γιατί εμείς –μόνοι μας

φωνάξαμε πολύ μες στους αιώνες
και βράχνιασε η φωνή μας.

Φωνάξτε!

Γιατί υπάρχει φόβος –ο Τύραννος-
μην ακούοντας τη φωνή μας
να νόμισε πως αγαπήσαμε το ζυγό μας.
Γιατί είναι ξένος αυτός τύραννος και δεν ξέρει
πως του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.

Φωνάξτε λοιπόν μαζί μας.
Φωνάξτε για σας και για μας.

Γιατί η σημαία του Τρόμου υψώθηκε
και στα δικά σας κάστρα
και το βόλι ξέφυγε απ΄ την κάννη του.

Φωνάξτε εσείς. Γιατί εμείς
έτσι κι αλλιώς θα φωνάζουμε.

Κι αν δεν πάρουμε απόκριση
θα σύρουμε φωνή προς τα πίσω.

Θα σημάνουμε πρόσκληση
στους νεκρούς της Ιστορίας μας
και θα βογκήξουν τα κόκαλα του Μαραθώνα
και τ΄ ατίθασα νερά της Σαλαμίνας
θ΄ ανεμίσουν τις χαίτες τους.

Και τότε… ας ντραπούν οι ζωντανοί
ας ντραπούν οι ζωντανοί
που υποχρέωσαν τους νεκρούς
να πεθάνουν δυο φορές
για την ίδια Λευτεριά.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»
(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!
Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεριά,
και χίλια χρόνια μακριά απ’ την Οικουμένη,
παλεύει ένα ολομόναχο νησί
- πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας -,
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.

Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.
Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,
Ξεκολλημένος απ’ τις αλυσίδες της Μυθολογίας.
Κι έσπασε τους μύλους του νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
Τον πυρρίχιο της λύσσας.

Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντιριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόισα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
Ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν την πλαγιά.
( Κι ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές!
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν!
Τι μπόγους, τι σοδειές και τι υπάρχοντα!
Τι αίματα, τι δέματα και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας... που βράχηκε.
Και δε θα διαβάζεται πια.
( Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι όλα αυτά γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκιά και ταπεινή.
Σαν την « επί του όρους» ο μ ι λ ί α.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογκήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί..
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μου’ δωσε το σταυρό του μαζί μου…

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Μενέλαος Λουντέμης — Το αληθινό μας ρούχο

Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.
Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαψό.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Βουρκωμένες μέρες

Η σύλληψη, η εξορία και η παραπομπή σε δίκη του Μενέλαου προκαλούν έντονες αντιδράσεις ιδιαιτέρως μεταξύ του πνευματικού κόσμου της χώρας. Επιστολές, ανακοινώσεις, επισκέψεις, διαμαρτυρίες σε υπουργούς από μέλη της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Και ο συνεξόριστός του στη Μακρόνησο Γιάννης Ρίτσος δημοσιεύει στην «ΑΥΓΗ» τον Απρίλιο του 1955 το ποίημα-αφιέρωμα:

Thomas Cole Painting, 1836
Αλήθεια, Μενέλαε, πολύ βουρκωμένες οι μέρες μας.
Συννεφιάζει στα μάτια των παιδιών που κοιτάζουν
το λιόγερμα
συννεφιάζει στα μάτια των μανάδων που μπαλώνουν
στο κατώφλι τις κάλτσες μας και τα χρόνια μας
συννεφιάζει στο τραπέζι που λείπει ο ήλιος του ψωμιού
συννεφιάζει στα τζάμια των σπιτιών που βλέπουν
στα συρματοπλέγματα.
Ο ουρανός είναι κομμένος σε μικρά τετράγωνα
απ΄ τα σταυρωτά κάγκελα,
ψάχνω στη συννεφιά και στη νύχτα να βρω το σπίτι σου,
αδελφέ μου,
Μυρτούλα, λέω, Μυρτούλα,
Μυρτούλα που είσαι σαν μπουκετάκι φως στη νύχτα
της λύπης,
Μυρτούλα που είσαι δυο σειρές μυρτιές στις όχτες
της καρδιά του,
Μυρτούλα, ο πατερούλης με την πίκρα σου
φτιάχνει χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά
χιλιάδες μπουκετάκια περασμένα στις πευκοβελόνες
της έγνοιας του.
Τα αφήνει σιωπηλά στα φτωχόσπιτα
Τ’ αφήνει στις λαϊκές ταβέρνες, στα μπαρμπέρικα με
τους πικρούς συνοικιακούς καθρέφτες
Τ’ αφήνει στο τραπέζι του άνεργου πλάι στο σταχτοδοχείο
με τ΄ αποτσίγαρα του μόχθου του
Τ’ αφήνει στο παγκάκι του μπαλωματή, στα πανέρια
των πλανόδιων μικροπωλητών
Τ’ αφήνει μπρος στο κόνισμα της ειρήνης πλάι σ΄ ένα
κλουβί καναρίνια
Πάνω στα λιγνά γόνατα της φτώχειας
Μπροστά στη μητρόπολη της Δημοκρατίας.
Χιλιάδες μπουκετάκια γιασεμιά, σ΄ όλα τα σκαλοπάτια
της νύχτας
-είναι τα χνάρια του για να τον βρεις, Μυρτούλα.
Προχτές καθόταν μονάχος στην πέτρα.
Μαδούσε τις μαργαρίτες των άστρων και φώναζε:
Καληνύχτα ζωή, καληνύχτα. Δεν τον άκουσες’
Βουρκωμένες μέρες, βουρκωμένες νύχτες, βουρκωμένες
καρδιές.
Μαύρα τα σπίτια, μαύρα, κατάμαυρα
μισόκλειστες οι πόρτες των μεγάρων.
Σε κάθε γωνιά μια λόγχη οργής. Που είσαι, αδελφέ μας;
Ανάβω το λαδοφάναρο της καρδιάς μου και ψάχνω
Φωτίζω μια-μια τις ταμπέλες των δρόμων και τις πόρτες:
οδός Αβύσσου, οδός Αβύσσου, αριθμός μηδέν.
Όχι, δεν είναι εδώ το σπίτι του αδελφού μας,
το σπίτι του αδελφού μας είναι αλλού –που ψάχνεις;
Μοσκοβολάει η νύχτα γιασεμί κ’ ελπίδα –είναι τα χνάρια
σου, Μενέλαε.
Στέκω, βάζω τ’ αυτί στον τοίχο του σκοταδιού, αφουγκρά-
ζομαι,
ακούω τις ανάσες των άστρων –είναι η φωνή του αδελφού
μας:
Παππού Θεέ, κι άλλη βολά σε περικάλεσα στο Βερτεκόπι –
δε θυμάσαι;
Είναι καιρός που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σέικα
δίχως ψωμί και δεν με συμπονάς.
Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές,
έχει κι ένα ψηλό-ψηλό μπαλκόνι να μας φτύνει σαν περνάμε.
Παππού, ως και στα σαλιγκάρια έδωκες στο καθένα το σπι-
τάκι του,
ως και στις χελώνες έδωκες στην κάθε μια
την παραγκίτσα της,
μια και δεν μπορείς να δώκεις κάτι και σε μένανε
γιατί δεν με κάνεις σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο;
Μα, όχι, παππού, δεν χρειάζεται.
Το άγριο κατσικάκι ο αδελφός μας σκαρφαλώνει τα βράχια
της οργής σου.
Πηδάει ένα-ένα τα γκρεμνά της πληγής του
και πάει μπροστά μαζί με τ΄ αδέλφια του
ν΄ ακουμπήσει το πυρωμένο του μέτωπο στο δροσερόν ώμο
της αυγής.
Μενέλαε, σε βλέπουμε τα βράδια ν΄ ανεβαίνεις το βουνό
με τ΄ αγκάθια
κουτσαίνοντας απ΄ το βαρύ φορτίο ενός φεγγαριού στοργής
που κουβαλάς στους λιγνούς ώμους σου
και πλάι σου η Μυρτούλα μ΄ένα ξύλινο καραβάκι
χαμόγελο
και πλάι σου η Σέικα με μαλλιά από λουλουδάκια γαζίας
και παρακεί τα λουστράκια με τα κασελάκια τους γεμάτα
μικρά ουράνια τόξα
να βάψουν τα πέδιλα της άνοιξης και τα φορέματα
των λουλουδιών
και στα ζερβά της Μυρτούλας, το Γυφτάκι ντυμένο
την Κυριακή της προσευχής σου
και στα δεξιά σου το Τουρκάκι με δυο σταυρούς απορία
στο λιόγερμα των ματιών σου
κι η μάνα σου μ΄ ένα ποτήρι θάλασσα αλατισμένη απ’
τα δάκρυα όλων των μανάδων
και πίσω σου οι λασπάδες με βουνά κεραμίδια στη ράχη
τους για τις καινούργιες στέγες των φτωχών
στέγες κατάστιχτες απ΄ τις κουτσουλιές των περιστεριών
και των άστρων
οι λασπάδες σου με μεγάλα στρογγυλά σταμνιά για το νερό,
το λάδι, το κρασί της παγκόσμιας αγάπης.
Τι κόσμος, Μενέλαε, κοντά σου,
μητέρες και παιδιά και πολιτείες και αιώνες
ταϊσμένοι απ΄ το ράμφος της πένας σου
θρεμμένοι από τον κόκκινο άρτο της καρδιάς σου
και τα γκαρσόνια της Αιδηψού με τις άσπρες πετσέτες
στραβά στον ώμο τους
να ξεσκονίζουν απ΄ τη γύρη των πεύκων τα πράσινα τραπεζάκια
μιας ακροθαλασσιάς από λιακάδα λευτεριάς κι ευτυχία.
Κόσμος και κόσμος κι ο Λουκάς ο «Πανοραματοποιός»
-α, εδώ ο μαγικός φακός της τέχνης σου, Μενέλαε-
ΕΔΩ, κύριοι, βλέπετε τις πυρκαίες και τους καπνούς μιας
πολιτείας που καίγεται και λιώνει και τελειώνει
πάιντος, πάιντος, πάιντος,
κι ΕΔΩ αδέλφια, βλέπετε τη νέα πολιτεία,
ανθρώπους που σφίγγουν τα χέρια και φιλιούνται,
βουνά σιδεροδοκούς, βουνά καρπούς, βουνά στάχυα,
ζευγαράκια στα πάρκα, η Μυρτούλα μ’ ένα καινούργιο
λουλουδιστό φόρεμα,
πέτρινη γούρνα στη μέση της αυλής που πίνουν το νεράκι
τ΄ ουρανού τα σπουργίτια κι οι κότες.
Τούτα τ΄ ανθισμένα δέντρα που βλέπετε στον ορίζοντα
είναι οι καπνοί των συντροφικών τραίνων –τ΄ αεροπλάνα
δικά μας, -έμπα,
περιστέρια, περιστέρια, περιστέρια στις ψηλές καμινάδες,
πλατιά παράθυρα σαν ανοιχτά βιβλία με φαρδύστενους
στίχους,
τραβήξου πιο κει, θα βάψεις τα πόδια σου στο μούστο
της χαράς.
ΕΔΩ οι εργάτες σηκώνουν στη ράχη τους τον ειρηνικό
μόχθο
σαν ένα ακορντεόν ξεχειλισμένο από εύθυμα τραγούδια σε
μια εκδρομή Σαββατοκύριακου στον πευκώνα.
ΕΔΩ ο Κρίστα μ’ ολοκαίνουργια παπούτσια και με φρέσκα
μύγδαλα στις τσέπες του παντελονιού του
ΕΔΩ ο μεγάλος μας φίλος μ΄ έναν Απρίλη γαρύφαλλα κάτου
απ’ το ματωμένο του πουκάμισο
και τα ποτάμια ζεμένα για το αγώι μας σαν άλογα.
ΕΔΩ οι σημαίες, τα τύμπανα κ’ οι σάλπιγγες.
ΕΔΩ ο Νερούντα, ο Φαντεέφ, ο Χικμέτ, ο Αραγκόν,
ο Ερεμπούργκ κάτου απ΄ τις λεύκες της βεβαιότητας
κουβεντιάζοντας μεγάλα τριαντάφυλλα λόγια
πελώρια όνειρα ορείχαλκο
πολυώροφα ποιήματα από μπετόν, σίδερο και ήλιο
ποίηματα λαϊκές πολυκατοικίες και πανεπιστήμια
και αστεροσκοπεία
ΕΔΩ, αδέλφια, βλέπετε
ΕΔΩ ανατέλλει το ψωμί
ΕΔΩ ο ανατέλλει ο άνθρωπος
εδώ ποτέ δε συννεφιάζει
εδώ δεν είναι πάιντος
είναι η αρχή του κόσμου
αρχή, αρχή, αρχή
ΕΔΩ δεν είναι το παλιό «Πανόραμα»
είναι η Ζωή.
Εδώ τα πλοία αράζουν
εδώ ο αδελφός μας Μενέλαος Λουντέμης
σεργιανάει στην προκυμαία της αξιοπρέπειας
κουβαλώντας περήφανα στους ώμους του
το φορτίο του ήλιου και την ευθύνη του
χαρούμενος
χαρούμενος
χαρούμενος
γιατί εδώ τελειώνουν τα συρματοπλέγματα
γιατί εδώ δεν είναι ένταλμα συλλήψεων
γιατί εδώ δεν διώκονται οι ποιητές που καρπίζουν τη γη
κ’ ανθίζουν τον αέρα.
ΕΔΩ η στοργή του λαού στεγάζει τους ποιητές του.
Εδώ είναι το σπίτι του Μενέλαου.
Όχι οδός Αβύσσου, αριθμός Μηδέν.
Οδός Ανθρώπου, αριθμός Ένα.
Δεν χρειάζεται να χτυπήσεις.
Η πόρτα ανοιχτή. Μπορείς να μπεις.
Μ΄ αναμμένο το φανάρι της καρδιάς μου μες στη νύχτα
φωτίζω την πόρτα σου, Μενέλαε. Σε βρήκα.
Περάστε, αδέλφια. Το σπίτι του όλους μας χωράει.
Εδώ μένει ένας άνθρωπος που καίγεται απ’ τον ήλιο
της καρδιάς του και φωτίζει.
Απρίλης 1955
poihshkaipoihtes

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Μενέλαος Λουντέμης: Στον Ναζίμ Χικμέτ — «Κι ο βόγκος ακούμπησε στο στήθος μας / Ήταν η ώρα που δέναμε τις πληγές μας / Κι ανασηκώσαμε τον επίδεσμο για να σ' ακούσουμε.»

Γραμμένο στη Μακρόνησο, από τον Μενέλαο Λουντέμη 
για τον Ναζίμ Χικμέτ
Ναζίμ Χικμέτ, αρκαντάς. Συγκάτοικε της κόλασης.
Σ’ άκουσα που βόγκηξες εψές για την Ελλάδα.
Ήταν νύχτα ώρα πικρή. Κι ο βόγκος ακούμπησε στο στήθος μας.
Ήταν η ώρα που δέναμε τις πληγές μας.
Κι ανασηκώσαμε τον επίδεσμο για να σ’ ακούσουμε.
Να σ’ ακούσουμε –απ’ το μικρό μπουντρούμι της Σταμπούλ-
Να βογκάς μες σ’ όλα τα μπουντρούμια του κόσμου.
Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω.
Τώρα που μου στένεψαν τον κόσμο.
Τώρα που γεύτηκα της αλυσίδας τη σκουριά.
Τώρα, Ναζίμ, μπορώ να σου το πω:
Πως στο δεξί βραχιόλι της χειροπέδας μου
αισθάνομαι το χέρι το δικό σου.
Ναζίμ, ομοθάνατε αδελφέ μου.
Μας έφτασε απρόσμενα το γράμμα σου εδώ χτες βράδυ.
Σαν ένα πουλί που έφυγε απ’ το κλουβί του.
Σαν ένα χέρι που ανέβηκε από τα κύματα.
Το διαβάσαμε, ριγώντας συλλαβιστά,
κάτω απ’ το γιαταγάνι του μισοφέγγαρου.
Και πήραμε τον όρκο:
Να σου κεντήσουμε στο ρούχο
τη στάμπα του Μακρονησιώτη.
Και να σε κράξουμε επίτιμο μάρτυρα και συντοπίτη μας.
Η φυλακή μας είναι ξέσκεπη εδώ, Ναζίμ.
Γκρεμότοπος που τον ζώνει ολοτρόγυρα η πίσσα.
Και πάνω του σαλεύουμε ολόρθοι σκελετοί.
Πώς ήρθε και μας βρήκε το χαρτί σου;
Εδώ δεν άραξε άλλο τίποτε, ποτές –
παρά μονάχα οι δήμιοι κι οι βοριάδες.
Πώς βρήκε τη στράτα το χαρτί σου;
Αυτό που γίνηκε στον τόπο μου, αρκαντάς,
δεν εματάγινε ποτές, αλλού, στη σφαίρα,
κι ουδέ μιλιέται, ουδέ γροικιέται. Μοναχά
τούτο σου λέω, Ναζίμ: Τα μωρά,
τα μωρά που δεν έκλαψαν ποτέ γι’ άλλον κανένα
παρά για τον ίδιο τους τον εαυτό.
Τα μωρά έβαλαν από τις κούνιες τους το μοιρολόι,
για τα μεγάλα πάθη των γονιών τους.
Τούτο μονάχα σου λέω, αρκαντάς. Και θα ‘θελα να ξεφωνίσω.
Μα το κερί μου γέρνει στο σαμαντάνι το κεφάλι του,
και κλαίει για τον εαυτό του.
Τώρα καληνύχτα, Ναζίμ. Κι αύριο που θα φέξει,
Κι εγώ θα ξεντυθώ τα σίδερα,
θα ‘ρθω να σε βρω.
Θα πάρω το βαπόρι της γραμμής.
και θα ‘ρθω στη Σταμπούλ να σ’ ανταμώσω.
Και συ, θα δεις απ’ το κατάστρωμα το μαντήλι μου
και θ’ ανέβεις να με καλωσορίσεις.
Και τότε, θα πιαστούμε αδελφικά
και θα σεργιανίσουμε στα χώματα που γεννήθηκα.
Κι αν έχεις μάνα. Αν έχεις μάνα, αρκαντάς,
θα σκύψω να της φιλήσω το χέρι,
που ‘φερε στη ζωή τον αδελφό που μου ‘λειπε.
Κι αν έχεις αδελφό,
θα του ζητήσω να μου δανείσει τ’ όνομά του.
Κι αν έχεις γιο.
θα βάλω στη χούφτα του το χέρι της κορούλας μου.
Κι αν δεν έχεις τίποτα ...
αν δεν έχεις τίποτα, αρκαντάς, τίποτα.
Τότες θα σου δείξω τα Τουρκάκια.
που ιδρώνουν στο μουράγιο/
Μ’ έναν ίδρο συγγενικό.
Τις μητέρες που ανεβαίνουν λυπημένες τον ανήφορο.
Τα παιδάκια που ξυλιάζουν έξω απ’ τις βιτρίνες.
Θα σου δείξω τις χιλιάδες μητέρες, τους αδελφούς –
και τα παιδιά μας.
Και θα δώσουμε μαζί τον όρκο της Ακοίμητης Οργής:
Πως δεν θα γελάσουμε ποτές, αν δεν γελάσουνε μαζί μας.
Πως δεν θα τραγουδήσουμε ποτές,
αν δεν τελειώσουνε τα δάκρυα του κόσμου.
Μα τώρα, συχώρα με, αρκαντάς. Σιμώνει ο σκοπός.
Και το κερί μου πέθανε στην πέτρα του. Ψηλά η ζωή!
Σε χαιρετώ με την ιαχή της Μακρόνησος.

Ο αδελφός σου
Μενέλαος Λουντέμης.
 

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Βαριά προσβολή

Με χτύπησαν στη ράχη
με ρόπαλο βαριά
και σφυχτικά μαστίγια
με σιδερένιες γροθιές.
Μα εγώ δε βόγκηξα.
Γιώργος Φαρσακίδης - Μακρόνησος
Με χτύπησαν κατάμουτρα
με πέτρες και με κοντακιές
και με σιδερένιες γροθιές.
Και δεν έβγαλα άχνα.

Μα μια μέρα
με χτύπησαν
– γλυκά και προστατευτικά –
στη ράχη…
Και τότε σήκωσα άγρια φωνή!

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Ας μη μετρήσουμε

SOVIET WAR PAINTINGSPrisekin. Baltic: human bridge
Ας μην καθήσουμε να μετρήσουμε
Ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να’ ναι κείνα
Που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
Ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να’ ναι
Κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
Ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καυτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη
που’ χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν… Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(« Σήμερα»… « Χτες»… « Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
Με τα βασανισμένα μάτια των νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
Με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
Ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
Που ιδρώνουνε, πεθαίνουν και κλαίνε
Σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό.

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
Να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε,
Εσύ δυνατέ… ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανέβεις,
Ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
Που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Μην επαιτείς

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου,
Μάνα Ελλάδα μου.
Στεγνός ήταν πάντα ο κόρφος σου
Κι η αγκαλιά σου
– Μια φτωχική φωλιά
που κούρνιαζε ο πόνος μας.

ΦΙΚΟΣ: γκράφιτι εμπνευσμένα από το Βυζάντιο και την νέα Ελληνική τέχνη!
Στυφό ήταν πάντα το γέλιο σου
Μάνα μου Ελλάδα μου.
Μοιρολόι ήταν πάντα το τραγούδι σου
και ταχτικό σου σπιτικό –
το κοιμητήρι.

Ξερό ήταν πάντα το ψωμί σου,
Βαριόμοιρη μάνα μας.
Τρέχαμε να το βρέξουμε στις βρύσες μας,
Μα στάζαν πάντα δάκρυα.
Το βρέχαμε στα ποτάμια μας,
Μα στάζαν πάντα αίματα.

Μάνα! Γραμμένο σου ήταν
Και το ψωμί… και το νερό…
Ακόμα και το νερό να ζητιανέψεις.
Μόνο τη λευτεριά, μάνα μου,
Μόνο αυτήν ποτέ,
Ποτέ μη ζητιανέψεις!
(Το ’πε κι ο Κάλβος.)

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — «Είμαι καλά». Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ. Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.

Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του,
έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ»,
και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια.
(sarantakos.com)
Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι καλά.


«Πρώτον, Σεβαστή μου ...»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ...» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά ...»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα ...» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω ...
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,

«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα ...
Για να ’ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ
➽➽➽➽➽➽➽➽➽
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους.
Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».
Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».

Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα.
Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε.

Η ΔΙΑΤΑΓΗ:
Η αλληλογραφία θα διενεργείται εφ' απλού δελταρίου επί του οποίου θ' αναγράφονται ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει ....
-------


sarantakos

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Πού χάθηκες κοριτσάκι;

Art Painting Wallpapers
Όντας στην εξορία ο Λουντέμης λαμβάνει γράμμα από τη γυναίκα του, που έχει πια υπογράψει δήλωση και έχει φύγει με το παιδί για τη Γερμανία. Η είδηση τον συγκλονίζει. Το παιδί είναι νεκρό.... Του έγραφε ψέμματα, όπως θα μάθει χρόνια αργότερα....

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ ... Μυρτώ...» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το ‘καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που ‘ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα ...
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; - Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.
Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;

Εγώ θα σ' έβρισκα...
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσα αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ' έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης - Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα

Mixtapes & Gramophones
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................


Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή:
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Μενέλαος Λουντέμης - Ερωτικό Κάλεσμα

Florence Olive Tree by Ben Fenske
Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά
τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια
τις πνίγουν οι νεροποντές
τις κυνηγούν οι βοριάδες

Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά

Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος
τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά
τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί

Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατηλάτης
ένας αποσταμένος κατακτητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων
κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Menelaos Lountemis — Ergography | Μενέλαος Λουντέμης — Εργογραφία

Εργογραφία

  • «Τα πλοία δεν άραξαν», Αθήνα, εκδ. Γκοβόστης, διηγήματα (1938) ISBN 960-344-915-6
  • «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», Αθήνα, διηγήματα (1940)
  • «Γλυκοχάραμα», Αθήνα, διηγήματα (1944)
  • (1954) «Κραυγή στα πέρατα», Αθήνα, εκδ. Παλμός, ποιητική συλλογή
  • «Το τραγούδι των διψασμένων», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, διηγήματα (1966)
  • «Βουρκωμένες μέρες», Αθήνα, διηγήματα (1953) ISBN 960-344-914-8
  • «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», Αθήνα, διηγήματα (1946) ISBN 960-393-140-3
  • «Έκσταση», Αθήνα, εκδ. Αετός, μυθιστόρημα (1943) ISBN 960-393-139-X
  • «Καληνύχτα ζωή», Αθήνα, μυθιστόρημα (1946) ISBN 960-393-138-1
  • «Οι κερασιές θ' ανθίσουν και φέτος», Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, μυθιστόρημα (1956) ISBN 960-393-978-4
  • «Συννεφιάζει», Αθήνα, μυθιστόρημα (1946) ISBN 960-344-837-0
  • «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα», Αθήνα, εκδ. Δίφρος, μυθιστόρημα (1956) ISBN 960-344-768-4
  • «Η φυλακή του Kάτω Kόσμου», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1964) ISBN 960-393-312-0
  • «Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα», Αθήνα, εκδ. Κέδρος, μυθιστόρημα (1963) [8] ISBN 960-344-888-5
  • «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους», Αθήνα, εκδ. Δίφρος, μυθιστόρημα (1956) ISBN 960-393-137-3
  • «Λύσσα», μυθιστόρημα
  • «Τρόπαια Α΄», (Η οπτασία του Μαραθώνα), μυθιστόρημα
  • «Τρόπαια Β΄», (Σαλαμίνα), μυθιστόρημα
  • «Κάτω απ' τα κάστρα της ελπίδας», μυθιστόρημα ISBN 960-393-183-7
  • «Το κρασί των δειλών», (Σαρκοφάγοι Ι), Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις, μυθιστόρημα (1965) [9] ISBN 960-393-023-7
  • «Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα», (Σαρκοφάγοι ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1974)
  • «Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά», (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1974)
  • «Οδός Αβύσσου αριθμός 0», Αθήνα, εκδ. Βιβλιοεκδοτική, μυθιστόρημα (1962) ISBN 960-344-820-6
  • «Θυμωμένα στάχυα», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, μυθιστόρημα (1965) ISBN 960-344-993-8
  • «Αγέλαστη Άνοιξη», μυθιστόρημα ISBN 960-393-024-5
  • «Της γης οι αντρειωμένοι...», Αθήνα, βιογραφίες (1976)
  • «Οι αρχιτέκτονες του τρόμου», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, σατυρικό (1966)
  • «Οι κεραυνοί ξεσπούν», Αθήνα, εκδ. Κάδμος, θεατρικό (1958)
  • «Θα κλάψω αύριο», (σκηνικό ρομάντσο), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1975)
  • «Ανθισμένο όνειρο», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1975)
  • «Ταξίδια του χαμού», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1975)
  • «Πικρή θάλασσα», (ελληνική θαλασσογραφία), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό (1976)
  • «Μπατ-Τάι», (Οδοιπορικό στο Βιετνάμ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ταξιδιωτικό (1966)
  • «Ταξίδι στην απεραντοσύνη», (Οδοιπορικό), Αθήνα, εκδ. Δωρικός, πολ. δοκίμιο (1976)
  • «Οι Δήμιοι με τ’ άσπρα γάντια», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό δράμα (1978)
  • «Δαίδαλος», σε εικονογράφηση Γ.Πανετέα, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, παιδικά διηγήματα ISBN 960-393-136-5
  • «Ίκαρος», παιδικά διηγήματα ISBN 960-344-835-4
  • «Ηρακλής», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, παιδικά διηγήματα (1976) ISBN 960-393-135-7
  • «Θησέας», παιδικά διηγήματα ISBN 960-344-771-4
  • «Ο μεγάλος Δεκέμβρης», Αθήνα, εκδ. Μαρής-Κοροντζής, παιδικά διηγήματα (1945)
  • «Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1975)
  • «Το σπαθί και το φιλί», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1967)
  • «Κοντσέρτο για δύο μυδράλια και ένα αηδόνι», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1973)
  • «Πυρπολημένη μνήμη», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1975)
  • «Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1975)
  • «Τραγουδώ για την Κύπρο», Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, ποιήμα (1956)
  • «Ο λυράρης (Μιλτιάδης Μαλακάσης)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)
  • «Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)
  • «Ο εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποίηση (1976)
  • «Καραγκιόζης ο Έλληνας», Αθήνα, εκδ. Δωρικός
  • «Ο γολγοθάς μιας ελπίδας», Αθήνα, εκδ. Δωρικός
  • «Μενέλαος Λουντέμης Απανθίσματα», Αθήνα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα (2004) του Δαυίδ Ναχμία
  • «Μια Νύχτα με πολλά φώτα,κάτω από μια πόλη με πολλά Αστέρια», εκδ. Ελληνικά Γράμματα (1934)

Μεταφράσεις

  • «Το σπίτι της ομίχλης», Θεόδωρου Κωνσταντίν, μυθιστόρημα
  • «Μορομέτε», Μαρίν Πρέντα, μυθιστόρημα
  • «Και τους καταδικάσα όλους σε θάνατο», Τίτους Πόποβιτς, μυθιστόρημα
  • «Πέρα απ' τς αμμόλοφους», Φάνους Νεάγκου, μυθιστόρημα
  • «Πύρινα άλογα», Ίον Μπραντ, ποίηση
  • «Το λουλούδι της στάχτης», Εουτζέν Ζεμπελεάνου, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποίηση (1974)
  • «Οι φρουροί των ανέμων», Βίρτζιλ Θεοδορέσκου, ποίηση
  • «Ο ιππότης της μοναξιάς», Ζέο Ντιμιτρέσκου, ποίηση
  • «Σαρκασμοί και εφιάλτες», Μαρίν Σορέσκου, ποίηση
  • «Ένας άνθρωπος Οστην αγορά», Ντομίτρου Ποπέσκου, ποίηση
  • «Άσπιλοι κι αμόλυντοι», Χόρια Λοβινέσκου, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό-σατυρικό (1975)