Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Κωνσταντίνος Καβάφης - Θεόφιλος Παλαιολόγος

Γιάννης Νίκου "Η τελευταία ώρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 
Αυτοκράτορα του Βυζαντίου", 2001
Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος*
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».

Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.
Πάρθεν
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη.

Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.

Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

-----------------
* Θεόφιλος ΠαλαιολόγοςΜαθηματικός και φιλόσοφος, συγγενής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, ο οποίος αγωνίστηκε με γενναιότητα και φονεύτηκε κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453).
Λόγια πηγή του ιστοριογενούς αυτού ποιήματος είναι η εξής περικοπή από το Χρονικό, III, 7 του Γεωργίου Σφραντζή:«Ομοίως και ο Θεόφιλος ο Παλαιολόγος, ως είδε τον βασιλέα μαχόμενον και την πόλιν κινδυνεύουσαν, μεγαλοφώνως μετά κλαυθμού κράξας είπε “Θέλω θανείν μάλλον ή ζην”, και συρρήξας εαυτόν εν μέσω μετά κραυγής τους όσους εύρε πάντας διασκέδασε και διεσκόρπισε και εθανάτωσεν». [Γ. Π. Σαββίδης]
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φανερώνει στην ποίησή του βαθύ σεβασμό και εκτίμηση για τη μεγαλειώδη εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο, τονίζοντας με ποικίλους τρόπους τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας και σκέψης. 
Εκτίμηση που πηγάζει από την αδιαμφισβήτητη αγάπη του ποιητή για τον ελληνισμό, είτε αυτός βρίσκεται στον κυρίως ελληνικό χώρο είτε δραστηριοποιείται σε χώρες και περιοχές στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και της Ασίας. Κάθε επίτευγμα του ελληνισμού αποτελεί πηγή μεγάλης υπερηφάνειας για τον ποιητή κι αντιστοίχως κάθε πλήγμα που δέχεται ο ελληνισμός συνιστά γι’ αυτόν πηγή μεγάλου πόνου και απογοήτευσης. 
Εύλογα, λοιπόν, το γεγονός της άλωσης της Κωνσταντινούπολης -που αποτελεί μάλιστα τον τόπο καταγωγής του Καβάφη-, εκλαμβάνεται από τον ποιητή ως μία από τις πιο επώδυνες στιγμές για το σύνολο του ελληνισμού, αφού σηματοδοτεί τον τερματισμό μιας μακράς ανοδικής πορείας για το ελληνικό έθνος και την εκκίνηση μιας ταπεινωτικής περιόδου ανελευθερίας.

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.


Η αρχική διαπίστωση του ποιήματος διατυπώνεται κατά τρόπο απόλυτο και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παραγνώρισης της πραγματικότητας∙ κανένα περιθώριο καταφυγής σε ανυπόστατες ελπίδες. Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. Διαπίστωση που επαναλαμβάνεται με σχήμα αναδίπλωσης για να δοθεί με έμφαση η βαρύτητά της.
Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. 
Η άλλοτε ακμάζουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που δεν δημιουργήθηκε βέβαια με ελληνικές δυνάμεις, αλλά πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο Ελλήνων αυτοκρατόρων και ταυτίστηκε με την ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους, έφτασε σε τέτοιο σημείο παρακμής ώστε η διατήρησή της ήταν πλέον -σχεδόν- ανέφικτη. Όλοι οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη το γνωρίζουν αυτό και αναμένουν με φρίκη το τελειωτικό χτύπημα από τους Οθωμανούς, που έχουν ήδη από τον Γενάρη του 1453 ξεκινήσει να συγκεντρώνουν δυνάμεις στην περιοχή της Βασιλεύουσας. 
Οι συζητήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται δίπλα στον τελευταίο αυτοκράτορα των Ελλήνων, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄, ηχούν θλιβερές, καθώς απηχούν το αίσθημα απαισιοδοξίας και φόβου που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την Πόλη. Οι δυνάμεις των Οθωμανών πληθαίνουν, τα τείχη της Πόλης έχουν κλονιστεί, κι οι Δυτικοί, αν και είναι ενήμεροι για τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχει η Βασιλεύουσα, αφού ξανά και ξανά ζητήθηκε η συνδρομή τους, παρέμειναν αδιάφοροι απέναντι στον επερχόμενο αυτό όλεθρο.

Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».


Ο Καβάφης επιλέγει να παρουσιάσει την απελπισία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα λόγια και το παράδειγμα, όχι του περιώνυμου αυτοκράτορα, αλλά ενός σχετικά αφανούς συγγενή του, του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ο οποίος εκφράζοντας την οδύνη και την απόγνωση που διακατείχε όλους τους ανθρώπους στην Πόλη αναφώνησε πως προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει. Το αναπόφευκτο γεγονός της άλωσης, που θα σήμαινε μια απερίγραπτη καταστροφή για τον ελληνισμό, προκαλεί τέτοιο πόνο στην ψυχή του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ώστε του φαίνεται πολύ προτιμότερο να πεθάνει μαχόμενος, παρά να συνεχίσει να ζει και να δει την Κωνσταντινούπολη να πέφτει στα μιαρά χέρια των Οθωμανών.
Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι της Πόλης, θεωρούν αδιανόητο το να ζουν γνωρίζοντας πως η Βασιλεύουσα δεν είναι πια ελληνική∙ πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υφίσταται πια. Έτσι, η σκέψη που εκφράζει φανερώνει με τον πιο απόλυτο τρόπο την πλήρη αφοσίωσή του στην Κωνσταντινούπολη και στον αυτοκράτορα. Θα προτιμήσει να πεθάνει εκεί, πολεμώντας μέχρι τέλους, παρά να γλιτώσει με τον οποιονδήποτε τρόπο τη δική του ζωή, την οποία και θεωρεί περιττή και ανυπόφορη σ’ έναν κόσμο όπου οι Οθωμανοί θα έχουν κυριεύσει την Πόλη.
Το παράδειγμα του Θεόφιλου Παλαιολόγου, όπως φυσικά και του Κωνσταντίνου, είναι συγκλονιστικό σε σχέση με το τι φανερώνει για τα πρόσωπα εξουσίας και το ήθος που αυτά οφείλουν να έχουν. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι συγγενείς του θα σκοτωθούν πολεμώντας ως απλοί στρατιώτες σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη προσπάθεια να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη. 
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν εκμεταλλεύεται την υπερέχουσα θέση του για να διασώσει τον εαυτό του ή τους δικούς του, κι οι συγγενείς του δεν καταδέχονται να έχουν μια μοίρα διαφορετική από αυτή που αναλογεί σε κάθε πολίτη της αμυνόμενης Βασιλεύουσας. Θα γνωρίσουν όλοι μαζί τις ίδιες κακουχίες και τον ίδιο ηρωικό θάνατο, αφήνοντας ένα έξοχο πρότυπο πολιτικού ήθους. 
Ο αυτοκράτορας και οι δικοί του δεν αποστασιοποιούνται από το δράμα του λαού τους, μήτε σπεύδουν να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Μένουν εκεί ως απλοί πολίτες, ως άνθρωποι κι αυτοί του λαού και υπομένουν μέχρι τέλους την οδυνηρή πραγματικότητα.

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.


Στην καταληκτική στροφή του ποιήματος, με μια αποστροφή προς τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, ο ποιητής αναγνωρίζει πως οι πέντε αυτές τραγικές του λέξεις, με τις οποίες εξέφραζε την έκταση της απόγνωσής του μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, φανέρωναν, κατά τρόπο σαφή, τον απεριόριστο καημό όλου του ελληνικού γένους. 
Η σκέψη του Θεόφιλου Παλαιολόγου πως ο θάνατος ήταν πια προτιμότερος, αποτυπώνει πλήρως την ένταση της εξάντλησης που ένιωθε τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι άλλοι Έλληνες, αφού οι συνεχείς τους αγώνες για τη διάσωση της Πόλης έμοιαζαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Αλλεπάλληλες μάχες, αλλεπάλληλες διπλωματικές απόπειρες και εκκλήσεις, πλήρης αφοσίωση και άγρυπνη προσπάθεια, που όμως έπεφταν όλα στο κενό, αφού τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να αποτρέψει την καταστροφή, είχαν εξαντλήσει ολοκληρωτικά τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις των Ελλήνων.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όπως δηλώνεται στον παρενθετικό στίχο, η εξάντληση των Ελλήνων προερχόταν από την ψυχική κούραση λόγω των συνεχών αδικιών και τον αδιάκοπο κατατρεγμό που βίωναν, όχι τόσο από τους εξωτερικούς τους εχθρούς, όσο από τους δήθεν φίλιους δυτικούς λαούς, που ως Χριστιανοί, όφειλαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς κι όχι να τους ταπεινώνουν ξανά και ξανά. Πόσο επώδυνο ήταν για τους Έλληνες να παρακαλούν τις χώρες της Δύσης για βοήθεια και για έλεος κι εκείνες να στέκουν αδιάφορες, βλέποντας στη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όχι την εξαθλίωση ενός χριστιανικού λαού, αλλά την πτώση ενός ενοχλητικού αντιπάλου.
Οι Έλληνες των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου ήρθαν αντιμέτωποι με την αναλγησία των τότε Ευρωπαίων∙ αναλγησία που επρόκειτο να αποτελεί έκτοτε τη συνήθη τους στάση απέναντι στον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Οι αδικίες και ο κατατρεγμός θα αποτελούν για χρόνια τα μόνα «δώρα» των άλλων ευρωπαϊκών εθνών προς τους Έλληνες, είτε αυτοί αγωνίζονται να σώσουν την Κωνσταντινούπολη είτε αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους ως αυτόνομο πλέον έθνος.
Κυρ: Βυζαντινό πρόθεμα δηλωτικό αριστοκρατικής καταγωγής, ανάλογο προς το αγγλικό Sir.
................
περισσότερα εδώ: latistor

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 148 — «ΑΙΝΕΙΤΕ τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις.»

                           MEMLING, Hans  Angel Musicians

ΑΙΝΕΙΤΕ τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν· 

αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις. 

αἰνεῖτε αὐτόν, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ· 
αἰνεῖτε αὐτόν, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ. 

αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος καὶ σελήνη, 
αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς. 

αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν 
καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. 

αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου, ὅτι αὐτὸς εἶπε, 
καὶ ἐγενήθησαν, 
αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν. 

ἔστησεν αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα 
καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος·
πρόσταγμα ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται. 

αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς, 
δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι· 

πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, 
πνεῦμα καταιγίδος, 
τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ· 

τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, 
ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι· 

τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, 
ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά· 

βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοί, 
ἄρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς·

νεανίσκοι καὶ παρθένοι, 
πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων·  

αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου, 
ὅτι ὑψώθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ μόνου· 
ἡ ἐξομολόγησις αὐτοῦ ἐπὶ γῆς καὶ οὐρανοῦ. 

καὶ ὑψώσει κέρας λαοῦ αὐτοῦ· 
ὕμνος πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, 
τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ, λαῷ ἐγγίζοντι αὐτῷ.


Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Γιάννης Ρίτσος — ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (απόσπασμα)
Έτσι μικρό ήταν τ’ όνειρό μας.
Μα τούτο τ’ όνειρο ήταν τ’ όνειρο
όλων των πεινασμένων και των αδικημένων.

Faces in the Fire Frank Holl. 1863
Έτσι μικρό ήταν τ’ όνειρό μας.
Μα τούτο τ’ όνειρο ήταν τ’ όνειρο
όλων των πεινασμένων και των αδικημένων.
Κι οι πεινασμένοι ήταν πολλοί
κι οι αδικημένοι ήταν πολλοί.
Και τ’ όνειρο μεγάλωνε — σιγά σιγά μεγάλωνε 
— πάντοτε το ίδιο στρογγυλό σαν το ψωμί
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τον ήλιο
και το ίδιο στρογγυλό και σαν τη γη
και το ίδιο στρογγυλό σαν τον ορίζοντα,
ετούτο τ’ όνειρο των πεινασμένων,
τ’ όνειρο των αδικημένων
όλου του κόσμου.
Μακρόνησος, Αη - Στράτης 1949 - 1951

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 145 — «ΑΙΝΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον·»

«μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων,
οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία.»
Most Famous Landscape Paintings
ΑΙΝΕΙ, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον·

αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου, 
ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.

μὴ πεποίθατε ἐπ᾿ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, 
οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία.

ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. 
καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ· 
ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες 
οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ.

μακάριος οὗ ὁ Θεὸς ᾿Ιακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ, 
ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ

τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, 
τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς· 
τὸν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τὸν αἰῶνα,

ποιοῦντα κρῖμα τοῖς ἀδικουμένοις, 
διδόντα τροφὴν τοῖς πεινῶσι. 
Κύριος λύει πεπεδημένους,

Κύριος σοφοῖ τυφλούς, 
Κύριος ἀνορθοῖ κατερραγμένους, 
Κύριος ἀγαπᾷ δικαίους,

Κύριος φυλάσσει τοὺς προσηλύτους· 
ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται 
καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ.

βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, 
ὁ Θεός σου, Σιών, 
εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.

(απόδοση στα Νέα Ελληνικά εδώ)


Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 144ος —

Αἴνεσις τοῦ Δαυΐδ.

ΥΨΩΣΩ σε, ὁ Θεός μου ὁ βασιλεύς μου,
καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα 

καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σε
καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα
καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα,
καὶ τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας.
γενεὰ καὶ γενεὰ ἐπαινέσει τὰ ἔργα σου 
καὶ τὴν δύναμίν σου ἀπαγγελοῦσι.
τὴν μεγαλοπρέπειαν τῆς δόξης τῆς ἁγιωσύνης σου 
λαλήσουσι καὶ τὰ θαυμάσιά σου διηγήσονται.
καὶ τὴν δύναμιν τῶν φοβερῶν σου ἐροῦσι 
καὶ τὴν μεγαλωσύνην σου διηγήσονται.
μνήμην τοῦ πλήθους τῆς χρηστότητός σου 
ἐξερεύξονται 
καὶ τῇ δικαιοσύνῃ σου ἀγαλλιάσονται.
οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, 
μακρόθυμος καὶ πολυέλεος.
χρηστὸς Κύριος τοῖς σύμπασι, 
καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ. 
ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντα τὰ ἔργα σου, 
καὶ οἱ ὅσιοί σου εὐλογησάτωσάν σε.
δόξαν τῆς βασιλείας σου ἐροῦσι
καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσι
τοῦ γνωρίσαι τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων 
τὴν δυναστείαν σου καὶ τὴν δόξαν 
τῆς μεγαλοπρεπείας τῆς βασιλείας σου. 
ἡ βασιλεία σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, 
καὶ ἡ δεσποτεία σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.
πιστὸς Κύριος ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτοῦ 
καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
ὑποστηρίζει Κύριος πάντας τοὺς καταπίπτοντας 
καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατερραγμένους.
οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι, 
καὶ σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτῶν ἐν εὐκαιρίᾳ.
ἀνοίγεις σὺ τὰς χεῖράς σου 
καὶ ἐμπιπλᾷς πᾶν ζῷον εὐδοκίας.
δίκαιος Κύριος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ 
καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
ἐγγὺς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν, 
πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ.
θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει 
καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται καὶ σώσει αὐτούς.
φυλάσσει Κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν 
καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολοθρεύσει.
αἴνεσιν Κυρίου λαλήσει τὸ στόμα μου· 
καὶ εὐλογείτω πᾶσα σὰρξ τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ
εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Αναπνοές
Τα ποιήματα είναι μεγάλα ποτάμια –
δε σταματούν ποτέ πριν απ’ τη θάλασσα.

Ι
Υπάρχουν άνθρωποι που τους διασχίζουνε ποτάμια
κι άλλοι μ’ ένα βάλτο σταματημένο στην καρδιά τους,
άνθρωποι μ’ ένα μέτωπο σαν αψίδα από νερό
άνθρωποι με δυο μάτια κομμένα απ’ τον ουρανό-
όταν κοιτάζουν αυτό το παράθυρο, κοιτάζουν αλλού,
κυκλοφορούν ξενιτεμένοι ανάμεσα στα μάτια και στα πράγματα
γυρεύοντας κάποια φιλία πίσω απ’ τους ώμους μας
μακριά, μακριά, σ’ ένα ισκιωμένο δάσος,
μακριά ένα πρόσωπο ζωγραφισμένο σ’ ένα σύννεφο,
μακριά, ξενιτεμένοι, αμήχανοι μπρος στα ίδια τους τα χέρια.

Τα ποιήματα είναι μεγάλα ποτάμια –
δε σταματούν ποτέ πριν απ’ τη θάλασσα.
Οι ποιητές ετοιμάζουν μια χώρα για όλα τα μάτια.


II
Άκουσες το θόρυβο καθώς κλείνει ένα βλέφαρο
για ν' αποφύγει να κοιτάξει κατάματα
για ν' αποφύγει να το δούνε;
Άκουσες το θόρυβο μιας σταγόνας νερού
που έπεφτε αστράφτοντας μες στο κενό
διατηρώντας ως το τέλος τη σφαιρικότητά της;
Άκουσες το θόρυβο ενός μοναχικού φύλλου
που γκρεμίζεται μέσα στο φθινόπωρο
σαν ένα χέρι χλωμό που δε βρήκε
να κρατηθεί από κάποιο χέρι; Θυμηθείτε:
Καμιά δυστυχία δεν είναι μικρή.

ΙΙΙ
Υπάρχουν κολώνες από πέτρα
κολώνες από κατακόρυφο νερό
κολώνες από δισταχτικό χαμόγελο –
κι αυτές που θα μπορούσαν να κρατήσουν ένα αέτωμα.
Μην εμποδίσετε, φίλοι, ένα χαμόγελο.
Επάνω στην εμπιστοσύνη χτίζονται τα σπίτια.

Η πράξη και τ΄ όνειρο είναι αδέλφια.
Κι είναι αδελφοί μας και τα δυό.
Σινάγια, 16.VI.58

Γιάννης Ρίτσος — Προσωπογραφίες μιας αρχαίας βροχής
«Το ποίημα είναι ένα τεντωμένο δάχτυλο μες στη βροχή
που δείχνει τρέμοντας προς τη μεριά του ήλιου.
Οι ποιητές έχουν νικήσει την τυφλότητα.»

ΙΧ
Αυτός ο αργοπορημένος γύρισε μέσα στη βροχή τα μεσάνυχτα.
Ο φύλακας τού άνοιξε την πόρτα.
Οι καμαριέρες τού στρώσαν το κρεββάτι.
Οι λύκοι ξάπλωσαν επίπεδοι μπροστά στα πόδια του.
Δεν είχε προσωπείο. Δεν ήταν άγαλμα.
Όχι. Δεν ήταν μόνος.
Κρατούσε μες στα χέρια του ένα μακρύ, σκληρό κι ευαίσθητο τραγούδι
Σαν το ραβδί των μάγων θέλοντας να μεταμορφώσει τη ζωή
σαν το ραβδί των τυφλών ψάχνοντας να εισχωρήσει στον κόσμο.

Στην άκρη του ραβδιού των τυφλών
Είναι συγκεντρωμένη η όρασή τους· η άκρη του ραβδιού τους
είναι το μάτι τους, βαθύ, εξοικειωμένο στο σκοτάδι. Οι τυφλοί
χτυπάνε το ραβδί τους, δοκιμάζουν τον αέρα, τη σιωπή, τη ρίζα, την
             πέτρα,
χτυπάνε το ίδιο τους το μάτι σ’ όλες τις πέτρες και πονάνε.

Εκεί που πονάνε, βλέπουν και γνωρίζουν.
Εκεί που βλέπουν και γνωρίζουν, δείχνουν.

Το ποίημα είναι ένα τεντωμένο δάχτυλο μες στη βροχή
που δείχνει τρέμοντας προς τη μεριά του ήλιου.

Οι ποιητές έχουν νικήσει την τυφλότητα.
Σινάγια, 14.VI.58

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Jacques Prévert — Για σένα αγάπη μου
Pour toi mon amour - For You My Love

John William Waterhouse - Ophelia
Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου

Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου

Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου

Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

Pour toi mon amour

Je suis allé au marché aux oiseaux
Et j'ai acheté des oiseaux
Pour toi
Mon amour

Je suis allé au marché aux fleurs
Et j'ai acheté des fleurs
Pour toi
Mon amour

Je suis allé au marché à la ferraille
Et j'ai acheté des chaines, de lourdes chaines
Pour toi
Mon amour

Et puis, je suis allé au marché aux esclaves
Et je t'ai cherchée
Mais je ne t'ai pas trouvée
Mon amour

For You My Love

I went to the market, where they sell birds
and I bought some birds
for you
my love

I went to the market, where they sell flowers
and I bought some flowers
for you
my love

I went to the market, where they sell chains
and I bought some chains
heavy chains
for you
my love

And then I went to the slave market
and I looked for you
but I did not find you there
my love

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Jacques Prévert — Πως να ζωγραφίσετε ένα πουλί
How to draw a bird - Pour Faire le Portrait d'un Oiseau

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μια πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο
σ’ ένα κήπο
σ’ ένα πάρκο
ή σ’ ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι…
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ’ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ’χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατήστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πόρτα με ένα πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πουλί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ’ το πουλί
και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.
Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης

How to draw a bird 

First paint a cage
With an open door
Then paint
Something pretty
Something simple
Something beautiful
Something useful
For the bird
Then place the canvas against a tree
In a garden
In a wood
Or in a forest
Hide yourself behind the tree
Without speaking
Without moving...
Sometimes the bird will arrive soon
But it could also easily take many years
For it to decide
Wait
Wait if necessary for years
The rapidity or slowness of the arrival of the bird
Has no connection with the success of the painting
When the bird arrives
If it arrives
Observe the most profound silence
Wait until the bird enters the cage
And when it has entered
Gently close the door with the brush
Then
Erase one by one all of the bars
While being careful not to touch any of the feathers of the bird
Then make a portrait of the tree
Choosing the most beautiful of its branches
For the bird
Paint also the green foliage and the freshness of the wind
The dust of the sun
And the noise of the creatures of the grass in the heat of summer
And then wait for the bird to decide to sing
If the bird does not sing
It's a bad sign
A sign that the painting is no good
But if it does sing it's a good sign
A sign that you can sign.
Then you gently pull out
One of the feathers of the bird
And you sign your name in a corner of the painting.
Trans. Eugene Levich

Pour Faire Le Portrait D' Un Oiseau

Peindre d'abord une cage
avec une porte ouverte
peindre ensuite
quelque chose de joli
quelque chose de simple
quelque chose de beau
quelque chose d'util
pour l'oiseau
placer ensuite la toile contre un arbre
dans un jardin
dans un bois
ou dans un forêt
se cacher derrière l'arbre
sans rien dire
sans bouger...
Parfois l'oiseau arrive vite
mais il peut aussi bien mettre de longues années
avant de se décider
Ne pas se décourager
la vitesse ou la lenteur de l'arrivée de l'oiseau
n'ayant aucun rapport
avec la réussite du tableau
Quand l'oiseau arrive
s'il arrive
observer le plus profond silence
attendre que l'oiseau entre dans la cage
et quand il est entré
fermer doucement la porte avec le pinceau
puis
effacer un à un tous les barreaux
en ayant soin de ne toucher aucune des plumes de l'oiseau
peindre ensuite aussi le vert feuillage et la fraîcheur du vent
la poussière du soleil
et le bruit des bêtes de l'herbe dans la chaleur de l'été
et puis attendre que l'oiseau se décide à chanter
si l'oiseau ne chante pas
c'est mauvais signe
signe que le tableau est mauvais
mais s'il chante c'est bon signe
signe que vous pouvez signer
Alors vous arrachez tout doucement
une des plumes de l'oiseau
et vous écrivez votre nom dans un coin du tableau.