Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΩΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΩΣΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Κωστής Παλαμάς — Κάποτε κάπου...


Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό,
κάποτε, πρώτη καὶ στερνὴ φορά· καὶ δὲν τὸ βρίσκω
γιὰ νὰ τὸ ξαναπῶ.

Στ᾿ ἄδειο σεντούκι του γυρτὸς ὁ σφιχτοχέρης, ἴδιος,
πάθος, χαμός, ὢ λύπη!
Τοῦ τρέμουνε τὰ δάχτυλα σὰ νὰ μετρᾶν ἀκόμα
τὸ θησαυρὸ ποὺ λείπει.

Βαστῶ μιᾶς φλόγας τὸν καπνὸ κ᾿ ἑνὸς καπνοῦ τὸν ἴσκιο
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό.
Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανὰ δὲ θὰ τὸ πῶ.

Τὰ παθητικὰ κρυφομιλήματα, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 479

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Κωστής Παλαμάς — Στον Δάσκαλο

Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι!
Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ό,τι σ’ απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτίσ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!
Κι αν λίγη δύναμη μεσ’ το κορμί σου μένει,
Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωμένη.
Θέμελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.
Σκάψε βαθειά. Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;
Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,

Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι!

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Kωστής Παλαμάς — Φεβρουάριος

Απ' το παράθυρο στα βάθη μακριά,
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ' όλη βοή που τριγυρίζει
Είν' ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ' η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.
Φτωχός ο κάμπος μας, μα όχι και γυμνός,
Αφού είν' ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ' την αρρώστια κάτασπρος ειν' ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.
Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή,
Που αργά κι αγάλι 'γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει;
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;
Σ' εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.
Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ' ολόχιονο φουστάνι,
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.
Γιατ' είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ' η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.
Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
- Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ' ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του,
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του.
Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ' απ' το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.
Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.
Μεσ' την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές,
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα...
Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ' εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάνα είν' έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

Κωστής Παλαμάς — Χριστούγεννα

Α΄

Τί φως και χρώμα κι εμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι
οπού στην κούνια του Χριστού τους Μάγους έχει φέρει!
Ποιός άγγελος το διάλεξε για τέτοιο ταχυδρόμο!
Τ’ άλλα τ’ αστέρια θα ’βλεπαν το φωτεινό του δρόμο,
κι από τη ζήλια θα ’τρεμαν… Αστέρι, σε ποιά χώρα
του απεράντου σ’ ουρανού να λαμπυρίζεις τώρα;
Η παντοδύναμη Φθορά μην έσβησε το φως σου;
Ή μήπως είσ’ αθάνατο κι εσύ σαν το Χριστό σου;
Δεν κατεβαίν’ η λάμψη σου κι εδώ στα χώματά μας;
Για όλα τ’ άστρ’ αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας…
Και μόνον όταν τα λαμπρά Χριστούγεννά μας θά μπουν,
θαρρώ πως οι ακτίνες σου μες στην ψυχή μου λάμπουν.

Τί φως και χρώμα κι εμορφιά να σκόρπιζε τ’ αστέρι,
οπού στην κούνια του Θεού τους Μάγους έχει φέρει!

Β΄

Αχ, αχ, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα,
γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!
Κούρκος στη μέση ολόζεστος μοσχοβολά, ροδίζει,
και τρέχει ολούθε το κρασί και κελαδεί κι αφρίζει.
Και να θωρείς αγνάντια σου δυο αδελφές, κοπέλες
με κουβεντούλες άσωστες γλυκιές γλυκιές, δυο τρέλες,
ή να σου λέει αγνάντια σου για το ξανθό παιδί σου
δυο χρόνων γυναικούλα σου, ο έρως της ζωής σου.
και να σ’ αρχίζει ακούραστη ο πάππος φλυαρία,
των Χριστουγέννων μια γνωστή πανάρχαια ιστορία…

Αχ, αχ, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Γ΄

Να ’μουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
Να ιδώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του,
να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
να μοσχοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία,
να ιδώ την Αειπάρθενο, να ιδώ το πρόσωπό της
πώς εκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο,
της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…

Να ’μουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Κωστής Παλαμάς — Η φλογέρα του βασιλιά VIII
«Απάνου στα κρινόφυλλα χρυσογραμμένα λόγια
διαβάζονταν ολόλαμπρα: Χαίρε, Χαριτωμένη!»

Η ζωγραφιά επιστήμη του και η σκέψη του η Παρθένο.

Και τίποτε άλλο. Βουβαμός και ανηξεριά. Και πάντα
κατάχνια του έζωνε το νου, του σφράγιζε το στόμα,
και μοναχά στα χείλια του τρεμόφεγγε και σβούσε
και σάλευε νυχτοημέρα το δίλογο τραγούδι
σ’ όλους τους ήχους του ψαλμού: Χαίρε, Χαριτωμένη,

Κι άστραφτε κι από τη χαρά κι από την περηφάνια
του λόγου και δε χαιρόταν και καύκημα δεν του ήταν.
το πλαστουργό κοντύλι του που κράταε κυβερνώντας,

νύχτες και μέρες και γιορτές κι αργατινές, μιλούσε
με κεία τα δυο ιερόλογα: Χαίρε, Χαριτωμένη!

Κ’ ήρθε καιρός που ανήμπορος και το κοντύλι ακόμα
να περπατά στον πάπυρο, της Παναγιάς ζωγράφος,
μια μπόρεση του απόμεινε: γονατιστός να πέφτει
στην άγια εικόνα της Κυράς, όπου την ξάνοιγε, όπου
με το σιγομουρμούρισμα: Χαριτωμένη, Χαίρε!

Όλα του κόσμου ανόητα κι αλλότρια όλα του ήταν,
ώσπου ήρθε η ώρα η φοβερή κι η αφεύγατη με κεί-
να τα λόγια τα μοσκόβολα κι απάνου στα φτερά του.
πάει λυτρωμένη απ’ το κορμί μακάρια κι η ψυχή της.

Το λείψανό του ευωδίασε τη γη που τόνε πήρε
κι απάνου από το μνήμα του πλήθαινε ο μόσκος και ήρθε,
πλημμύρισε η μοσχοβολιά στο μοναστήρι και ήταν
τριγύρω σα μιαν άνοιξη, πλούσια κι αλόγιστη ήταν

Κ’ έναν καιρό κάποιον Απριλίου φανταχτερού και κάποιον
σπάταλον Μάη, στα νιάμερα, γίνηκε μέγα θάμα.

Στο μνήμα το μοσκόβολο ξεφύτρωσε άσπρος κρίνος.

Απάνου στα κρινόφυλλα χρυσογραμμένα λόγια
διαβάζονταν ολόλαμπρα: Χαίρε, Χαριτωμένη!

Κ’ ήτανε κάτι αφάνταστο και η μυρουδιά του κρίνου

Τρέχει, φωνάζει ο Γούμενος: - Σκάφτε, παιδιά μου, ανοίχτε
το μνήμα, Θάμα! Κύριε, μεγάλη η δύναμή Σου!

Τάχα κι από πού να ’ρχεται, τάχα και πού να πάει
τάχα και πού η χρυσοπηγή της χάρης που ανάβει
απ’ την Κυρά Αειπάρθενο; - Και σκάψανε κι ανοίξαν·
από το στόμα του νεκρού να ο κρίνος, φουντωμένος!

Και σα ν’ αργοψιθύριζε το στόμα του και μέσα
στο μνήμα το τραγούδι του! -Χαίρε, Χαριτωμένη!-
Το πήραν ευλαβικά το λείψανο, το ψάχνουν
και βρίσκουν την κρινόριζα μέσ’ στην καρδιά του αγίου...
Και στην καρδιά καταμεσής, απίστευτα γραμμένη,
της Παναγιάς η ζωγραφιά. Χαριτωμένη, Χαίρε!

«Ανθολογία», εκλογή: Γ.Κ. Κατσίμπαλη και Ανδρέα Καραντώνη, χ.χ. σ.σ. 184-187

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Κωστής Παλαμάς — Ονειρεμένη Προσευχή : «Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου, Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου.»

Χριστέ μου, κράτα με μακριά απ’ τις κακίες του κόσμου,
Στην φάτνη βρέφος, όσο ζω να σε λατρεύω δος μου.
Κι όσο θα ‘ρθει από Σε σταλτός ο χάρος να με πάρει,
κάμε συ, βρέφος, να σταθώ μπροστά στη θεία Σου χάρη.
Και κάμε λόγια τα έργα μου σαν των αγρών τα κρίνα,
προφητικά, φεγγοβόλα κάμε τα σαν εκείνα,
της νύκτας των απλών βοσκών. Γεννιόσουν και γρηκούσαν.
Τους ουρανούς ολάνοικτους που σε δοξολογούσαν.

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017

Κωστής Παλαμάς — Το Τραγούδι του Σταυρού - «... γονάτισα στόν ἤσκιο μου τούς δυνατούς του κόσμου.»

The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens
Κ' ἒγυρ' Ἐκεῖνος τὸ ἄχραντο κεφάλι καὶ ξεψύχησε 
στὸ μαῦρο τὸ κορμί μου ἀπάνου·
ἄστρα γινήκαν τὰ καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου του, ἄστραψα
κι ἀπὸ τὰ χιόνια πιὸ λευκὸς τὰ αἰώνια τοῦ Λιβάνου.

Οἱ καταφρονεμένοι μ' ἀγκαλιάσανε
καὶ σὰ βουνὰ καὶ σὰ Θαβὼρ ὑψώθηκαν ἐμπρός μου·
οἱ δυνατοί τοῦ κόσμου μὲ κατάτρεξαν
γονάτισα στὸν ἤσκιο μου τοὺς δυνατούς το
 κόσμου.

Τὸν κόσμο ἂν ἐμαρμάρωσα, τὸν κόσμο τὸν ἀνάστησα,
στὰ πόδια μου ἄγγελοι οἱ Καιροί, γύρω μου σκλάβες οἱ Ὧρες.
Δείχνω μιὰ μυστικὴ Χαναὰν στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
μὰ ἐδῶ πατρίδες πάναγνες εἲσαστ' ἐσεῖς, τρεῖς Χῶρες!

Ὢ πρώτη ἐσύ, Ἱερουσαλήμ! τοῦ βασιλιᾶ προφήτη σου
μικρὴ εἶν' ἡ ἅρπα γιὰ νὰ εἰπῆ τὴ νέα μεγαλωσύνη.
Τοῦ Σολομώντα σου ὁ ναὸς μ' ἀντίκρυσε, καὶ ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίνοι.

Κ' ὕστερα ὑψώθηκα σ' ἐσένα, ὢ Πόλη, ἑφτάλοφο ὅραμα,
κ' ἔγινα φῶς τῶν οὐρανῶν, τὸ θάμα τοῦ Ἰορδάνη,
τοὺς Κωνσταντίνους φώτισα καὶ τοὺς Ἡράκλειους δόξασα,
καὶ τρικυμίες δὲν ἔσβησαν ἐμέ, μηδὲ Σουλτάνοι.

Καὶ ὕστερα, ταξιδευτής, ἦρθα σ' ἐσένα, ἀσύγκριτη,
Ἀθήνα, τῶν ὡραίων πηγή, τῶν ἐθνικῶν κορώνα,
τὸν ἄγνωστο ἔφερα Θεό, καί, ἀπόκοτος, ἀψήφησα
τὴν πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ' τὸν Παρθενώνα.

Καὶ γνώρισα τοὺς ἱλαροὺς θεοὺς καὶ στεφανώθηκα
τὴν ἀγριλιὰ τῆς Ἀττικῆς, τὴ δάφνη ἀπ' τὴν Ἑλλάδα,
καὶ ὢ λόγος πρωταγροίκητος! τοῦ Γολγοθὰ τὸ σύγνεφο
πῆρε τὴν ἄσπρη ὁμηρική του Ὀλύμπου λαμπεράδα.

Τὰ εἴδωλα τ' ἀφρόντιστα καὶ τὰ πασίχαρα ἔφυγαν,
ἀλλ' οὔτε πιὰ μεθάει τὴ γῆ τὸ ἀσκητικὸ μεθύσι,
ἂς λάμπη ἡ μυστικὴ χαρὰ στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
εἰν' ἐδῶ κάπου μία ζωή, καὶ εἲν' ἄξια γιὰ νὰ ζήσει.

Μὲ τὰ κλαδιὰ τῆς φοινικιᾶς νέα ὡσαννὰ λαχτάρισα
σ' ἐσένα, ὢ Γῆ Πανάγια καὶ ὢ πρώτη μου πατρίδα.
Σ' ἐσὲ γυρνῶ, Ἱερουσαλήμ, κ' ἕνα τραγούδι φέρνω σου·
Εἶναι πλασμένο ἀπὸ ψυχῆ καὶ ἀπὸ φωνὴ Ἑλληνίδα! 
Ασάλευτη ζωή [1913]

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Κωστής Παλαμάς — «Ἀνατολή» / Αντ. Νταλγκάς - «Αμανές τής αυγής»

Εικαστικό αφιέρωμα στη μικρασιατική καταστροφή
Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.


Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.

Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.


Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Κωστής Παλαμάς - Τὸ πανηγύρι στὰ σπάρτα

Γιὰ κοίτα πέρα καὶ μακριὰ τὶ πανηγύρι
ποὺ πλέκουν τὰ χρυσὰ τὰ σπάρτα στὸ λιβάδι!
Στὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο ἀπ᾿ τὰ σπάρτα
μὲ τὴ γλυκιὰν ἀνατολὴ γλυκοξυπνώντας
νὰ τρέξω βούλομαι κι ἐγὼ στὸ πανηγύρι,
θησαυριστὴς νὰ κλείσω μὲς τὴν ἀγκαλιά μου
σωροὺς τὰ ξανθολούλουδα καὶ τὰ δροσάνθια,
κι ὅλο τὸ θησαυρὸ νὰ τονε σπαταλέψω
στὰ πόδια τῆς ἀγάπης μου καὶ τῆς κυρᾶς μου.
Ὅμως βαθιὰ εἶναι τὸ ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι ὅπως μιᾶς πρόσχαρης ζωῆς εἴκοσι χρόνων
κόβει τὸ λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
ἔτσι τὸν ἄκοπο γοργὸ μοῦ κόβει δρόμο
ἀτέλειωτος ἀνάμεσα ξεφυτρωμένος
ὁ κακὸς δρόμος μὲς τὰ βάλτα καὶ στὰ βούρλα.
Τ᾿ ἀγκαθερὰ φυτὰ ξεσκίζουνε σὰ νύχια
καὶ σὰν τὰ ξόβεργα τὸ χῶμα παγιδεύει
τοῦ κάμπου τοῦ κακοῦ στὰ βούρλα καὶ στὰ βάλτα,
ἐκεῖ ποὺ στὸ φλογόβολο τὸ ἁψὺ τοῦ ἥλιου
(ποῦ δρόσος μιᾶς πνοῆς; ποῦ σκέπασμα ἑνὸς δέντρου;)
σὰν ἀστραπὴ ἀργυρὴ χτυπάει τὰ μάτια ἡ ἅρμη.
Λιγοψυχῶ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι ἀποκάνω καὶ πέφτω, κι ἀποκαρωμένος
νοιώθω στὸ μέτωπο τ᾿ ἀγκάθια, καὶ στὰ χείλια
νοιώθω τὴν πίκρα τῆς ἁρμύρας, καὶ στὰ χέρια
νοιώθω τὴ γλίνα τῆς νοτιᾶς, καὶ στὰ ποδάρια
νοιώθω τὸ φίλημα τοῦ βάλτου, καὶ στὰ στήθη
νοιώθω τὸ χάιδεμα τοῦ βούρλου, νοιώθω ἐντός μου
τὴ μοίρα τοῦ γυμνοῦ καὶ τ᾿ ἀνήμπορου κόσμου.
(Ὦ! ποῦ εἶσαι, ἀγάπη καὶ κυρά μου;) Καὶ σὲ βάθη
δειλινῶν πορφυρῶν, πλούσια ζωγραφισμένων,
τὸ πανηγύρι ποὺ χρυσᾶ τὰ σπάρτα πλέκουν,
τὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο στὰ σπάρτα,
μὲ βλέπει, μὲ καλεῖ, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.

Ανάλυση
Ο Κωστής Παλαμάς δημιουργεί στο ποίημα αυτό μια ενδιαφέρουσα αλληγορία σχετικά με την επιθυμία των ανθρώπων να βιώσουν στην πληρότητά της την ευδαιμονία της ζωής και τις ποικίλες δυσκολίες που τελικά καθιστούν ανέφικτη την πραγμάτωση αυτής της επιθυμίας. Ό,τι στο ποίημα δίνεται ως προσωπικό βίωμα και ως προσωπική αδυναμία του ποιητή, στην πραγματικότητα εκφράζει μια κατάσταση κοινή για πολλούς ανθρώπους.

Για κοίτα πέρα και μακριά τι πανηγύρι
που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!
Στο πανηγύρι το πανεύοσμο απ’ τα σπάρτα
με τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας
να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι,
θησαυριστής να κλείσω μες στην αγκαλιά μου
σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια,
κι όλο το θησαυρό να τόνε σπαταλέψω
στα πόδια της αγάπης μου και της κυράς μου.

Στους πρώτους εννέα στίχους ο ποιητής παρουσιάζει με ιδιαίτερα θελκτικό τρόπο το λιβάδι με τα σπάρτα. Τα κίτρινα λουλούδια, που στο φως του ήλιου μοιάζουν χρυσά, δημιουργούν ένα εξαίσιο πανηγύρι χρωμάτων κι ευωδιάς. Ένα πανηγύρι που ξυπνά στον ποιητή την επιθυμία να βρεθεί κι εκείνος κοντά στα σπάρτα και να μαζέψει στην αγκαλιά του σωρούς απ’ τα όμορφα αυτά λουλούδια. Μάλιστα, τα λουλούδια θέλει να τα απλώσει μπροστά στα πόδια της αγαπημένης του, αποκαλύπτοντας έτσι ένα σημαντικό κίνητρο για την επιθυμία του.
Στα πλαίσια της αλληγορίας το πανέμορφο λιβάδι με τα σπάρτα συμβολίζει το κάλλος και τον ευδαιμονισμό της ζωής. Το πανηγύρι των λουλουδιών, που τόσο θέλει να γευτεί από κοντά ο ποιητής, δεν είναι άλλο από το πανηγύρι της ζωής. Η επιθυμία, δηλαδή, του ποιητή δεν είναι παρά η επιθυμία κάθε ανθρώπου να αφεθεί στο γλυκό κάλεσμα της ζωής και να βιώσει τη χαρά, την ξεγνοιασιά και τις ποικίλες απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ζωή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως απ’ τον πρώτο κιόλας στίχο ο ποιητής δηλώνει πως το πανηγύρι αυτό των όμορφων λουλουδιών γίνεται «πέρα και μακριά» από εκεί που βρίσκεται ο ίδιος. Στοιχείο που υποδηλώνει πως ο ποιητής είναι ήδη εγκλωβισμένος σε μια σειρά υποχρεώσεων που τον κρατούν μακριά από τη γαλήνη και την ανέφελη απόλαυση της ζωής.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Παλαμάς, όντας ένας άνθρωπος των γραμμάτων και της μελέτης, που έχει στερηθεί την επαφή με τη φύση, επιλέγει να παρουσιάσει την ομορφιά της ζωής, μέσα από μια εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος.
Σε μια δεύτερη ανάγνωση πάντως, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε πίσω απ’ το θελκτικό πανηγύρι στο λιβάδι με τα σπάρτα, τις κάθε είδους επιθυμίες κι επιδιώξεις των ανθρώπων. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να περιορίσουμε το συμβολισμό του πανηγυριού σε μερικότερες επιθυμίες των ανθρώπων και όχι απαραίτητα στην ευρύτερη επιθυμία για την πλήρη βίωση της ζωής.
Με το ρήμα «κοίτα», σε β΄ πρόσωπο, ο ποιητής δημιουργεί την αίσθηση πως απευθύνει την πρόσκληση προς κάποιο πρόσωπο -ίσως και στον αναγνώστη-, προσδίδοντας ζωντάνια και παραστατικότητα στο περιεχόμενο του ποιήματος. Ενώ, με τη χρήση των ρημάτων σε α΄ πρόσωπο, προσδίδει στα περιγραφόμενα γεγονότα την αλήθεια ενός προσωπικού βιώματος.

Όμως βαθιά είναι το ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι όπως μιας πρόσχαρης ζωής είκοσι χρόνων
κόβει το λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
έτσι τον άκοπο γοργό μου κόβει δρόμο
ατέλειωτος ανάμεσα ξεφυτρωμένος
ο κακός δρόμος μες στα βάλτα και στα βούρλα.


Με τον αντιθετικό σύνδεσμο «όμως» στον δέκατο στίχο, ο ποιητής παρουσιάζει τις δυσκολίες που συναντά καθώς ξεκινά για να βρεθεί στο λιβάδι με τα σπάρτα. Το λιβάδι βρίσκεται πολύ μακριά κι όπως απροσδόκητα ο χαμός ενός αγαπημένου προσώπου διακόπτει τη χαρά ενός νέου ανθρώπου (τα λευκά ρούχα αντικαθίσταται από σκούρα και πένθιμα), έτσι χωρίς να το περιμένει ο ποιητής βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ έναν δύσβατο, μακρύ δρόμο, γεμάτο βάλτους και αγκαθωτά χόρτα, χάνοντας γρήγορα τον αρχικό του ενθουσιασμό.
Η συσχέτιση της αλληγορικής αυτής εικόνας με την πραγματικότητα είναι εύλογη, μιας και πολύ συχνά οι άνθρωποι διαπιστώνουν πως η επιθυμία τους να χαρούν ανεμπόδιστα την ευτυχία της ζωής, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί. Υπάρχουν συχνά πολλές δυσκολίες και προβλήματα που τους κρατούν δέσμιους σε μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις, απογοητεύσεις και πόνο.
Έτσι, ενώ το λιβάδι με τα σπάρτα αποτελεί ένα γοητευτικό κάλεσμα της φύσης κι ο ποιητής θεωρούσε πως εύκολα θα μπορούσε να φτάσει εκεί, συνειδητοποιεί τελικά πως ο δρόμος που πρέπει να διανύσει είναι ανέλπιστα μεγάλος και δύσκολος.

Τ’ αγκαθερά φυτά ξεσκίζουνε σα νύχια
και σαν τα ξόβεργα το χώμα παγιδεύει
του κάμπου του κακού στα βούρλα και στα βάλτα,
εκεί που στο φλογοβόλο το αψύ του ήλιου
(που δρόσος μιας πνοής; που σκέπασμα ενός δέντρου;)
σαν αστραπή αργυρή χτυπάει τα μάτια η άρμη.


Οι πολλαπλές δυσκολίες που προκύπτουν στους ανθρώπους και τους στερούν τελικά τη δυνατότητα να χαρούν τις απολαύσεις της ζωής δίνονται με εξαιρετικά παραστατικό τρόπο απ’ τον ποιητή, καθώς παρουσιάζει το δύσβατο δρόμο που επιχειρεί να διαβεί.
Τα αγκάθια των φυτών ξεσκίζουν το σώμα του σα νύχια και το χώμα τον παγιδεύει σαν ξόβεργα (παγίδα που φτιάχνεται για την παγίδευση μικρών πουλιών, βάζοντας κολλώδη ουσία πάνω σε μια βέργα). Ο δρόμος που προσπαθεί να περάσει ο ποιητής είναι βαλτώδης, με βούρλα ολόγυρα (φυτά που μεγαλώνουν κοντά σε ποτάμια ή και βάλτους).
Παράλληλα, ο ήλιος, που δεν εμποδίζεται από κάποιο ψηλό δέντρο, φλέγει τον τόπο και βασανίζει τον ποιητή, που νιώθει στα μάτια του την αλμυρή αίσθηση του ιδρώτα. Ο ποιητής καθώς περπατά κάτω απ’ το αδιάκοπο και καυτό χτύπημα του ήλιου, σκέφτεται πως δεν υπάρχει ούτε ένα ελάχιστο αεράκι, για να τον δροσίσει, αλλά ούτε κι η σκιά ενός δέντρου, για να γλιτώσει απ’ τις ακτίνες του ήλιου. Οι αντίστοιχες ερωτήσεις που τίθενται στην παρένθεση, αποτυπώνουν ουσιαστικά τις σκέψεις του ποιητή και προσδίδουν στο ποίημα μια πιο εσωτερική διάσταση, δημιουργώντας την αίσθηση πως συντίθεται συγχρονικά με τη βίωση των δυσκολιών που καταγράφει.
....................................
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Κασσιανή η Υμνογράφος - «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...»

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου: 
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.
Μεταγραφή του Κωστή Παλαμά
Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου.
Μα Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά,
μέσ’ στην καρδιά μου!

Κύριε, προτού σε κρύψ’ η εντάφια γη
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα
κι απ’ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή
σου φέρνω μύρα.

Οίστρος με σέρνει ακολασίας ... Νυχτιά
σκοτάδι, αφέγγαρο, ανάστερο με ζώνει,
το σκοτάδι της αμαρτίας, φωτιά
με καίει, με λιώνει.

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα Έρωτά μου,
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά
τα δάκρυά μου.

Γείρε σ’ εμέ. Η ψυχή μου πως πονεί!
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί
και σάρκα επήραν.

Στ’ άχραντά Σου πόδια, βασιλιά
μου Εσύ, θα πέσω και θα στα φιλήσω
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά
θα στα σφουγγίσω.

Τ’ άκουσεν η Εύα μέσ’ στο αποσπερνό
της παράδεισος φως ν’ αντιχτυπάνε,
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε ... Πονώ,
σώσε, έλεος κάνε.

Ψυχοσώστ’ οι αμαρτίες μου λαός
τ’ αξεδιάλυτα ποιός θα ξεδιαλύσει;
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός!
Άβυσσο η κρίση.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Κωστής Παλαμάς - Το Τραγούδι των προσφύγων

Αφιερωμένο στον κ. Σίμο Μενάρδο

...Για την καινούργια γέννα
όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθη
κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.


Μα πως τα μάγια λύθηκαν! Πως έκαμε η κατάρα
την όψη σου όψη κλαίουσας γυρτής προς μνήμα ιτιάς!
καμιά κορδή σου ας μη σου μείνη ασύντριφτη, κιθάρα
της δάφνης και της λεβεντιάς! 

Όχι, Μακριά κι η απελπισία, μακριά και οργή και θρήνος!
Στο μαύρο απάνου Γολγοθά των εθνικών καημών,
θείε Άγγελε του τραγουδιού βοήθα ν’ ανθίση 
ο κρίνος των Ευαγγελισμών!. 
Νεκροί, σπαρμένοι στις πεδιάδες και στα περιβόλια
και στα ερμοτόπια και στα βράχια της Ανατολής,
τα που σας ρίξανε σπαθιά, που σας φάγανε βόλια,
βαθιά στα σπλάχνα της Φυλής. 

Ας ριζωθούν, α! να στοιχειώσουν ύστερα, μυστήρια,
και βούκεντρα πάντα για νέα οργώματα, να γενούν, 

αίματα, νεύρα και θύμα και χέρια εκδικητήρια.

Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν! 

Κ’ εσείς! Χαρά και η φτώχια σας, του όλβου κι εσείς καμάρια,
ικέτες τώρα απλώνοντας το δίσκο του χεριού,
της αργατιάς της αρχοντιάς δαρμένο, απομεινάρια 
της φλόγας και του μαχαιριού, τα κλαίτε εσείς τα πάντα σας, 
σπίτια, αγαθά, θεία δώρα,
παρατημένα, αφανισμένα, πλάσματα: πουλιά,
όπου όργωνε ο έρωτας, θερίζει ο χάρος τώρα,
πάει κι η πατρίδα κι η φωλιά. 

Στάχια όπου χρύσωναν τη γη μαυρολογών κοράκου
Τα δάκρυα καταπίνονται, ζητάτε (όϊ με η στιγμή
που σας τρυπάει τα σωθικά σαράκι και φαρμάκι!) 

γωνιά ζητάτε και ψωμί. 
Κι ό,τι θα αισθάνεστε πως είναι απάνου απ’ όλα τ’ άλλα 
και πως αξίζει θησαυρούς, της ξεκληριάς παιδιά
κι ό,τι ζητάτε ανείπωτο, το ξέρω είναι μια στάλα αγάπη και καλή καρδιά.
Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι. Κι’ οι αλύτρωτοι εδώ πέρα.
δώστε να ιδούν του λυτρωμού μια χάρη, όσο φτωχή.
Η Ελλάδα μια, ακομάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα,
μια των Ελλήνων η ψυχή!
Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτι
τα’ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό,
του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητη
στον ένα αόρατο Θεό. 

Τέτοια η πατρίδα. Θεός κι αυτή. Απάνου από τα σπίτια,
απάνου από τα χώματα κι από τ’ αμπελοφύτια,
μια ειν’ η πατρίδα, και παντού. 

Μια ειν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο
της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή,
χωρίς καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο,
κι η προσταγή της: Αδελφοί! 

Και το που δέρνει ανάθεμα και ο που δέρνεται θρήνος
μακριά! Στο μαύρο Γολγοθά των ξεθεμελιωμών,
βοήθα, Άγγελε του Τραγουδιού, ν’ ανθίση ο άσπρος κρίνος
των Ευαγγελισμών. 


3 του Νοέμβρη 1922

Αυτό είναι το «Τραγούδι των προσφύγων»

Ο Παλαμάς, με ημερομηνία 3/11/1922 το έγραψε και στις 8/12/22 το απήγγειλε η Κούλα Ζερβού Αγκωνάκη σε μια προεσπερίδα που οργάνωσε η ίδια για τους πρόσφυγες, μαζί με τον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός».

Ο Παλαμάς ένιωσε τον σφυγμό των ξεριζωμένων Ελλήνων αλυτρώτων, που λαβωμένοι με χαίνουσες ακόμη πληγές από το μαρτυρικό χαμό τόσων δικών τους, να σέρνονται ξεβράσματα μιας φουρτούνας αδοκίμαστης στην μακραίωνη ιστορία του γένους μας, ριγμένοι στις ακρογιαλιές της ελεύθερης πατρίδας μας.

Πρόσφυγες διωγμένοι από την πατρώα γη τους γέμιζαν με πόνο και τα κουρέλια τους τα λιμάνια, τους δρόμους, τις πλατείες των Ελληνικών πόλεων, σαστισμένοι στο κακό που τους βρήκε, αλλά και στις συνέπειες για όλους τους Έλληνες γενικά. Το ποίημα αυτό ο Παλαμάς το ενσωμάτωσε στη συλλογή του «Πεντασύλλαβοι και Παθητικά Κρυφομιλήματα», μια σειρά δηλαδή με τίτλο «Επικοί καιροί».
Έγραψε στο ίδιο πνεύμα και τους «Λύκους», κι αυτό Τυρταιϊκού τύπου τραγούδι, κραυγή πόνου και οργής. Δημοσιεύθηκε στη «Μούσα» τον Οκτώβριο του 1922 και το έγραψε κατά τις ημερομηνίες 27/8 – 2/9 και 7/9 του 1922. Το «Τραγούδι των Προσφύγων», είναι ταυτόχρονα και μια αισιόδοξη λυτρωτική λύση στο δράμα της εθνικής ψυχής γενικά. Αμφότερα αυτά τα ποιήματα του Παλαμά είναι μια νέα παραλλαγή της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, με τον Ανταίο που αποκτούσε δύναμη ξαναπατώντας στη μάνα γη ή του φοίνικα που ορμούσε σε νέες πτήσεις μέσα απ’ τα αποκαΐδια.
Ο Παλαμάς γαληνεύει και ενθαρρύνει για γέννηση ελπίδας και νέα ριζώματα, νέα δημιουργία, σπόρο εθνικού ξαναγεννημού. Πράγματι η προφητεία του επαληθεύτηκε, η συμβολή των προσφύγων στην οργάνωση της νέας Ελληνικής ζωής, ήταν άνθισμα στον εθνικό μας βίο προς τα εμπρός. 

Πέραν της αισθητικής τους αρτιότητας, τα δυο ποιήματα των «Επικών καιρών, και της απόλυτα αριστοτεχνικής επεξεργασίας του θέματος, η αρμονία κι η μουσικότητα ανώτερης ομορφιάς. Και σε άλλα ποιήματά του ο Παλαμάς αναφέρεται στο μικρασιατικό δράμα του 1922.

Μιχάλης Μιχαηλίδης


 http://mikrasiatis.gr

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Κωστής Παλαμάς - Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (Προφητικός)



















Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι.
Θα ‘ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.


Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές·
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές·
θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
.................................
Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!

Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα, -
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

-----------------------

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ είναι ένα συνθετικό ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1907. Σ’ αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δε σταματάει πουθενά, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά.
Ο Προφητικός είναι ο όγδοος από τους δώδεκα λόγους και ο πιο παλιός. Γράφτηκε το 1899, δηλαδή την επαύριο της εθνικής ταπείνωσης του '97 . Σ’ αυτόν ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, εκφράζει τη συνείδηση του έθνους του. Το σκηνικό τοποθετείται στο Βυζάντιο και τα γεγονότα μετατρέπονται σε προφητείες. Βλέπουμε στην Πόλη το βασιλιά να διασκεδάζει, να παίρνει μέρος σε αγώνες σαν άλλος Νέρωνας και να αποθεώνεται από τους κόλακες και τους αυλόδουλους. 

Ο Τούρκος πλησιάζει, αλλά όλοι μένουν αδιάφοροι, παραδομένοι στη διαφθορά. Κανένας δεν ακούει τη φωνή των ακριτών. Ο ποιητής-προφήτης τα βλέπει όλ’ αυτά, αγανακτεί και προλέγει το χαμό της πολιτείας. 
Ο πόνος του για τον ξεπεσμό και το κατάντημα που βλέπει, φτάνει ως τα όρια της απελπισίας και από κει αναδύεται ένα όραμα ελπίδας και αισιόδοξο μήνυμα εθνικής αναγέννησης.

περισσότερα εδώ
και εδώ

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Κωστής Παλαμάς - Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου

 
Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.

Καλῶς τα τὰ χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.

Καλῶς τα τὰ σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Kostis Palamas — Ergography | Κωστής Παλαμάς — Εργογραφία

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και ήταν κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με τον Νίκο Καμπά και τον Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής.

Τα Τετράδια της Αμπάς