Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Κατεβαίνουν άραγε οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι στη γη;
Ανοίγουν τα φτερά τους πάνω από τις δικές μας ομαλές και… ανώμαλες
προσγειώσεις;
Και εισχωρούν άραγε στην καθημερινή πεζότητά μας με την ίδια ευκολία που
κάθονται σαν λευκές πεταλούδες πάνω στους στίχους μας; Των Αρχαγγέλων σήμερα και η σκέψη μας σηκώνεται πιο ψηλά, ν' ανταμώσει τα
ουράνια δώματα και τα μυστήριά του.
Κι εκεί ν’ απαντήσει και στίχους με λευκά φτερά κι ακόμα πιο λευκές,
αλέκιαστες ψυχές.
Επειδή και η ανάσα μας καμιά φορά μπορεί να λεκιάσει το
αόρατο
(αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι Και κανείς μας
δεν τους ακούει Αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι Και κανείς
μας δεν τους άκουσε)
γι' αυτό κι οι αυτοκράτορες διακονούσαν στις
ερήμους και χτυπούσαν θλιβερά τα σήμαντρα στα μοναστήρια
και
τα βγαλμένα μάτια τους είναι ακόμη τ’ άστρα και της δικής μας της
ζωής της σκοτωμένης.
σημειώνει χαρακτηριστικά ο στιχουργός Μάνος Ελευθερίου.
Κι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ψάχνοντας την κατάλληλη γλώσσα για να
επικοινωνήσει με τον θαυμαστό αγγελικό κόσμο, γράφει:
Ο Ρίλκε, από την άλλη, υποδεικνύοντας στους στίχους του την έγνοια
των αγγέλων για τον κόσμο των ανθρώπων, γράφει στο ποίημά του.
«Ο άγγελός μου»
Δεν έχει πια άλλες υποχρεώσεις ο Άγγελος
μου αφότου η μέρα μου η αυστηρή τον έχει διώξει. Λαχταρώντας, το
πρόσωπό του συχνά χαμηλώνει πάνω απ’ την γη, κι αγαπητός δεν του
είναι πια ο ουρανός.
Και θα ήθελε να φέρει πάλι, πάνωθε απ των δασών τις θροΐζουσες
κορφές, στην πατρίδα των Χερουβίμ, την προσευχή μου.
Εκεί πέρα κουβάλησε το κλαψιμό μου το πρώτο-πρώτο, και τον
πρώτο στοχασμό μου, κ’ οι μικροί πόνοι μου μεγάλωσαν εκεί μες σε
δάση που, πάνωθέ του, μουρμουρίζουν.
Ο ποιητής της οδύνης όπως
έχει χαρακτηριστεί, Μίλτος Σαχτούρης, στο ποίημά του «‘Αγγελος»,
σημειώνει πολύ παραστατικά:
Φοβόντουσαν, δεν τον εθέλαν αυτό
τον ουρανό —Μαύρος που είναι –λέγαν–σαν καυτό μπαμπάκι σκάβανε
τα μωρά τους βιαστικοί άλλοι φωνάζαν: —Γράμμα! άλλοι: —Τηλεγράφημα! κι
άλλοι φωνάζαν: — Αλεξάντρα όμως όλοι κοιτούσαντο φεγγάράκι
έλεγαν: —Ίσως κατέβει σήμερα
ο Άγγελος βαθιά με τα μακριά μακριά μαλλιά και τα πνιγμένα
δόντια»
Είναι επίσης γνωστός ο κυρίαρχος ρόλος των αγγέλων στο
ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη:
«Κω, Λέρος Σύμη, Αστροπαλιά,
Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο…
Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του,
άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης
του Μυστικού που ξεχύνεται χρυσέαις Νιφάδεσσι.
Κεντρική μορφή ο άγγελος που μεριμνά και σκέπει:
Άγγελε συ που
κάπου εδώ γύρω πετάς,
πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι.
Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι.
Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω.
Ο. Ελύτης, Villa NatachaIII
Συχνά στην ποίηση του
Ελύτη ο άγγελος ταυτίζεται με τη γυναίκα:
Τη χαρά δεν τη
γνωρίζω και τη λύπη την πατώ Σαν τον άγγελο γυρίζω πάνω απ’ τον
γκρεμό.
(Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης από τη Μαρία Νεφέλη)
Eίναι,
όμως, και οι «Ξυπόλυτοι ΄Αγγελοι» του Γιάννη Ρίτσου, ποίημα που
γράφτηκε τον Οκτώβρη του 1940 για τους Έλληνες στρατιώτες, που στα μάτια
του ποιητή, λαμβάνουν αγγελική υπόσταση μέσα στις κακουχίες του
πολέμου.
Ο κόσμος μετριέται με καρδιά. Με στη φωτιά γυμνάζουνται τα χρόνια
μας. Με φωτιά ράβουν τις σημαίες λουρίδα τη λουρίδα κόκκινα και
μαλαματένια κομμάτια φωτιά.
Μια φούχτα ανθρώποι, μια φούχτα
ξυπόλυτοι άγγελοι, με δυο φούχτες ήλιο στην κάθε τσέπη τους με
21 μοναχά φυσίγγια στο ταγάρι τους μ' ένα σκισμένο πουκάμισο
ουρανό τραβούσαν δώδεκα χιλιόμετρα δόξας σε κάθε δευτερόλεπτο και
δεν ξεπέζευαν ποτές απ' την ψυχή τους. ....... Οι άλλοι
φωνάζανε: Πού πάτε; Βουίζαν οι άνεμοι στη νύχτα.
Πού θα πάμε; Οι δρόμοι είναι γιομάτοι λάσπες. Πέτρες κοφτές και
πυρωμένα βόλια. Κάντε πίσω. Στις πόρτες το πράσινο φαναράκι στ'
αγρυπνισμένα μάτια ο ίσκιος μα στις καρδιές βαθιά εκεί μέσα γαντζωμένο
καλά το κόκκινο άστρο. Και φεύγαν μες στις νύχτες οι ξυπόλυτοι
άγγελοι.
Άγγελοι, όντα άυλα και πνευματικά, αλλά και άγγελοι με
ανθρώπινη μορφή, που η ζωή τούς καλεί να υψωθούν πάνω από τα επίγεια,
σμίγουν στους στίχους των ποιητών μας, αποδίδοντας τη στενή σχέση ανάμεσα
στα εγκόσμια και υπερκόσμια. ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ, Επιθεωρήτρια Δημοτική
Εδώ είναι ένα φως αδελφικό, απλά τα χέρια και τα μάτια. Εδώ δεν
είναι να 'μαι εγώ πάνω από σένα, ή εσύ πάνω από μένα. Εδώ είναι να
'ναι ο καθένας μας πάνω από τον εαυτό του.
Εδώ είναι ένα φως αδελφικό, που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα στον
μεγάλο τοίχο. Αυτό το ποτάμι το ακούμε ως και μέσα στον ύπνο
μας. Κι όταν κοιμόμαστε, το 'να μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ'
την κουβέρτα, βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.
Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας. Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.
Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα, μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.
Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.
Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα, κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.
Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με, φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση, υπάρχουμε, μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της θερινής νύχτας, τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα, οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές, τα κορίτσια ξύπνια, η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της, το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.
Ο μικρός ακούρευτος βοσκός ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων, τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού, το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του, τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε, έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο και ξάπλωσε μόνος, σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του, (μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας), κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα – Άγνωστη γνώση γνώση του σώματος, άγνωστο σώμα.
Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι, το χέρι του δεν μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του είναι αδιάβροχο στη νύχτα
Από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής «Τα αρνητικά της σιωπής», που ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε στο Καρλόβασι, που από το 1954 –όταν παντρεύτηκε τη Σαμιώτισσα Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου– έως τον θάνατό του, πέρασε τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του.
Όταν θα φύγει (γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι» σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.
Καρλόβασι, 17.VII. 87
Ανάλυση Ο τίτλος του ποιήματος αποκαλύπτει την ιδιότητα του προσώπου για το οποίο γίνεται λόγος στο ποίημα∙ του προσώπου που κατορθώνει να έρχεται σε συνεχή επαφή με το σκοτάδι, χωρίς ποτέ να επηρεάζεται από αυτό∙ του προσώπου που ακόμη και μετά το θάνατό του θα είναι σε θέση να στηρίζει με θέρμη τους συνανθρώπους του στον δύσκολο αγώνα της ζωής.
«Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι, το χέρι του δεν μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του είναι αδιάβροχο στη νύχτα.»
Μια πρώτη βασική προσφορά του ποιητή είναι το γεγονός ότι κατορθώνει να διατηρεί την αισιοδοξία, την πίστη και την ελπίδα του, έστω κι αν έρχεται διαρκώς σ’ επαφή με τις πλέον επώδυνες και σκοτεινές πτυχές της ζωής.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι «βρέχει» συνεχώς το χέρι του στο σκοτάδι του ανθρώπινου βίου, αυτό δεν μαυρίζει ποτέ∙ αυτό διατηρεί τη φωτεινότητά του, την οποία και κατορθώνει να περνά στους στίχους του.
Σε μια ζωή γεμάτη αντιξοότητες και προβλήματα, το χέρι του ποιητή, το χέρι με το οποίο συνθέτει το έργο του, παραμένει «αδιάβροχο στη νύχτα», παραμένει επίμονα ανεπηρέαστο από τις δυσκολίες, και συνεχίζει να μεταδίδει φως και αισιοδοξία στους στίχους που γράφει. «Όταν θα φύγει (γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι» σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.»
Χάρη στην ικανότητά του να παραμένει αλώβητος από την επαφή του με τις δυσκολίες της ζωής και το σκοτάδι, ο ποιητής θα αφήσει πίσω του ως συνεχιστή της προσωπικής του προσπάθειας το έργο του, το οποίο θα αποτελεί μια διαρκή κατάφαση σε όλα εκείνα τα ιδανικά που συνεχώς διαψεύδονται.
Το έργο του θα μοιάζει με ένα γλυκύτατο χαμόγελο που θα λέει με επιμονή «ναι» σε όλες τις ελπίδες των ανθρώπων, έστω κι αν αυτές μοιάζουν ανέφικτες ή μάταιες. Το έργο του ποιητή θα μείνει εδώ για να διατηρεί ζωντανή την ελπίδα στους ανθρώπους, καθώς όσο κι αν μοιάζουν δυσεπίτευκτα τα ιδανικά του ανθρωπισμού και της δικαιοσύνης, οι άνθρωποι δεν πρέπει στιγμή να σταματούν τον αγώνα τους γι’ αυτά.
Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο ποιητής αντιστάθηκε σε όλη του τη ζωή στο σκοτάδι και στις αντιξοότητες και δεν τους επέτρεψε να στερήσουν το φως και την αισιοδοξία από το έργο του, έτσι κι οι άλλοι άνθρωποι θα πρέπει να διατηρούν μέσα τους την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου, έστω κι αν ό,τι αντικρίζουν γύρω τους είναι η αδικία και η εκμετάλλευση.
Μόνο, άλλωστε, αν συνεχίσουν να παλεύουν αδιάκοπα για τα ιδανικά τους θα υπάρξει κάποτε η δυνατότητα να γίνουν αυτά πραγματικότητα και να αναμορφώσουν πλήρως τον κόσμο.
Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας – άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια, μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους. Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει. Ένα πουλί ξύπνησε. Το ποτάμι κυλούσε.
Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.
Ο «Επιτάφιος», μια σύνθεση από 20 τραγούδια (ποιήματα), από 8 ομοιοκατάληκτα δίστιχα το καθένα και 9 δίστιχα, τα δύο τελευταία, από πολλούς θεωρήθηκε συνέχεια του δημοτικού μας τραγουδιού και του ρεμπέτικου.
Σε πρώτο πλάνο ο ανθρώπινος πόνος, η πανανθρώπινη Μάνα, η χήρα και φτωχιά που θρηνεί τον μονάκριβό της και μαζί της και ο ποιητής συμπάσχει, διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη επέμβαση στη ζωή των απλών, απροστάτευτων ανθρώπων.
Τι όμορφο που είναι να ζεις να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο τη
ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς τι όμορφο που είναι να ζεις σαν
παιδί να απορείς και να ζεις.
Κι όμως είναι ν’ απορείς πώς αυτό το ωραίο τραγούδι πώς αυτή η
ζωή η γεμάτη χαρά έχει γίνει σκληρή, έχει γίνει φτηνή και τόσο
πικραμένη που είναι πονεμένη.
Τι όμορφο που είναι να ζεις να
σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη τη ζωή να την κάνεις τραγούδι
αγάπης τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί να απορείς και να
ζεις!
Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια, σωπαίνει, ακούει, κι
όσα του λες τα δένει κομπολόγια. Και κάποιο βράδυ – πες σαν χτες –
υψώνει το κεφάλι κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του
πάλι.
Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα κι από τη λάσπη
ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα. Και τούτο το περήφανο, τ’ άμετρο
ψυχομέτρι, μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι. Κι
από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα και μπαίνουν πάλι
στη σειρά με σιδερένιο γόνα. Και φέγγουνε τα μάτια τους σ’ όλο το
μέγα βάθος σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ’ Άγιο Πάθος. Νάτος,
περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης και πάει να σπείρει όλη
τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης. Κι ως πάνω τους η Λευτεριά
πάλλοντας ανατέλλει φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν
καρβέλι.
Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα
λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο κ’ ή επαρχία
ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυκτική διαφάνεια
Το σπίτι του συμβολαιογράφου με τα μεγάλα του παράθυρα τα καθαρά του
τζάμια, όλο ανοιγμένο προς τα έξω, μην έχοντας να κρατήσει τίποτα δικό
του, ολόκληρο κερδισμένο απ’ το χειμώνα, με τα ντουλάπια του, τις
κρεμάστρες του, την κουζίνα του, με το μεγάλο μπρούντζινο μαγκάλι της
τραπεζαρίας — κ’ οι μανταρινόφλουδες να σιγοκαίνε στο μαγκάλι
θυμιατίζοντας παλιές εικόνες, παλιούς καιρούς, πού χάσανε τη δύναμή
τους και το χρώμα τους και λίγο – λίγο χάσανε το νόημά τους κι
αργότερα τον πόνο και το βάρος τους κι αργότερα τη νοσταλγία τους —
Υπήρξαν;
Δεν υπήρξαν; Πότε; Πού; Γιατί; Και τί να τα κρατήσεις; Τι να τα
κάνεις; Τι να τον κάνεις το χρόνο; Να διατηρήσεις τι;
Έγνοιες
για τα χαλιά, για τις κουβέρτες, για τα μάλλινα ρούχα — χρόνια και
χρόνια, κάθε χρόνο, στο έμπα της άνοιξης, να τα μαζεύεις, να τα
τινάζεις, να τα βουρτσίζεις, να τα καταχωνιάζεις στα μπαούλα, στις
ντουλάπες, στρώμα – στρώμα με παλιές εφημερίδες, σα να θάβεις κάτι
αγαπημένο για να το διαφυλάξεις κ’ είναι μια λύπη να το θάβεις — μα τι
να γίνει; Ύστερα είναι το φως της άνοιξης και το πράσινο της
άνοιξης, ύστερα το φως του καλοκαιριού κ’ η θάλασσα του καλοκαιριού, ύστερα
μήτε άνοιξη μήτε καλοκαίρι μήτε πράσινο μήτε θάλασσα,
μονάχα το
φως κ’ οι χειρονομίες του μες στο άπειρο, το κάτασπρο φως που όλα τα
καίει, τα πνίγει, τ’ αφανίζει, παλιά και νέα και αυριανά, βουνά, δέντρα
και μάρμαρα, δόξες κ’ αισθήματα και γεγονότα κι αποφάσεις.
Τότε
και συ ξεχνούσες λύπη, τύψη, σχέδια και μετάνοια- ξανάρχιζες τα ίδια
σφάλματα, τα ίδια φιλιά, την ίδια γύμνια έτσι καλά ντυμένη, ώσπου να
‘ρθουν οι πρώτες υγρασίες, τα πρώτα μεγάλα μετανιωμένα αστέρια, ή
σιωπηλή, όλο θάμβος, λεηλασία του φθινοπώρου.
Κ’ έφτανε αργή κι
αθόρυβη, κι όχι θλιμμένη, ή άλλη μέθη, της περισυλλογής, να
συγκεντρώνεις τα διασκορπισμένα, να εκβιάζεις ένα κέρδος μαγικό απ' τ'
απωλεσμένα — κι όχι να εκβιάζεις μονάχα τους προσφέρονταν διπλά και
τρίδιπλα, κήποι και γέλια κοριτσιών ανάμεσα στις ακακίες πού ήταν
κάποτε εχθρικά ή αδιάφορα ανθισμένες κ’ ήταν πάλι ανθισμένες - ολόκληρες
λευκές στρατιές, σύμμαχες τώρα, στο αραιό σκοτάδι.
Το πράσινο
παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος, περικλεισμένος από ανώφελα
άστρα, μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ’ τα ωχρά χωράφια της
φθινοπωρινής ερήμωσης φτάνοντας ως την πόρτα σου σαν αμαξάκι εξοχικό
μέσα του κάθονταν τώρα δυο, - μπορείς να πεις κ’ ευτυχισμένοι, γιατί
με το να δεις και να παραδεχτείς εκείνα πού δεν είχες και δε θα ‘χεις είναι
σχεδόν σα να τα ‘χεις, -τα ‘χεις σίγουρα. Έτσι λέγαμε, κ’ ίσως με
ειλικρίνεια.
Κρύβουμε το χαμόγελο, όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία
της αγαπημένης μας, όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα
στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν
ουρανό και το ίδιο χαμόγελο. Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό
το χαμόγελο, κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ! Πολύ μακρύς αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας "πέρασε η ώρα" εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχουςτων φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων. Μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ‘σκιζε σίγουρα το χρόνο, σε κάποιους στίχους που ‘μειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε, σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε. Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ, δύσκολος δρόμος. Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου, και μετράς το σφυγμό του, πάνω σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες. Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι. Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος.
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς.
Μήτε πιο ψηλή μήτε πιο κοντή.
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς.
Το περίσσιο είναι ψεύτικο, το λιγοστό είναι ντροπαλό κι εγώ δεν το ‘χω σκοπό να καμαρώσω για τίποτα πιότερο, για τίποτα λιγότερο από άνθρωπος.
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς. Θα βρούμε το τραγούδι μας, καλά πάμε, θα βρούμε το τραγούδι μας.
Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς.
μπορεί να 'ναι κι από αίμα. Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα, μπορεί να 'ναι κι απ' το λιόγερμα,
που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν και ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα, είναι οι φωνές των παιδιών, και το σφύριγμα του τρένου.
Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα, και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα, για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.
Κείνες τις ώρες, σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου, γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα, το τσιγάρο κομμένο στη μέση, γυρίζει από στόμα σε στόμα, όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος, βρίσκουμε τη φλέβα που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, χαμογελάμε.
Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι. Τα σκόρπια σπίτια
κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο κάτω απ’ το λόφο. Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε, είναι
η μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα. Από κει κατεβαίνει η δροσιά προς τους
ευκάλυπτους, κ’ ένα άρωμα από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο
δρόμο.
Άξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα στ’ άσπρα
σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου – μου πιάνει ένα δικό μου χώρο
στο μικρό σου δάχτυλο.
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια. Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων, Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα, Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πώς μεγαλώνει το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία, αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι- ποιος θα πει: περιμένω απ’ το μέσα μαύρο; Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί, και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ’ τα καπνισμένα αγάλματα κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους. Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση – μια φούχτα άνθρωποι
ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο, κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά
πλατάνια,
μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους και δίπλα
τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους να φέγγει απ’ το βαθύ
καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.
Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό,
στο μυστικό δαφνώνα, να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το
Εικοσιένα, όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι, η
Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια, μ’ ένα σταμνί στην
κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι, κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο
κεραμίδι δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι, η φλόγα
της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης – κι ακέρια η γης
εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.
Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης ακουμπώντας το κεφάλι στην
καρδιά της. Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την
καρδιά μας.
Spring time by Pol Ledent
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα. Μια στιγμή να νιφτούμε και φτάσαμε. […]