Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Tων Αγγέλων και Αρχαγγέλων οι στίχοι

Κατεβαίνουν άραγε οι άγγελοι κι οι αρχάγγελοι στη γη; Ανοίγουν τα φτερά τους πάνω από τις δικές μας ομαλές και… ανώμαλες προσγειώσεις;
Και εισχωρούν άραγε στην καθημερινή πεζότητά μας με την ίδια ευκολία που κάθονται σαν λευκές πεταλούδες πάνω στους στίχους μας;
Των Αρχαγγέλων σήμερα και η σκέψη μας σηκώνεται πιο ψηλά, ν' ανταμώσει τα ουράνια δώματα και τα μυστήριά του.
Κι εκεί ν’ απαντήσει και στίχους με λευκά φτερά κι ακόμα πιο λευκές, αλέκιαστες ψυχές.
Επειδή
και η ανάσα μας καμιά φορά
μπορεί να λεκιάσει το αόρατο

(αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι
Και κανείς μας δεν τους ακούει
Αχ τι κρυφά που τα λένε οι άγγελοι
Και κανείς μας δεν τους άκουσε)

γι' αυτό κι οι αυτοκράτορες διακονούσαν
στις ερήμους
και χτυπούσαν θλιβερά τα σήμαντρα
στα μοναστήρια

και τα βγαλμένα μάτια τους είναι ακόμη τ’ άστρα
και της δικής μας της ζωής της σκοτωμένης.

σημειώνει χαρακτηριστικά ο στιχουργός Μάνος Ελευθερίου.

Κι ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ψάχνοντας την κατάλληλη γλώσσα για να επικοινωνήσει με τον θαυμαστό αγγελικό κόσμο, γράφει:

Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξὺ τους μὲ μουσική.

Ο Ρίλκε, από την άλλη, υποδεικνύοντας στους στίχους του την έγνοια των αγγέλων για τον κόσμο των ανθρώπων, γράφει στο ποίημά του.

«Ο άγγελός μου»

Δεν έχει πια άλλες υποχρεώσεις ο Άγγελος μου
αφότου η μέρα μου η αυστηρή τον έχει διώξει.
Λαχταρώντας, το πρόσωπό του συχνά χαμηλώνει
πάνω απ’ την γη, κι αγαπητός δεν του είναι πια ο ουρανός.

Και θα ήθελε να φέρει πάλι,
πάνωθε απ των δασών τις θροΐζουσες κορφές,
στην πατρίδα των Χερουβίμ, την προσευχή μου.

Εκεί πέρα κουβάλησε το κλαψιμό μου το πρώτο-πρώτο,
και τον πρώτο στοχασμό μου,
κ’ οι μικροί πόνοι μου μεγάλωσαν εκεί
μες σε δάση που, πάνωθέ του, μουρμουρίζουν.

Ο ποιητής της οδύνης όπως έχει χαρακτηριστεί, Μίλτος Σαχτούρης, στο ποίημά του «‘Αγγελος», σημειώνει πολύ παραστατικά:

Φοβόντουσαν, δεν τον εθέλαν αυτό τον ουρανό
—Μαύρος που είναι –λέγαν–σαν καυτό μπαμπάκι
σκάβανε τα μωρά τους βιαστικοί
άλλοι φωνάζαν:
—Γράμμα!
άλλοι:
—Τηλεγράφημα!
κι άλλοι φωνάζαν:
— Αλεξάντρα
όμως όλοι κοιτούσαντο φεγγάράκι έλεγαν:
—Ίσως κατέβει σήμερα
ο Άγγελος βαθιά με τα μακριά μακριά μαλλιά
και τα πνιγμένα δόντια»

Είναι επίσης γνωστός ο κυρίαρχος ρόλος των αγγέλων στο ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη:
«Κω, Λέρος Σύμη, Αστροπαλιά,
Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο…
Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του,
άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης
του Μυστικού που ξεχύνεται χρυσέαις Νιφάδεσσι.

Κεντρική μορφή ο άγγελος που μεριμνά και σκέπει:

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς,
πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι.
Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι.
Κι είναι ανάγκη να μείνω απ’ τους απέξω.

Ο. Ελύτης, Villa NatachaIII

Συχνά στην ποίηση του Ελύτη ο άγγελος ταυτίζεται με τη γυναίκα:

Τη χαρά δεν τη γνωρίζω και τη λύπη την πατώ
Σαν τον άγγελο γυρίζω πάνω απ’ τον γκρεμό.

(Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης από τη Μαρία Νεφέλη)

Eίναι, όμως, και οι «Ξυπόλυτοι ΄Αγγελοι» του Γιάννη Ρίτσου, ποίημα που γράφτηκε τον Οκτώβρη του 1940 για τους Έλληνες στρατιώτες, που στα μάτια του ποιητή, λαμβάνουν αγγελική υπόσταση μέσα στις κακουχίες του πολέμου.

Ο κόσμος μετριέται με καρδιά.
Με στη φωτιά γυμνάζουνται τα χρόνια μας.
Με φωτιά ράβουν τις σημαίες λουρίδα τη λουρίδα
κόκκινα και μαλαματένια κομμάτια φωτιά.

Μια φούχτα ανθρώποι, μια φούχτα ξυπόλυτοι άγγελοι,
με δυο φούχτες ήλιο στην κάθε τσέπη τους
με 21 μοναχά φυσίγγια στο ταγάρι τους
μ' ένα σκισμένο πουκάμισο ουρανό
τραβούσαν δώδεκα χιλιόμετρα δόξας σε κάθε δευτερόλεπτο
και δεν ξεπέζευαν ποτές απ' την ψυχή τους.
.......
Οι άλλοι φωνάζανε: Πού πάτε; Βουίζαν οι άνεμοι στη νύχτα.
Πού θα πάμε;
Οι δρόμοι είναι γιομάτοι λάσπες.
Πέτρες κοφτές και πυρωμένα βόλια. Κάντε πίσω.
Στις πόρτες το πράσινο φαναράκι
στ' αγρυπνισμένα μάτια ο ίσκιος
μα στις καρδιές βαθιά εκεί μέσα
γαντζωμένο καλά το κόκκινο άστρο.
Και φεύγαν μες στις νύχτες οι ξυπόλυτοι άγγελοι.


Άγγελοι, όντα άυλα και πνευματικά, αλλά και άγγελοι με ανθρώπινη μορφή, που η ζωή τούς καλεί να υψωθούν πάνω από τα επίγεια, σμίγουν στους στίχους των ποιητών μας, αποδίδοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στα εγκόσμια και υπερκόσμια.

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ
, Επιθεωρήτρια Δημοτική

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2024

Γιάννης Ρίτσος — Εδώ είναι το φως το αδελφικό (Καπνισμένο τσουκάλι)

Εδώ είναι ένα φως αδελφικό,
απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι να 'μαι εγώ πάνω από σένα,
ή εσύ πάνω από μένα.
Εδώ είναι να 'ναι ο καθένας μας
πάνω από τον εαυτό του.
Εδώ είναι ένα φως αδελφικό,
που τρέχει σαν ποτάμι
δίπλα στον μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε
ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε,
το 'να μας χέρι κρεμασμένο απ' όξω απ' την κουβέρτα,
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2024

Nâzım Hikmet — Τραγούδι / Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.


Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

Ναζίμ Χικμέτ (απόδοση Γιάννη Ρίτσου)

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

Γιάννης Ρίτσος - Υπέροχες νύχτες του Ιουλίου

Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών
και των γρύλων – έλεγε, –
το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς 
αγκυροβολημένο στο
παλιό τζάκι της καλύβας,
η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς –
δε σου ζητούν αποδείξεις,
Wheatfield with Crows, 1890 by Vincent Van Gogh
οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,
υπάρχουμε,
μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της
θερινής νύχτας,
τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,
οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,
τα κορίτσια ξύπνια,
η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,
το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι.

Ο μικρός ακούρευτος βοσκός
ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,
τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,
το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,
τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πώς περίμενε,
έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο
και ξάπλωσε μόνος,
σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,
(μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),
κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα –
Άγνωστη γνώση
γνώση του σώματος,
άγνωστο σώμα.

Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, ΙΙΙ, εκδ. Κέδρος

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Γιάννης Ρίτσος — «Ο ποιητής»

Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι,
το χέρι του δεν μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του
είναι αδιάβροχο στη νύχτα
Από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής «Τα αρνητικά της σιωπής», που ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε στο Καρλόβασι, που από το 1954 –όταν παντρεύτηκε τη Σαμιώτισσα Γαρυφαλιώ Γεωργιάδου– έως τον θάνατό του, πέρασε τις πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του.
Yiannis Ritsos by Sofie
Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει
ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι»
σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.

Καρλόβασι, 17.VII. 87

Ανάλυση
Ο τίτλος του ποιήματος αποκαλύπτει την ιδιότητα του προσώπου για το οποίο γίνεται λόγος στο ποίημα∙ του προσώπου που κατορθώνει να έρχεται σε συνεχή επαφή με το σκοτάδι, χωρίς ποτέ να επηρεάζεται από αυτό∙ του προσώπου που ακόμη και μετά το θάνατό του θα είναι σε θέση να στηρίζει με θέρμη τους συνανθρώπους του στον δύσκολο αγώνα της ζωής.

«Όσο κι αν βρέχει το χέρι του μες στο σκοτάδι,
το χέρι του δεν μαυρίζει ποτέ. Το χέρι του
είναι αδιάβροχο στη νύχτα.»


Μια πρώτη βασική προσφορά του ποιητή είναι το γεγονός ότι κατορθώνει να διατηρεί την αισιοδοξία, την πίστη και την ελπίδα του, έστω κι αν έρχεται διαρκώς σ’ επαφή με τις πλέον επώδυνες και σκοτεινές πτυχές της ζωής. 
Έτσι, παρά το γεγονός ότι «βρέχει» συνεχώς το χέρι του στο σκοτάδι του ανθρώπινου βίου, αυτό δεν μαυρίζει ποτέ∙ αυτό διατηρεί τη φωτεινότητά του, την οποία και κατορθώνει να περνά στους στίχους του. 
Σε μια ζωή γεμάτη αντιξοότητες και προβλήματα, το χέρι του ποιητή, το χέρι με το οποίο συνθέτει το έργο του, παραμένει «αδιάβροχο στη νύχτα», παραμένει επίμονα ανεπηρέαστο από τις δυσκολίες, και συνεχίζει να μεταδίδει φως και αισιοδοξία στους στίχους που γράφει.

«Όταν θα φύγει
(γιατί όλοι φεύγουμε μια μέρα) θαρρώ θα μείνει
ένα γλυκύτατο χαμόγελο στον κόσμο ετούτον
που αδιάκοπα θα λέει «ναι» και πάλι «ναι»
σ’ όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες.»


Χάρη στην ικανότητά του να παραμένει αλώβητος από την επαφή του με τις δυσκολίες της ζωής και το σκοτάδι, ο ποιητής θα αφήσει πίσω του ως συνεχιστή της προσωπικής του προσπάθειας το έργο του, το οποίο θα αποτελεί μια διαρκή κατάφαση σε όλα εκείνα τα ιδανικά που συνεχώς διαψεύδονται. 
Το έργο του θα μοιάζει με ένα γλυκύτατο χαμόγελο που θα λέει με επιμονή «ναι» σε όλες τις ελπίδες των ανθρώπων, έστω κι αν αυτές μοιάζουν ανέφικτες ή μάταιες. Το έργο του ποιητή θα μείνει εδώ για να διατηρεί ζωντανή την ελπίδα στους ανθρώπους, καθώς όσο κι αν μοιάζουν δυσεπίτευκτα τα ιδανικά του ανθρωπισμού και της δικαιοσύνης, οι άνθρωποι δεν πρέπει στιγμή να σταματούν τον αγώνα τους γι’ αυτά.
Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο ποιητής αντιστάθηκε σε όλη του τη ζωή στο σκοτάδι και στις αντιξοότητες και δεν τους επέτρεψε να στερήσουν το φως και την αισιοδοξία από το έργο του, έτσι κι οι άλλοι άνθρωποι θα πρέπει να διατηρούν μέσα τους την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου, έστω κι αν ό,τι αντικρίζουν γύρω τους είναι η αδικία και η εκμετάλλευση. 
Μόνο, άλλωστε, αν συνεχίσουν να παλεύουν αδιάκοπα για τα ιδανικά τους θα υπάρξει κάποτε η δυνατότητα να γίνουν αυτά πραγματικότητα και να αναμορφώσουν πλήρως τον κόσμο.

περισσότερα εδώ: latistor

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

Γιάννης Ρίτσος — «Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας – ... »

Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
Frederic Leighton, Φλεγόμενος Ιούνιος. 1895. Μουσείο Τέχνης του Ponce. Πουέρτο Ρίκο.
Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.

Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Προσχέδια, τ. 3ος, Κέδρος

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Γιάννης Ρίτσος — Ἐπιτάφιος

Θεσσαλονίκη, Μάης του 1936

Ο «Επιτάφιος», μια σύνθεση από 20 τραγούδια (ποιήματα), από 8 ομοιοκατάληκτα δίστιχα το καθένα και 9 δίστιχα, τα δύο τελευταία, από πολλούς θεωρήθηκε συνέχεια του δημοτικού μας τραγουδιού και του ρεμπέτικου. 
Σε πρώτο πλάνο ο ανθρώπινος πόνος, η πανανθρώπινη Μάνα, η χήρα και φτωχιά που θρηνεί τον μονάκριβό της και μαζί της και ο ποιητής συμπάσχει, διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη επέμβαση στη ζωή των απλών, απροστάτευτων ανθρώπων.

– I –
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δέ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τά ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσύ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγε κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

Τώρα δέ μὲ παρηγορᾶς καὶ δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δέ μαντεύεις τὶς πληγές ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσύ ποὺ μοὔφερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δέ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κ’ εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιά ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

– II –
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρά τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιά νερό καὶ φῶς κι ἀνθό κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινό τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποῦ θὰ κρατηθῶ, ποῦ θὰ σταθῶ, ποῦ θἄμπω,
που ἀπόμεινα ξερό δεντρί σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δέ σοὐναι βολετό νἀρθεῖς ξανά σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκά θὰ σὲ κρατήσω.

– III –
Μαλλιά σγουρά ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
– καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμμένο –

Μάτια γλαρά ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μήν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατειά σὰν τὰ στρωτά φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερά σὰν πέρδικες κλειστές στὰ παντελόνια
που οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτό μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

– IV –
Γιέ μου, ποιά Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνό-πουρνό μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακρυά ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνά-πυκνά ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζί κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειά κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλή κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνή ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιά-μιά τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θώρι
κι ἀγάλλομουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρός τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτές μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὤ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

– V –
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
– VI –
Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ' ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ' αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ' ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.

– VII –

Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σὰ χρυσάφι.

Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει

Ὤχ, δὲν ἀκούστηκε ποτές καὶ δέ μπορεῖ νὰ γίνει
νὰ καίγουνται τὰ χείλια μου καὶ νἆμαι μπρός στὴν κρήνη,

Νἆμαι κοντά σου, ἀγόρι μου, καὶ νὰ σὲ κράζω ὠιμένα,
καὶ σύ μήτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φτωχούλα ἐμένα.

Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.

Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου ἀϊτοί, νύχια, φτερά γιὰ νάν τους κυνηγήσω
καὶ τὴν καρδιά τους, μύγδαλο νάν τηνε ροκανίσω.

– VIII –
Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.

Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι,

Νὰ ταΐζω σε στὴ φοῦχτα μου σπυρί-σπυρἰ τὴ ζωή μου
καὶ μὲς στὸν ἴσκιο σου νὰ ζῶ, καμαρωτό δεντρί μου.

Καμμιᾶς κοπέλας θησαυρό δέ στάθηκες νὰ πάρεις –
ἔφευγες πάντα ἐμπρός λαμπρός καὶ πάντα καβαλλάρης.

Κ' εἴταν χαρά σου νὰ σκορπᾷς, καὶ δόξα σου νὰ παίρνουν –
ν' ἀνασηκώνεις ἀπ' τὴ γῆς τὰ ὅσα βογγοῦν καὶ γέρνουν.

Κι ὅλα τὰ πλούτια σου, γλυκέ, στὸν κόσμο ἐχάριζές τα –
κι ὅλα τὰ χάρισες, κ' ἐμέ μ' ἀφῆκες δίχως ζέστα.

Γιέ μου, δέν ξέρω ἂν πρέπει μου νὰ σκύβω, νὰ σπαράζω,
γιά πρέπει μου ὄρθια νὰ σταθῶ, νὰ σέ χιλιοδοξάζω.

Πότε τὶς χάρες σου, μιά-μιά, τὶς παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τὶς δένω μοιρολόι.

– IX –
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα!

Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἄν εἰσουν δίκαιος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορά που ὡρμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Ἐ μ ε ῖ ς ταγίζουμε τὴ ζωή στὸ χέρι περιστέρι,
κ᾿ ἐ μ ε ῖ ς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δέν ἔχουμε στὸ χέρι –

Ἐ μ ε ῖ ς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοί κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιά δέ μοὔμεινε καμμιά χαρά καὶ πίστη –
καὶ τὸ χλωμό καὶ τὸ στερνό καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπά’ σὲ ποιά φωτιά τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

– Χ –
Ὅλα μοῦ τἄδειχνες ἐσύ, παιδί μου κι ἄρχοντά μου,
κι ὡς τἄβλεπες ὅὁα ἔφεγγαν σὰ νἄταν σ’ ὥρα γάμου.

Κι ὅλα κοντά μου τἄφερνες, γνέφια, πουλιά κι ἀστέρια,
ποὔλεγα κ’ ἔτσι νἄκανα θὰ τἄπιανα στὰ χέρια.

Καί, νάσου ἑνα ἀνοιξιάτικο ποὐρχόταν συγνεφάκι
στὰ γόνατά σου νὰ τριφτεῖ σὰν ἄσπρο προβατάκι.

Κ’ ἔτσι στητός μοῦ φαίνοσουν τοῦ κόσμου ὁλου πατέρας
καὶ πάλι τόσο ἀνάλαφρος σά φῶς καὶ σάν ἀγέρας.

Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι,
ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει

Πάνου ἀπ’ τὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, πάνου ἀπ’ τὰ δεντροκήπια
– χτύπος καρδιᾶς στῶν ἀστεριῶν τὰ πρῶτα καρδιοχτύπια –

Κεῖ πάνου που ἀχνοσβήνανε τοῦ σύθαμπου τὰ ρόδα
κι ἀνάμεσά τους βούλιαζε χρυσή τοῦ γήλιου ἡ ρόδα.

Κ’ ἔτσι πάει κ’ ἔλα ἡ ὄψη σου, μιά φῶς μιά σκιά καλέ μου,
μ’ ἴσκιωνε καὶ μὲ φώτιζε σά διάνεμα τοῦ ἀνέμου.

– ΧΙ –
Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα –
μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα.

Καὶ μάθαινα ἀπὸ τὴν ἀρχή πιό ὡραία τὰ μαθημένα
καὶ μέτραγα στὰ δάχτυλα καὶ τἄβρισκα ὅλα ἕνα.

Ἕνα κ’ ἡ γῆς καὶ ὁ οὐρανός, τὸ φῶς, τὸ χρῶμα, ἡ βιόλα
καὶ τοῦτο τὸ ἕνα εἰσουνα ἐσύ καὶ πάλι ἐσύ ‘σουν ὅλα!

Κ’ ἔψαχνα ποῦ τὰ γνώρισα, ποῦ τάιδα, ποῦ καὶ πότες;
κ’ ἔτσι σκυφτή ὁπως τάιζα ἑνα σούρουπο τὶς κόττες,

Ἔνιωθα πάνω μου βαθύς ὁ θόλος ν’ ἀνασαίνει
καὶ τ’ ἄστρα ὡς νὰ μὲ χτένιζαν μὲ σιντεφένιο χτένι...

Καὶ ξάφνου ἀνανοήθηκα τὸ τί ‘ταν ἡ ἀναγάλλια
ποὺ μ’ ἔπαιρνε καὶ μ’ ἔφερνε στὰ οὐράνια ἀγάλια-ἀγάλια.

Κ’ εἶδα τὸ πότε καὶ τὸ ποῦ, τὶς φωτοσκιές τοῦ δάσου:
στὴν πόρτα ἐστέκοσουν ἐσύ καὶ μ’ ἔβλεπε ἡ ματιά σου!

Τώρα τὰ μάτια σου ἔκλεισαν καὶ γώ κλείστηκα ἀπ’ ἔξω
κι οὔτε ἔχω πέτρα νὰ σταθῶ καὶ δρόμο πιὰ νὰ τρέξω.

– ΧΙΙ –
Γιέ μου, ἄν πονᾶς τὴν ὀρφανή ποὺ στέκει ἐξω ἀπ’ τὴ θύρα,
ἄνοιξε τὰ ματάκια σου καὶ μιά στιγμούλα τήρα

Τούτη τὴ γριά τὴν ἄμοιρη, τὴ γριά τὴ διακονιάρα
π’ οὐδε ἄνθρωπος κι οὐδέ θεός τῆς ρίχνει μιά δεκάρα

Καὶ κάθεται καὶ μύρεται στὴ ματωμένη ρούγα
μὲ ξεγδαρμένη τὴν καρδιά, σπασμένη τὴ φτερούγα.

Γιέ μου, ὁλα κάνανε φτερά κι ὅλα μ’ ἀφῆκαν πίσω
δέν ἐχω μάτι γιὰ νὰ ἰδῶ, στόμα γιὰ νὰ μιλήσω,

Μόνο βαθιά κι ἀπόμακρα κάτι σὰ βουή διαβαίνει
κι ἀκούω τὴν ἴδια μου φωνή καὶ φαίνεταί μου ξένη,

Ξένη φωνή, πικρή φωνή – τί λέει καὶ ξαναλέει; –
καὶ κλαίω γιὰ σέ καὶ κλαίω γι’ αὐτή ποὺ τὴν ἀκούω νὰ κλαίει

Καὶ χαίρουμαι νὰν τὴν γροικῶ γιὰ ν’ ἀνεβαίνει νάμα
πιὸ δυνατό ἀπ’τὴ ρίζα μου καὶ πιὸ στριγγό τὸ κλάμα.

Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις
κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.

– ΧΙΙΙ –
Γιέ μου, τὸ στόμα σου καρδιά, τὸ φρύδι χελιδόνι,
τὸ μάτι δρόσο καὶ φωτιά, τανάλια τὸ σαγόνι.

Σάν τὸ λιοντάρι δυνατός, κ’ ἤρεμος σάν πιτσούνι
κ’ ἡ ἀνάσα σου ὡς τ’ ἀποσπερνό του κοπαδιοῦ κουδούνι.

Μα ὡς κάτι νὰ σὲ φώναζε μὲς στὴ χρυσήν ἑσπέρα,
πάντα σου ἀγνάντευες ψηλά καὶ πάντα πάρα πέρα,

Σάν κάποιος φίλος μπιστικός νὰ σφύρε νὰ σ’ ἐκάλει
γιὰ μιὰ κρυφήν ἀντάμωση σ’ ἀνέγνωρο ἀκρογιάλι...

Κ’ ἔστηνα ἡ ἔρημη τ’ αὐτί νὰ ἰδῶ, νὰ καταλάβω
τί σ’ ἤθελαν καὶ τί ’θελες, σὲ ποιόνα ἐστριβες κάβο.

Κ’ ἔψαχνα μὲ τὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ ποῦ πάει ἡ ματιά σου
κι ὡς νἄνιωθες που ἀμίλητη σοῦ ’κραζα «γιέ μου, στάσου!»

Γύρναγες, μ’ ἀχνογέλαγες κ’ ἔλεγες «δῶ εἰμαι μάνα...»
κι ἀκούγονταν ἀπόμακρα τοῦ ἑσπερινοῦ ἡ καμπάνα.

Κ’ ἔπινα μὲ τὸ σάλιο μου μιᾶς τρυφεράδας γέψη
ποὺ εγώ δέ μάντευα καὶ σύ τἄχες ὅλα μαντέψει!

– ΧΙV –

...Ἄχ, γιέ μου, γιέ μου, γιόκα μου, δέ δύναμαι ἄλλο ἡ ἔρμη,
χτυποῦν, χτυποῦν τὰ δόντια μου σά νὰ μὲ πιάνει θέρμη

Καὶ θέλω νὰ κουκουλωθῶ πιὸ πάνου ἀπ’ τὸ κεφάλι
κι οὔτε ἥλιο πιά νὰ ματαιδῶ, καὶ νά, πετιέμαι πάλι

Νὰ πῶ, νὰ πῶ τὶς χάρες σου, νὰν τὶς ξαναστήσω
σὰ νἄταν, γιέ μου, μπορετό νὰ σὲ γυρίσω πίσω.

Γιατι ὅσο ἐδῶ εἰσουν, γιόκα μου, θάμπος βαθύ μ’ ἐκράτει
κ’ ἡ σιγαλιά μὲ κλείδωνε σὲ μαγικό παλάτι.

Καὶ μόνο τὰ δυό μάτια μου σὲ παῖρναν τὸ κατόπι
σὰ δυό πιστά, πικρά σκυλιά ποὺ τἄσκιαξαν οἱ ἀνθρῶποι.

Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσα –
καὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα

Καὶ λέω καὶ λέω, ἀγόρι μου, δίχως νὰ ξαποστάσω,
σά νὰ κρατῶ ἑνα θησαυρό καὶ τρέμω μήν τὸ χάσω,

Καὶ ν’ ἀποθέσω θέλω τον στὰ γόνατα τῆς πλάσης
πιό πλούσια νὰ γενεῖ ἡ ζωή καὶ σύ νὰ μήν περάσεις!

– XV –
Στὸ παραθύρι στέκοσουν κ' οἱ δυνατές σου οἱ πλάτες
φράζαν ἀκέρια τὴν μπασιά, τή θάλασσα, τίς στράτες.

Κι ὁ ἴσκιος σου σάν ἀρχάγγελος πλημμύριζε τὸ σπίτι
καὶ κεῖ στ' αὐτί σου σπίθιζε ἡ γαζία τοῦ ἀποσπερίτη.

Κ' εἴταν τὸ παραθύρι μας ἡ θύρα ὁλου τοῦ κόσμου
κ' ἔβγαζε στόν παράδεισο ποὺ τ' ἄστρα ἀνθίζαν, φῶς μου!

Κι ὡς στέκοσουν καὶ κοίταζες τὸ λιόγερμα ν' ἀνάβει,
σάν τιμονιέρης φάνταζες κ' ἡ κάμαρα καράβι.

Καὶ μές στὸ χλιό καὶ γαλανό το απόβραδο – ἔγια λέσα! –
με ἀρμένιζες στὴ σιγαλιά τοῦ γαλαξία μέσα.

...Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι
καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνω –
κάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω

Τὸ φύκι σπάει κι ὁ ὠκεανός μὲ σέρνει στὰ νερά του
κι οὔδε γνωρίζω τώρα ποιό τὸ πάνου ποιό τὸ κάτου.

– XVI –

Τί ἔκανες, γιέ μου, ἐσὺ κακό; Γιὰ τοὺς δικούς σου κόπους
τὴν πλερωμή σου ζήτησες ἀπ’ ἄδικους ἀνθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίρι,
τὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.

Δέν εἴσουν ζήτουλας ἐσύ νὰ πᾷς παρακαλιῶντας,
μὲ τὴ γερή σου τὴν καρδιά πῆγες ὀρθοπατῶντας

Καὶ χύμηξαν ἀπάνου σου τὰ σμουλωχτά κοράκια
καὶ σοὔπιαν τὸ αἷμα, γιόκα μου, σοῦ κλείσαν τὰ χειλάκια

Τώρα οἱ παλάμες σου οἱ ἀχνές, μονάκριβέ μου κρίνε,
σὰ δυό πουλάκια ἀνήμπορα καὶ λυπημένα μοῦ εἶναι,

Ποὺ τὰ φτερά τους δίπλωσαν καὶ πιά δέ φτερουγᾶνε
καὶ τὰ κρατάω στὰ χέρια μου καὶ δέ μοῦ κελαϊδᾶνε.

Ὤ, γιέ μου, αὐτοί ποὺ σ’ ἔσφαξαν σφαγμένα νὰ τὰ βροῦνε
τὰ τέκνα τους καὶ τοὺς γονιούς καὶ στὸ αἷμα νὰ πνιγοῦνε.

Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψω,
καὶ νὰ χορέψω... Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.

– XVII –
Βασίλεψες, ἀστέρι μου, βασίλεψε ὅλη ἡ πλάση,
κι ὁ ἥλιος, κουβάρι ὁλόμαυρο, τὸ φέγγος του ἔχει μάσει.

Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει
κ' ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει.

Καὶ δές, μ' ἀνασηκώνουνε... χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μά, γιόκα μου, ἀπ' τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω.

Ὅμοια ὡς ἐσένα μοῦ μιλᾶν καὶ μὲ παρηγορᾶνε
καὶ τὴν τραγιάσκα σου ἔχουνε, τὰ ροῦχα σου φορᾶνε.

Τὴν ἄχνα ἀπ' τὴν ἀνάσα σου νοιώθω στὸ μάγουλό μου,
ἄχ, κ' ἕνα φῶς, μεγάλο φῶς, στὸ βάθος πλέει τοῦ δρόμου.

Τὰ μάτια μου σκουπίζει τα μιά φωτεινή παλάμη,
ἄχ, κ’ ἡ λαλιά σου, γιόκα μου, στὸ σπλάχνο μου ἔχει δράμει.

Καὶ νά ποὺ ἀνασηκώθηκα, τὸ πόδι στέκει ἀκόμα –
φῶς ἱλαρό, λεβέντη μου, μ' ἀνέβασε ἀπ' τὸ χῶμα.

Τώρα οἱ σημαῖες σὲ ντύσανε. Παιδί μου, ἐσύ, κοιμήσου,
καὶ γώ τραβάω στ' ἀδέρφια σου καὶ παίρνω τὴ φωνή σου.

– XVIΙI –
Τὰ ποὔλεγες κι οὐτ’ ἤθελα πιστέψω καὶ γροικήσω
κι ἀπόπαιρνά σε, μάτια μου, χωρίς νὰ σὲ γνωρίσω,

Τὰ ποὺ δὲ μοὔπαν οἱ καιροί κι ὄλου τοῦ κόσμου οἱ γλῶσσες,
μοῦ τἄπε μόνο ἡ μιά στιγμή, ξεχωριστή στὶς τόσες.

Ποὖσαι, καλέ μου, νὰ χαρεῖς καὶ νὰ σταθεῖς κοντά μου;
Ἄκου, τὰ λόγια σου λαλῶ καὶ πλάτυνε ἡ καρδιά μου

Κι ὅλο τὸν κόσμο, σὰν κ’ ἐσέ, δύνεται νὰ σφαλίσει
καὶ γέρεψε καὶ δύνεται νὰ πλάσει, νὰ γκρεμίσει.

Δέν εἶναι ξόδι τοῦτο δῶ, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ καὶ γέλιο, ἀγάπη, ὀργή, τὸ κάθε μάτι στάζει.

Γιόκα μου τὸ φρυδάκι σου τί σούφρωσες, γιὰ πέ μου,
μήπως κακοκαρδίστηκες ποὺ φεύγω σου, καλέ μου;

Πουλί μου, χίλιες δυό ζωές μὲ σένανε μὲ δένουν,
κι ὅσοι ἀγαπιοῦνται καὶ νεκροί ποτέ τους δέν πεθαίνουν.

Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω,
γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.

– XIX –
Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα
νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα,

Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ'ὄνειρό σου
νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.

Βροντᾶνε στράτες κι ἀγορές, μπαλκόνια καὶ σοκάκια
καὶ σοῦ μαδᾶνε οἱ κορασιές λουλούδια στὰ μαλάκια.

Γιὰ τὸ αἷμα ποὔβαψε τὴ γῆς ἀντριεύτηκαν τὰ πλήθια,
– δάσα οἱ γροθιές, πέλαα οἱ κραυγές, βουνά οἱ καρδιές, τὰ στήθεια –

Ἔσμιξε ἡ μπλούζα τὸ χακί, φαντάρος τὸν ἐργάτη
κι ἀστράφτουν ὅλοι μιά καρδιά – βουλή, σφυγμός καὶ μάτι.

Ὤ, τί ὄμορφα σάν σμίγουνε, σάν ἀγαπιοῦνται οἱ ἀνθρῶποι,
φεγγοβολᾶνε οἱ οὐρανοί, μοσκοβολᾶνε οἱ τόποι,

Κι ὅπως περνᾶν, λεβέντηδες, γεροί κι ἀδελφωμένοι,
λέω καὶ θὰ καταχτήσουνε τὴ γῆς, τὴν οἰκουμένη.

Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα
– μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –

Ὤ, ποὖσαι, γιόκα μου, νὰ δεῖς, πουλί, ν’ ἀναγαλλιάσεις,
καί, πρὶν κινήσεις μοναχό, τὸν κόσμο ν’ ἀγκαλιάσεις.

– XX –
Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.

Δές, πλάγι μας περνοῦν πολλοί, περνοῦν καβαλλαραίοι –
ὅλοι στητοί καὶ δυνατοί καὶ σὰν κ’ ἐσένα ὡραῖοι.

Ἀνάμεσά τους, γιόκα μου, θωρῶ σε ἀναστημένο –
τὸ θώρι σου στὸ θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Καὶ γώ ἡ φτωχή καὶ γώ ἡ λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ ὅλους,
μὲ τὰ μεγάλα νύχια μου κόβω τὴ γῆ σὲ σβώλους

Καὶ τοὺς πετάω κατάμουτρα στοὺς λύκους καὶ στ’ ἀγρίμια
ποὺ μοὔκαναν τῆς ὄψης σου τὸ κρούσταλλο συντρίμμια.

Κι ἀκολουθᾶς καὶ σύ νεκρός, κι ὁ κόμπος τοῦ λυγμοῦ μας
δένεται κόμπος τοῦ σκοινιοῦ γιὰ τὸ λαιμό τοῦ ὀχτροῦ μας.

Κι ὡς τὄθελες (ὡς τὄλεγες τὰ βράδια μὲ τὸ λύχνο)
ἀσκώνω τὸ σκεβρό κορμί καὶ τὴ γροθιά μου δείχνω.

Κι ἀντίς τ’ ἄφταιγα στήθειά μου νὰ γδέρνω, δές, βαδίζω
καὶ πίσω ἀπὸ τὰ δάκρυα μου τὸν ἥλιο ἀντικρύζω.

Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου,
σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Nazim Hikmet — Ύμνος στη ζωή

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο
τη ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς
τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί
να απορείς και να ζεις.
Κι όμως είναι ν’ απορείς
πώς αυτό το ωραίο τραγούδι
πώς αυτή η ζωή η γεμάτη χαρά
έχει γίνει σκληρή,
έχει γίνει φτηνή και τόσο πικραμένη
που είναι πονεμένη.

Τι όμορφο που είναι να ζεις
να σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη
τη ζωή να την κάνεις τραγούδι αγάπης
τι όμορφο που είναι να ζεις
σαν παιδί να απορείς και να ζεις!
Απόδοση Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Γιάννης Ρίτσος — Το σβησμένο φανάρι

Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα θά ῾θελᾳ νὰ σᾶς ἀφήσω τὸν τρόπο
τῆς ἀλλαγῆς τῶν χρωμάτων πρὸς τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ ρόδινο
ὅταν ἡ πόρτα κλείνει καὶ σκοτεινιάζουν τὰ δωμάτια
...............
θά ῾θέλᾳ - λέει - ν᾿ ἀφήσω στὸν καθένα σας αὐτὸ τὸ βλέμμα

τοῦ ἤρεμου θαυμασμοῦ μπροστὰ στὸ λιόγερμα. Θά ῾θέλᾳ ἀκόμη
νὰ σᾶς ἀφήσω τὸ περίλυπο ἄκουσμα
τῆς ἔρημης φωνῆς τοῦ ἰχθυοπώλη στὰ πρωινὰ τοῦ Ἰουλίου
καὶ τὸ βόμβο τῆς μέλισσας μέσα σ᾿ ἕνα τριαντάφυλλο
ἢ τὸ ἄηχο «ἄχ» μιᾶς λευκῆς πεταλούδας πλάι στὸ μὼβ λουλούδι.
Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα θά ῾θελᾳ νὰ σᾶς ἀφήσω τὸν τρόπο
τῆς ἀλλαγῆς τῶν χρωμάτων πρὸς τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ ρόδινο
ὅταν ἡ πόρτα κλείνει καὶ σκοτεινιάζουν τὰ δωμάτια
κι ὡστόσο οἱ καθρέφτες διατηροῦν ἀνέπαφη
τὴν εἰκόνα τῆς θάλασσας, γι᾿ αὐτὸ γαλανίζουν τὰ σεντόνια
στὸ μεγάλο γαμήλιο κρεβάτι τῶν νεκρῶν. Θά ῾θελα ἀλλὰ
τούτη τὴν ὥρα μὲ πρόλαβε ὁ Ἀόρατος,
ὁ Πανταχοῦ καὶ Πάντοτε Παρών, μοῦ ῾σβησε τὸ φανάρι
καὶ πιὰ δὲ βλέπω οὔτε νὰ δείξω τίποτα κι οὔτε νὰ περπατήσω.

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Γιάννης Ρίτσος — Ο Λαός

Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια,
σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια.
Και κάποιο βράδυ – πες σαν χτες – υψώνει το κεφάλι
κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του πάλι.
Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα
κι από τη λάσπη ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα.
Και τούτο το περήφανο, τ’ άμετρο ψυχομέτρι,
μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι.
Κι από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα
και μπαίνουν πάλι στη σειρά με σιδερένιο γόνα.
Και φέγγουνε τα μάτια τους σ’ όλο το μέγα βάθος
σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ’ Άγιο Πάθος.
Νάτος, περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης
και πάει να σπείρει όλη τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης.
Κι ως πάνω τους η Λευτεριά πάλλοντας ανατέλλει
φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν καρβέλι.

Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

Γιάννης Ρίτσος — Χειμερινή διαύγεια

Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα
λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο
κ’ ή επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό,
μες στην ασφυκτική διαφάνεια
Το σπίτι του συμβολαιογράφου με τα μεγάλα του παράθυρα
τα καθαρά του τζάμια, όλο ανοιγμένο προς τα έξω,
μην έχοντας να κρατήσει τίποτα δικό του,
ολόκληρο κερδισμένο απ’ το χειμώνα,
με τα ντουλάπια του, τις κρεμάστρες του, την κουζίνα του,
με το μεγάλο μπρούντζινο μαγκάλι της τραπεζαρίας —
κ’ οι μανταρινόφλουδες να σιγοκαίνε στο μαγκάλι θυμιατίζοντας
παλιές εικόνες, παλιούς καιρούς, πού χάσανε τη δύναμή τους και το
χρώμα τους
και λίγο – λίγο χάσανε το νόημά τους
κι αργότερα τον πόνο και το βάρος τους
κι αργότερα τη νοσταλγία τους —

Υπήρξαν; Δεν υπήρξαν; Πότε; Πού; Γιατί;
Και τί να τα κρατήσεις; Τι να τα κάνεις;
Τι να τον κάνεις το χρόνο; Να διατηρήσεις τι;

Έγνοιες για τα χαλιά, για τις κουβέρτες, για τα μάλλινα ρούχα —
χρόνια και χρόνια, κάθε χρόνο, στο έμπα της άνοιξης,
να τα μαζεύεις, να τα τινάζεις, να τα βουρτσίζεις,
να τα καταχωνιάζεις στα μπαούλα, στις ντουλάπες, στρώμα – στρώμα με
παλιές εφημερίδες,
σα να θάβεις κάτι αγαπημένο για να το διαφυλάξεις
κ’ είναι μια λύπη να το θάβεις — μα τι να γίνει;
Ύστερα είναι το φως της άνοιξης και το πράσινο της άνοιξης,
ύστερα το φως του καλοκαιριού κ’ η θάλασσα του καλοκαιριού,
ύστερα μήτε άνοιξη μήτε καλοκαίρι μήτε πράσινο μήτε θάλασσα,

μονάχα το φως κ’ οι χειρονομίες του μες στο άπειρο,
το κάτασπρο φως που όλα τα καίει, τα πνίγει, τ’ αφανίζει,
παλιά και νέα και αυριανά, βουνά, δέντρα και μάρμαρα,
δόξες κ’ αισθήματα και γεγονότα κι αποφάσεις.

Τότε και συ ξεχνούσες λύπη, τύψη, σχέδια και μετάνοια- ξανάρχιζες
τα ίδια σφάλματα, τα ίδια φιλιά, την ίδια γύμνια έτσι καλά ντυμένη,
ώσπου να ‘ρθουν οι πρώτες υγρασίες,
τα πρώτα μεγάλα μετανιωμένα αστέρια,
ή σιωπηλή, όλο θάμβος, λεηλασία του φθινοπώρου.

Κ’ έφτανε αργή κι αθόρυβη, κι όχι θλιμμένη, ή άλλη μέθη, της περισυλλογής,
να συγκεντρώνεις τα διασκορπισμένα, να εκβιάζεις
ένα κέρδος μαγικό απ' τ' απωλεσμένα — κι όχι να εκβιάζεις
μονάχα τους προσφέρονταν διπλά και τρίδιπλα,
κήποι και γέλια κοριτσιών ανάμεσα στις ακακίες πού ήταν κάποτε
εχθρικά ή αδιάφορα ανθισμένες
κ’ ήταν πάλι ανθισμένες -
ολόκληρες λευκές στρατιές, σύμμαχες τώρα, στο αραιό σκοτάδι.

Το πράσινο παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος,
περικλεισμένος από ανώφελα άστρα,
μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ’ τα ωχρά χωράφια της φθινοπωρινής ερήμωσης
φτάνοντας ως την πόρτα σου σαν αμαξάκι εξοχικό μέσα του
κάθονταν τώρα δυο, - μπορείς να πεις κ’ ευτυχισμένοι,
γιατί με το να δεις και να παραδεχτείς εκείνα πού δεν είχες και δε θα ‘χεις
είναι σχεδόν σα να τα ‘χεις, -τα ‘χεις σίγουρα. Έτσι λέγαμε, κ’ ίσως με ειλικρίνεια.
Χειμερινή διαύγεια,1982

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Γιάννης Ρίτσος — Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν (Καπνισμένο τσουκάλι)

Χαμογελάμε κατά μέσα.
Αυτό το χαμόγελο,
το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο,
όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια.
«Μπόλικη πέτρα, μπόλικη καρδιά»
Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας,
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς,
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.

Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν.
Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό,
δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2021

Γιάννης Ρίτσος — Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος (Καπνισμένο Τσουκάλι)

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ!
Πολύ μακρύς αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια.
Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος
κουνούσε το κεφάλι του
λέγοντας "πέρασε η ώρα"
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου
σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι
στους τοίχουςτων φυλακών,
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων.
Μια καρδιά, ένα τόξο,
ένα καράβι που ‘σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που ‘μειναν στη μέση
για να τους τελειώσουμε,
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν
για να μην τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ,
δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου,
και μετράς το σφυγμό του,
πάνω σε τούτο το σημάδι
που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός.
Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός.
Σίγουρος δρόμος.

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2021

Γιάννης Ρίτσος — Λοιπόν παιδιά μου (Καπνισμένο Τσουκάλι)

Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει
στο μπόι της λευτεριάς.
Μήτε πιο ψηλή μήτε πιο κοντή.

Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη
να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς.

Το περίσσιο είναι ψεύτικο,
το λιγοστό είναι ντροπαλό
κι εγώ δεν το ‘χω σκοπό
να καμαρώσω
για τίποτα πιότερο,
για τίποτα λιγότερο
από άνθρωπος.

Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει
στο μπόι της λευτεριάς.
Θα βρούμε το τραγούδι μας,
καλά πάμε,
θα βρούμε το τραγούδι μας.

Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη
να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς.


Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

Γιάννης Ρίτσος — Αυτά τα κόκκινα σημάδια (Καπνισμένο Τσουκάλι)

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους,
μπορεί να 'ναι κι από αίμα.
Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,
μπορεί να 'ναι κι απ' το λιόγερμα,
που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν
πριν σβήσουν και ο θάνατος είναι πιο κοντά.
Έξω απ' τα κάγκελα,
είναι οι φωνές των παιδιών,
και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως
σ' έναν κάμπο με στάχυα,
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα,
για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες,
σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση,
γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος,
βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης,
χαμογελάμε.
Γιάννης Ρίτσος - Καπνισμένο Τσουκάλι (απόσπασμα)

Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Γιάννης Ρίτσος — Μεσημέρι Αυγούστου

Πίσω απ’ τις γρίλιες είναι το μεγάλο μεσημέρι.
Τα σκόρπια σπίτια κάτασπρα, κ’ ένα κόκκινο
κάτω απ’ το λόφο. Λίγο πιο πάνω, ξέρουμε,
είναι η μεγάλη ασβεστωμένη μάντρα. Από κει
κατεβαίνει η δροσιά προς τους ευκάλυπτους, κ’ ένα άρωμα
από σάπια ροδάκινα σωριασμένα στο δρόμο.
Άξαφνα τα τζιτζίκια σώπασαν. Δυο ηλιοκαμένα σώματα
στ’ άσπρα σεντόνια. Βγάλε και το δαχτυλίδι σου –
μου πιάνει ένα δικό μου χώρο στο μικρό σου δάχτυλο.

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Εκδόσεις: Κέδρος

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Γιάννης Ρίτσος – 16 και 17 Νοέμβρη 1973 - «Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πώς μεγαλώνει/το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;»

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πώς μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
Μάριου Βατζιά, «Η παρουσία του ήρωα», 1976, λάδι.
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει: περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Ελλάδα (Οχτώβρης 1940)

Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –
μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,
κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,
μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους
και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους
να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,
να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,
όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,
η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,
μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,
κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι
δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,
η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –
κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Άνοιξη

Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης
ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της.
Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την καρδιά μας.

Spring time by Pol Ledent
Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην
κάμαρά μας σα γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε
τα ψίχουλα των σκιών που ‘χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα.
Μια στιγμή να νιφτούμε και φτάσαμε. […]

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Ἐπιτάφιος

– I –
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δέ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τά ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσύ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγε κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

Τώρα δέ μὲ παρηγορᾶς καὶ δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δέ μαντεύεις τὶς πληγές ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσύ ποὺ μοὔφερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δέ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κ’ εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιά ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

– II –
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρά τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιά νερό καὶ φῶς κι ἀνθό κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινό τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποῦ θὰ κρατηθῶ, ποῦ θὰ σταθῶ, ποῦ θἄμπω,
που ἀπόμεινα ξερό δεντρί σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δέ σοὐναι βολετό νἀρθεῖς ξανά σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκά θὰ σὲ κρατήσω.

– III –
Μαλλιά σγουρά ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
– καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμμένο –

Μάτια γλαρά ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μήν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατειά σὰν τὰ στρωτά φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερά σὰν πέρδικες κλειστές στὰ παντελόνια
που οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτό μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

– IV –
Γιέ μου, ποιά Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνό-πουρνό μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακρυά ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνά-πυκνά ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζί κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειά κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλή κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνή ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιά-μιά τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θώρι
κι ἀγάλλομουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρός τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτές μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὤ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

– V –
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
 
youtube
– VI –
Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ' ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ' αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ' ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.

youtube
– VII –
Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σὰ χρυσάφι.

Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει

Ὤχ, δὲν ἀκούστηκε ποτές καὶ δέ μπορεῖ νὰ γίνει
νὰ καίγουνται τὰ χείλια μου καὶ νἆμαι μπρός στὴν κρήνη,

Νἆμαι κοντά σου, ἀγόρι μου, καὶ νὰ σὲ κράζω ὠιμένα,
καὶ σύ μήτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φτωχούλα ἐμένα.

Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.

Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου ἀϊτοί, νύχια, φτερά γιὰ νάν τους κυνηγήσω
καὶ τὴν καρδιά τους, μύγδαλο νάν τηνε ροκανίσω.

youtube

– VIII –
Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.

Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι,

Νὰ ταΐζω σε στὴ φοῦχτα μου σπυρί-σπυρἰ τὴ ζωή μου
καὶ μὲς στὸν ἴσκιο σου νὰ ζῶ, καμαρωτό δεντρί μου.

Καμμιᾶς κοπέλας θησαυρό δέ στάθηκες νὰ πάρεις –
ἔφευγες πάντα ἐμπρός λαμπρός καὶ πάντα καβαλλάρης.

Κ' εἴταν χαρά σου νὰ σκορπᾷς, καὶ δόξα σου νὰ παίρνουν –
ν' ἀνασηκώνεις ἀπ' τὴ γῆς τὰ ὅσα βογγοῦν καὶ γέρνουν.

Κι ὅλα τὰ πλούτια σου, γλυκέ, στὸν κόσμο ἐχάριζές τα –
κι ὅλα τὰ χάρισες, κ' ἐμέ μ' ἀφῆκες δίχως ζέστα.

Γιέ μου, δέν ξέρω ἂν πρέπει μου νὰ σκύβω, νὰ σπαράζω,
γιά πρέπει μου ὄρθια νὰ σταθῶ, νὰ σέ χιλιοδοξάζω.

Πότε τὶς χάρες σου, μιά-μιά, τὶς παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τὶς δένω μοιρολόι.

– IX –
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα!

Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἄν εἰσουν δίκαιος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορά που ὡρμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Ἐ μ ε ῖ ς ταγίζουμε τὴ ζωή στὸ χέρι περιστέρι,
κ᾿ ἐ μ ε ῖ ς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δέν ἔχουμε στὸ χέρι –

Ἐ μ ε ῖ ς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοί κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιά δέ μοὔμεινε καμμιά χαρά καὶ πίστη –
καὶ τὸ χλωμό καὶ τὸ στερνό καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπά’ σὲ ποιά φωτιά τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

– Χ – 
Ὅλα μοῦ τἄδειχνες ἐσύ, παιδί μου κι ἄρχοντά μου,
κι ὡς τἄβλεπες ὅὁα ἔφεγγαν σὰ νἄταν σ’ ὥρα γάμου.

Κι ὅλα κοντά μου τἄφερνες, γνέφια, πουλιά κι ἀστέρια,
ποὔλεγα κ’ ἔτσι νἄκανα θὰ τἄπιανα στὰ χέρια.

Καί, νάσου ἑνα ἀνοιξιάτικο ποὐρχόταν συγνεφάκι
στὰ γόνατά σου νὰ τριφτεῖ σὰν ἄσπρο προβατάκι.

Κ’ ἔτσι στητός μοῦ φαίνοσουν τοῦ κόσμου ὁλου πατέρας
καὶ πάλι τόσο ἀνάλαφρος σά φῶς καὶ σάν ἀγέρας.

Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι,
ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει

Πάνου ἀπ’ τὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, πάνου ἀπ’ τὰ δεντροκήπια
– χτύπος καρδιᾶς στῶν ἀστεριῶν τὰ πρῶτα καρδιοχτύπια –

Κεῖ πάνου που ἀχνοσβήνανε τοῦ σύθαμπου τὰ ρόδα
κι ἀνάμεσά τους βούλιαζε χρυσή τοῦ γήλιου ἡ ρόδα.

Κ’ ἔτσι πάει κ’ ἔλα ἡ ὄψη σου, μιά φῶς μιά σκιά καλέ μου,
μ’ ἴσκιωνε καὶ μὲ φώτιζε σά διάνεμα τοῦ ἀνέμου.

– ΧΙ –
Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα –
μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα.

Καὶ μάθαινα ἀπὸ τὴν ἀρχή πιό ὡραία τὰ μαθημένα
καὶ μέτραγα στὰ δάχτυλα καὶ τἄβρισκα ὅλα ἕνα.

Ἕνα κ’ ἡ γῆς καὶ ὁ οὐρανός, τὸ φῶς, τὸ χρῶμα, ἡ βιόλα
καὶ τοῦτο τὸ ἕνα εἰσουνα ἐσύ καὶ πάλι ἐσύ ‘σουν ὅλα!

Κ’ ἔψαχνα ποῦ τὰ γνώρισα, ποῦ τάιδα, ποῦ καὶ πότες;
κ’ ἔτσι σκυφτή ὁπως τάιζα ἑνα σούρουπο τὶς κόττες,

Ἔνιωθα πάνω μου βαθύς ὁ θόλος ν’ ἀνασαίνει
καὶ τ’ ἄστρα ὡς νὰ μὲ χτένιζαν μὲ σιντεφένιο χτένι...

Καὶ ξάφνου ἀνανοήθηκα τὸ τί ‘ταν ἡ ἀναγάλλια
ποὺ μ’ ἔπαιρνε καὶ μ’ ἔφερνε στὰ οὐράνια ἀγάλια-ἀγάλια.

Κ’ εἶδα τὸ πότε καὶ τὸ ποῦ, τὶς φωτοσκιές τοῦ δάσου:
στὴν πόρτα ἐστέκοσουν ἐσύ καὶ μ’ ἔβλεπε ἡ ματιά σου!

Τώρα τὰ μάτια σου ἔκλεισαν καὶ γώ κλείστηκα ἀπ’ ἔξω
κι οὔτε ἔχω πέτρα νὰ σταθῶ καὶ δρόμο πιὰ νὰ τρέξω.

– ΧΙΙ –
Γιέ μου, ἄν πονᾶς τὴν ὀρφανή ποὺ στέκει ἐξω ἀπ’ τὴ θύρα,
ἄνοιξε τὰ ματάκια σου καὶ μιά στιγμούλα τήρα

Τούτη τὴ γριά τὴν ἄμοιρη, τὴ γριά τὴ διακονιάρα
π’ οὐδε ἄνθρωπος κι οὐδέ θεός τῆς ρίχνει μιά δεκάρα

Καὶ κάθεται καὶ μύρεται στὴ ματωμένη ρούγα
μὲ ξεγδαρμένη τὴν καρδιά, σπασμένη τὴ φτερούγα.

Γιέ μου, ὁλα κάνανε φτερά κι ὅλα μ’ ἀφῆκαν πίσω
δέν ἐχω μάτι γιὰ νὰ ἰδῶ, στόμα γιὰ νὰ μιλήσω,

Μόνο βαθιά κι ἀπόμακρα κάτι σὰ βουή διαβαίνει
κι ἀκούω τὴν ἴδια μου φωνή καὶ φαίνεταί μου ξένη,

Ξένη φωνή, πικρή φωνή – τί λέει καὶ ξαναλέει; –
καὶ κλαίω γιὰ σέ καὶ κλαίω γι’ αὐτή ποὺ τὴν ἀκούω νὰ κλαίει

Καὶ χαίρουμαι νὰν τὴν γροικῶ γιὰ ν’ ἀνεβαίνει νάμα
πιὸ δυνατό ἀπ’τὴ ρίζα μου καὶ πιὸ στριγγό τὸ κλάμα.

Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις
κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.

– ΧΙΙΙ –
Γιέ μου, τὸ στόμα σου καρδιά, τὸ φρύδι χελιδόνι,
τὸ μάτι δρόσο καὶ φωτιά, τανάλια τὸ σαγόνι.

Σάν τὸ λιοντάρι δυνατός, κ’ ἤρεμος σάν πιτσούνι
κ’ ἡ ἀνάσα σου ὡς τ’ ἀποσπερνό του κοπαδιοῦ κουδούνι.

Μα ὡς κάτι νὰ σὲ φώναζε μὲς στὴ χρυσήν ἑσπέρα,
πάντα σου ἀγνάντευες ψηλά καὶ πάντα πάρα πέρα,

Σάν κάποιος φίλος μπιστικός νὰ σφύρε νὰ σ’ ἐκάλει
γιὰ μιὰ κρυφήν ἀντάμωση σ’ ἀνέγνωρο ἀκρογιάλι...

Κ’ ἔστηνα ἡ ἔρημη τ’ αὐτί νὰ ἰδῶ, νὰ καταλάβω
τί σ’ ἤθελαν καὶ τί ’θελες, σὲ ποιόνα ἐστριβες κάβο.

Κ’ ἔψαχνα μὲ τὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ ποῦ πάει ἡ ματιά σου
κι ὡς νἄνιωθες που ἀμίλητη σοῦ ’κραζα «γιέ μου, στάσου!»

Γύρναγες, μ’ ἀχνογέλαγες κ’ ἔλεγες «δῶ εἰμαι μάνα...»
κι ἀκούγονταν ἀπόμακρα τοῦ ἑσπερινοῦ ἡ καμπάνα.

Κ’ ἔπινα μὲ τὸ σάλιο μου μιᾶς τρυφεράδας γέψη
ποὺ εγώ δέ μάντευα καὶ σύ τἄχες ὅλα μαντέψει!

– ΧΙV –
... Ἄχ, γιέ μου, γιέ μου, γιόκα μου, δέ δύναμαι ἄλλο ἡ ἔρμη,
χτυποῦν, χτυποῦν τὰ δόντια μου σά νὰ μὲ πιάνει θέρμη

Καὶ θέλω νὰ κουκουλωθῶ πιὸ πάνου ἀπ’ τὸ κεφάλι
κι οὔτε ἥλιο πιά νὰ ματαιδῶ, καὶ νά, πετιέμαι πάλι

Νὰ πῶ, νὰ πῶ τὶς χάρες σου, νὰν τὶς ξαναστήσω
σὰ νἄταν, γιέ μου, μπορετό νὰ σὲ γυρίσω πίσω.

Γιατι ὅσο ἐδῶ εἰσουν, γιόκα μου, θάμπος βαθύ μ’ ἐκράτει
κ’ ἡ σιγαλιά μὲ κλείδωνε σὲ μαγικό παλάτι.

Καὶ μόνο τὰ δυό μάτια μου σὲ παῖρναν τὸ κατόπι
σὰ δυό πιστά, πικρά σκυλιά ποὺ τἄσκιαξαν οἱ ἀνθρῶποι.

Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσα –
καὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα

Καὶ λέω καὶ λέω, ἀγόρι μου, δίχως νὰ ξαποστάσω,
σά νὰ κρατῶ ἑνα θησαυρό καὶ τρέμω μήν τὸ χάσω,

Καὶ ν’ ἀποθέσω θέλω τον στὰ γόνατα τῆς πλάσης
πιό πλούσια νὰ γενεῖ ἡ ζωή καὶ σύ νὰ μήν περάσεις!

– XV –
Στὸ παραθύρι στέκοσουν κ' οἱ δυνατές σου οἱ πλάτες
φράζαν ἀκέρια τὴν μπασιά, τή θάλασσα, τίς στράτες.

Κι ὁ ἴσκιος σου σάν ἀρχάγγελος πλημμύριζε τὸ σπίτι
καὶ κεῖ στ' αὐτί σου σπίθιζε ἡ γαζία τοῦ ἀποσπερίτη.

Κ' εἴταν τὸ παραθύρι μας ἡ θύρα ὁλου τοῦ κόσμου
κ' ἔβγαζε στόν παράδεισο ποὺ τ' ἄστρα ἀνθίζαν, φῶς μου!

Κι ὡς στέκοσουν καὶ κοίταζες τὸ λιόγερμα ν' ἀνάβει,
σάν τιμονιέρης φάνταζες κ' ἡ κάμαρα καράβι.

Καὶ μές στὸ χλιό καὶ γαλανό το απόβραδο – ἔγια λέσα! –
με ἀρμένιζες στὴ σιγαλιά τοῦ γαλαξία μέσα.

... Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι
καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνω –
κάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω

Τὸ φύκι σπάει κι ὁ ὠκεανός μὲ σέρνει στὰ νερά του
κι οὔδε γνωρίζω τώρα ποιό τὸ πάνου ποιό τὸ κάτου.

– XVI –  Τί ἔκανες, γιέ μου, ἐσὺ κακό; Γιὰ τοὺς δικούς σου κόπους
τὴν πλερωμή σου ζήτησες ἀπ’ ἄδικους ἀνθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίρι,
τὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.

Δέν εἴσουν ζήτουλας ἐσύ νὰ πᾷς παρακαλιῶντας,
μὲ τὴ γερή σου τὴν καρδιά πῆγες ὀρθοπατῶντας

Καὶ χύμηξαν ἀπάνου σου τὰ σμουλωχτά κοράκια
καὶ σοὔπιαν τὸ αἷμα, γιόκα μου, σοῦ κλείσαν τὰ χειλάκια

Τώρα οἱ παλάμες σου οἱ ἀχνές, μονάκριβέ μου κρίνε,
σὰ δυό πουλάκια ἀνήμπορα καὶ λυπημένα μοῦ εἶναι,

Ποὺ τὰ φτερά τους δίπλωσαν καὶ πιά δέ φτερουγᾶνε
καὶ τὰ κρατάω στὰ χέρια μου καὶ δέ μοῦ κελαϊδᾶνε.

Ὤ, γιέ μου, αὐτοί ποὺ σ’ ἔσφαξαν σφαγμένα νὰ τὰ βροῦνε
τὰ τέκνα τους καὶ τοὺς γονιούς καὶ στὸ αἷμα νὰ πνιγοῦνε.

Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψω,
καὶ νὰ χορέψω... Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.

– XVII –
Βασίλεψες, ἀστέρι μου, βασίλεψε ὅλη ἡ πλάση,
κι ὁ ἥλιος, κουβάρι ὁλόμαυρο, τὸ φέγγος του ἔχει μάσει.

Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει
κ' ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει.

Καὶ δές, μ' ἀνασηκώνουνε... χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μά, γιόκα μου, ἀπ' τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω.

Ὅμοια ὡς ἐσένα μοῦ μιλᾶν καὶ μὲ παρηγορᾶνε
καὶ τὴν τραγιάσκα σου ἔχουνε, τὰ ροῦχα σου φορᾶνε.

Τὴν ἄχνα ἀπ' τὴν ἀνάσα σου νοιώθω στὸ μάγουλό μου,
ἄχ, κ' ἕνα φῶς, μεγάλο φῶς, στὸ βάθος πλέει τοῦ δρόμου.

Τὰ μάτια μου σκουπίζει τα μιά φωτεινή παλάμη,
ἄχ, κ’ ἡ λαλιά σου, γιόκα μου, στὸ σπλάχνο μου ἔχει δράμει.

Καὶ νά ποὺ ἀνασηκώθηκα, τὸ πόδι στέκει ἀκόμα –
φῶς ἱλαρό, λεβέντη μου, μ' ἀνέβασε ἀπ' τὸ χῶμα.

Τώρα οἱ σημαῖες σὲ ντύσανε. Παιδί μου, ἐσύ, κοιμήσου,
καὶ γώ τραβάω στ' ἀδέρφια σου καὶ παίρνω τὴ φωνή σου.

– XVIΙI –
Τὰ ποὔλεγες κι οὐτ’ ἤθελα πιστέψω καὶ γροικήσω
κι ἀπόπαιρνά σε, μάτια μου, χωρίς νὰ σὲ γνωρίσω,

Τὰ ποὺ δὲ μοὔπαν οἱ καιροί κι ὄλου τοῦ κόσμου οἱ γλῶσσες,
μοῦ τἄπε μόνο ἡ μιά στιγμή, ξεχωριστή στὶς τόσες.

Ποὖσαι, καλέ μου, νὰ χαρεῖς καὶ νὰ σταθεῖς κοντά μου;
Ἄκου, τὰ λόγια σου λαλῶ καὶ πλάτυνε ἡ καρδιά μου

Κι ὅλο τὸν κόσμο, σὰν κ’ ἐσέ, δύνεται νὰ σφαλίσει
καὶ γέρεψε καὶ δύνεται νὰ πλάσει, νὰ γκρεμίσει.

Δέν εἶναι ξόδι τοῦτο δῶ, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ καὶ γέλιο, ἀγάπη, ὀργή, τὸ κάθε μάτι στάζει.

Γιόκα μου τὸ φρυδάκι σου τί σούφρωσες, γιὰ πέ μου,
μήπως κακοκαρδίστηκες ποὺ φεύγω σου, καλέ μου;

Πουλί μου, χίλιες δυό ζωές μὲ σένανε μὲ δένουν,
κι ὅσοι ἀγαπιοῦνται καὶ νεκροί ποτέ τους δέν πεθαίνουν.

Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω,
γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.

– XIX –
Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα
νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα,

Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ'ὄνειρό σου
νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.

Βροντᾶνε στράτες κι ἀγορές, μπαλκόνια καὶ σοκάκια
καὶ σοῦ μαδᾶνε οἱ κορασιές λουλούδια στὰ μαλάκια.

Γιὰ τὸ αἷμα ποὔβαψε τὴ γῆς ἀντριεύτηκαν τὰ πλήθια,
– δάσα οἱ γροθιές, πέλαα οἱ κραυγές, βουνά οἱ καρδιές, τὰ στήθεια –

Ἔσμιξε ἡ μπλούζα τὸ χακί, φαντάρος τὸν ἐργάτη
κι ἀστράφτουν ὅλοι μιά καρδιά – βουλή, σφυγμός καὶ μάτι.

Ὤ, τί ὄμορφα σάν σμίγουνε, σάν ἀγαπιοῦνται οἱ ἀνθρῶποι,
φεγγοβολᾶνε οἱ οὐρανοί, μοσκοβολᾶνε οἱ τόποι,

Κι ὅπως περνᾶν, λεβέντηδες, γεροί κι ἀδελφωμένοι,
λέω καὶ θὰ καταχτήσουνε τὴ γῆς, τὴν οἰκουμένη.

Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα
– μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –

Ὤ, ποὖσαι, γιόκα μου, νὰ δεῖς, πουλί, ν’ ἀναγαλλιάσεις,
καί, πρὶν κινήσεις μοναχό, τὸν κόσμο ν’ ἀγκαλιάσεις.

– XX –
Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.

Δές, πλάγι μας περνοῦν πολλοί, περνοῦν καβαλλαραίοι –
ὅλοι στητοί καὶ δυνατοί καὶ σὰν κ’ ἐσένα ὡραῖοι.

Ἀνάμεσά τους, γιόκα μου, θωρῶ σε ἀναστημένο –
τὸ θώρι σου στὸ θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Καὶ γώ ἡ φτωχή καὶ γώ ἡ λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ ὅλους,
μὲ τὰ μεγάλα νύχια μου κόβω τὴ γῆ σὲ σβώλους

Καὶ τοὺς πετάω κατάμουτρα στοὺς λύκους καὶ στ’ ἀγρίμια
ποὺ μοὔκαναν τῆς ὄψης σου τὸ κρούσταλλο συντρίμμια.

Κι ἀκολουθᾶς καὶ σύ νεκρός, κι ὁ κόμπος τοῦ λυγμοῦ μας
δένεται κόμπος τοῦ σκοινιοῦ γιὰ τὸ λαιμό τοῦ ὀχτροῦ μας.

Κι ὡς τὄθελες (ὡς τὄλεγες τὰ βράδια μὲ τὸ λύχνο)
ἀσκώνω τὸ σκεβρό κορμί καὶ τὴ γροθιά μου δείχνω.

Κι ἀντίς τ’ ἄφταιγα στήθειά μου νὰ γδέρνω, δές, βαδίζω
καὶ πίσω ἀπὸ τὰ δάκρυα μου τὸν ἥλιο ἀντικρύζω.

Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου,
σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.
 
poetry