Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών VI
... ετούτο σίγουρο απαγκιάζει στων δεντρών το κυριελέησον
με το μεγάλο τζάκι του για να κονεύουν οι φτωχοί και τ' άλογα τα μουσκεμένα

La Charitén Jean-François Millet

Το σπίτι είναι ήσυχο, συγυρισμένο καθώς είναι τα μεγάλα διπλο-
σέντονα μες στο σεντούκι με λεβάντα.
Ο ήλιος το 'χει ασβεστωμένο μέσα κ' έξω κ' είναι ριζωμένα τα
θεμέλια του
μέσα στη δροσερή σιωπή του χρόνου.

Κάθε που τ' αστροπέλεκο ξύνει της ερημιάς τον καπνοδόχο
ετούτο σίγουρο απαγκιάζει στων δεντρών το κυριελέησον
με το μεγάλο τζάκι του για να κονεύουν οι φτωχοί και τ' άλογα
τα μουσκεμένα
με τ' αγκωνάρια του τα διλποσταυρωτά σαν πέτρινα καρβέλια
με τα δοκάρια του γερά σαν τις πλάτες του κύρη μας
κι όλο μοσκοβολάει οξυά, κυπαρισσόμηλο και κέδρο.

Με το λουλάκι τ' ουρανού βαφτήκαν τα σκουτιά και τα προσόψια
μας,
στη μέση στέκει το τραπέζι διάπλατο για τους μουσαφιραίους
ως στέκουν τα βουβάλια στη νεροποντή, και μας στους μύλους οι
μυλόπετρες.
Ό,τι ακουμπήσεις πάνω του φτουράει σα ναν το βλόγησε η υπο-
μονή της μάνας μας,
πληθαίνει το ψωμί και τα λαγήνια μας γεμίζουνε ρετσίνα
κι όταν αδειάζει το σκουτέλι ανάμεσα στα ψίχουλα του δείπνου
γίνεται το σκουτέλι μας καλοκαιριάτικο φεγγάρι ανάμεσα στ'
αστέρια.

Απάνου στους σουβάδες μένει ανέγγιχτος ο ίσκιος απ' τις γε-
νειάδες των παππούδων μα
ο ίσκιος απ' τις χατζάρες και τις καραμπίνες τους
οι ίσκιοι απ' τα χέρια των παιδιών που φτιάχναν με το φως του
λύχνου
πρόβατα, γαϊδουράκια και γοργόνες προτού πέσουνε στο στρώμα.

Έτσι κ' οι τοίχοι του σπιτιού μα γίνηκαν σα φλωροκαπνισμένα
κονοστάσια —
εδώ η Μαρία κι ο Ιωσήφ κι ο Γιός τους κι ο Άλλος Πατέρας
που 'χει χοντρά μαλλιά σαν καραβόσκοινα και που κρατέι στα
χέρια του ένα τόπι
(ένα μεγάλο τόπι που 'χει απάνω του ζωγραφισμένη όλη την Πελο-
πόννησο)
πιο πέρα ο Μεγαλέξαντρος, η θεια-Παρασκευούλα κι ο Κολοκο-
τρώνης
κ' Εσύ αχνοφέγγοντας, Κυρά των Αμπελιών, πίσω απ' τα λιο-
δεντρα, πίσω απ' τα κυπαρίσσια,
σταυρός, σπαθί και δόξα, αγνάντια σ' όλων των εχθρών μας, μέσα
κ' έξω, τα λεφούσια.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών V. ... κι όταν απάνου στο τραπέζι μείνει μόνο το ψωμί σαν τη ψυχή του κόσμου το ξέρουμε πως πάλι Εσύ θα σεργιανίζεις την αυλή μας

The Grape Harvest at the Chateau Lagrange
Artist: Jules Breton
Περνάνε οι μέρες κουβαλώντας στο κεφάλι τους πανέρια με στα-
 φύλια.
Στρίβουνε το πευκόδασο — δεν τις ακούς που φεύγουν.
Αφήνουν πίσω τους ασάλευτο έναν ήχο από νερά κρεμάμενα.
Δεν τον ακούς ούτε τον ήχο, γιατί πάνου στην ποδιά σου ο τζί-
τζικας κουρντίζει το βιολί του
πάνου στα χέρια σου οι ροδακινιές ρίχνουνε τα μαντήλια τους
και φέγγουν τα κεράσια, φαναράκια κόκκινα, στο δειλινό σου δρόμο.

Τα βράδια που γυρνάς αργά με μια στάμνα στον ώμο σου
μ' όλη τη σιγαλιά του κάμπου περασμένη στο μπράτσο σου σαν
καλάθι με κούμαρα,
ο αποσπερίτης περπατάει σιμά σου ανάμεσα στις πικροδάφνες
βρέχει τα δάχτυλά του στο ποτάμι και δεν ξέρει να μιλήσει
σαν το βοσκόπουλο που αχνά κοιτάζει τη φλογέρα του και δεν τη
φέρνει πλάι στα χείλη του
τρέμοντας μήπως σπάσει κ' η καρδιά του κ' η φλογέρα του.
Τότε τα βόδια ασάλευτα σα σκαλιστά στο βράχο
κοιτάν τη δύση και δυο γνέφια απ' την ανάσα τους θυμιάζουν τον
αγέρα
κι ο ίσκιος τους μες στην κόκκινη αντηλιά σκίζει τον κάμπο σαν
καράβι.

Όταν οι πόρτες κλείσουν στη νυχτιά και το λυχνάρι του σπιτιού
νυστάξει
κι όταν απάνου στο τραπέζι μείνει μόνο το ψωμί σαν τη ψυχή
του κόσμου
το ξέρουμε πως πάλι Εσύ θα σεργιανίζεις την αυλή μας
κρεμώντας πέντε αραποσίτια απ' την αστροφεγγιά στ' ανώφλι
του σπιτιού μας
ποτίζοντας με το σταμνί σου τις τριανταφυλλιές μας.

Κι έτσι γύρω απ' τον ύπνο μας σκόρπια τα βήματά σου
σαν τα κουδούνια των αρνιών ανάρια-ανάρια γύρω στο βοσκό της
Σπάρτης
κ' έτσι αλαφρύ το πέρασμά σου απ' των ξωμάχων τα όνειρα
όπως η Παναγία περνάει ανάμεσα στις κοιμισμένες αγελάδες
κι όπως το ελάφι ανάμεσα στις καλαμιές της όχτης.

Και κείνος ο ήχος του νερού κρεμάμενος μέσα στη νύχτα
πήζει απ' το κρύο των αστεριών σε κρουσταλλένια κρίνα
που καρτεράνε να τα βάλουμε μες στο ποτήρι της ψυχής μας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών IV. Χώσε τα μάτια σου βαθιά μέσα στ' αστέρια ... να μας κεράσεις το χορό να σκάσουμε το χάρο

Πάνου στο ελάτι πελεκήσαν την κολώνα σου οι βουνόζωστοι
πάνου στην πέτρα πελεκήσαν τη σιωπή σου οι θεριστάδες
τα περιστέρια σούφεραν χρωματιστά πεσκίρια
άσπροι λαγοί σου χάρισαν ένα ζευγάρι Απρίληδες
κι ο γλάρος μια κορδέλα φως σιδερωμένη απ' τα δελφίνια.
Σπετσιώτικα καράβια με τριπλά πανιά σου άναψαν τα μελτέμια
μπάρκα μονεβασίτικα σου στείλαν το φεγγάρι να λευκάνεις τα
προικιά σου
κι ο κοκοβιός τρεκλίζοντας σου κουβαλεί δυο δειλινά για πανω-
σέντονα
κ' έναν καθρέφτη γαλανό στο αλάτι σκαλισμένον.

Στρώσε ξανά στρώμα φαρδύ με δροσερά καλαμποκόφυλλα
χώσε τα μάτια σου βαθιά μέσα στ' αστέρια
έτσι που χώνεται το χέρι μες στ' αμπάρι με τα μύγδαλα
να μας φιλέψεις, άι, Κυρά, που καρτεράμε στην αυλή σου
να μας κεράσεις το χορό να σκάσουμε το χάρο.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών ΙΙΙ
... κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την/άγια σπάθα/είσαι η ομορφιά κ' η λεβεντιά κ' είσαι η Ελλάδα.

sunset paintings leonid afremov
Κυρά των Αμπελιών, πώς να κρατήσουμε στους ώμους μας τόσο
ουρανό
πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δέντρων;

Ένα δελφίνι αστράφτοντας κόβει τη σιγαλιά της θάλασσας
έτσι που το μαχαίρι κόβει το ψωμί πάνου στη τάβλα των ψα-
ράδων
έτσι που η πρώτη αχτίνα κόβει τ’ όνειρο.

Πέτρα στην πέτρα λάμπει ο δρόμος και πουλί με το πουλί ανε-
βαίνει η σκάλα
κι ο ήλιος, μισός στη θάλασσα, μισός στα ουράνια, λαμπαδιάζει
όπως το πορτοκάλι μες τη φούχτα σου κι όπως τ’ αυτί σου κά-
του απ’ τα μαλλιά σου.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στο κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την
άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κ' η λεβεντιά κ' είσαι η Ελλάδα.

Όπως περνάς ανάμεσα στ’ αραποσίτια σκίζοντας του αγέρα το
μετάξι
ξανθές οι φούντες του καλαμποκιού σου τρίβονται στις αμασκάλες
σα να σου τρίβεται το νιόφυτο μουστάκι του τσοπάνου
και κύμα-κύμα η ανατριχίλα χύνεται στα στάχυα
κ’ ήχο τον ήχο τα πλατάνια γέρνουνε στις κρήνες
κ’ είναι γύρω-τριγύρω τα βουνά σαν τα σταμιά που καρτεράνε
να γεμίσουν.

Κυρά των Αμπελιών πάνου στα στήθια μας αντιφεγγίζει η
όψη σου
όπως φωτάει ένα άσπρο σύγνεφο τα δασωμένα βουνοπλάγια
και το ποτάμι σ’ ακολουθάει σαν ήρεμο λιοντάρι
όταν μοιράζεις τις αχτίνες στα νερόκλαδα
όταν μοιράζεις στους βοσκούς μπαρούτι και τραγούδι
και σε φωνάζουν αδελφή τ’ άλογα και τα προβατάκια.

Αθήνα 1945-1947

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών II. Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου»

Κυρά, μέσα στο σπίτι μας κανείς ποτέ δε μίλαγε για σένανε
όμοια καθώς δε λέγαμε «ανασαίνω για να ζήσω», μοναχά ανα-
σαίναμε,
κι όταν, φορές-φορές, η πίκρα μάς μαντάλωνε το στόμα
σε βλέπαμε να στραφταλίζεις μονομιάς πίσω απ' τους ώμους της
μητέρας
έτσι που μιάν αυγή κατηφορώντας κακοτράχαλη πλαγιά κατά τον
κάμπο
βλέπουμε την καμένη από τον πάγο αμυγδαλιά να φέγγει μέσα
στα λουλούδια της.

Το ίδιο, κι ας μην το λέγαμε, σε βλέπαμε να τριγυρνάς νοικο-
ρά στα δώματα δίχως ν' ακούγονται τα γυμνά πόδια σου
κ' είσουνα εκεί, στη σιγαλιά που κατακάθιζε στις τέσσερις γω-
νιές μετά το δείπνο
στη σιγαλιά που γίνονταν τη νύχτα ανάμεσα στην αστραπή και
στη βροντή της θύελλας
τότε που βλέπαμε απ' τα τζάμια να κρεμάν οι μουσκεμένοι Αγ-
γέλοι στ' ακροβούνια
κάτι μεγάλες ανεμόσκαλες από νερό και λάμψη.

Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα
είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου»
στο χέρι της γιαγιάς πούκανε το σταυρό της μουρμουρίζοντας «δι'
ευχών των Αγίων Πατέρων»
στο χέρι που σταυρώνει το ψωμί με το μαχαίρι, σίγουρο και τίμιο
στη σκιά του κύρη που μας τύλιγε με μια παλληκαρίσιαν άχνα
και στο μικρό χαμόγελο της μάνας μας που το κρεμούσε πάνω
απ' το πανέρι της με τις χρωματιστές κλωστές και με τις δαχτυ-
λήθρες
την ώρα που, σα στόμα γκαρδιακό, το σπιτικό ψαλίδι, κόβοντας
το νταμωτό πουκάμισο του Μάη,
έλεγε ντροπαλά «με γεια και με χαρά σου».

Συχνά-πυκνά μάς βρίσκαν δύσκολες χρονιές κ' έμεναν άδεια του
λαδιού τα κιούπια
κ' έμεναν άδεια του σταριού τ' αμπάρια σαν την Άγια Τράπεζα
που τη διαγούμισαν οι ανέμοι και τα χρόνια
κάθε φορά που ερχόνταν κάτι ξένοι με γυαλιστερά κουμπιά και
ψηλές μπότες.

Τότες η μάνα μας κοιτούσε τ' απογέματα τ' άσπρο τετράγωνο
του φεγγαριού να σέρνεται στο πάτωμα
σαν κάποιο γράμμα που της ήρθε από μακριά, κ' έσφιγγε το πι-
κρό σαγόνι της.
Τότες το μεσονύχτι σηκωνόταν ο πατέρας μας και καθόταν στου
κρεββατιού την άκρη,
έχωνε το πηγούνι του στις φούχτες του σα δαγκωμένο βόλι
κι άνοιγε το παράθυρο και μελετούσε στ' άστρα τον καιρί και τη
μοίρα
σα ν' άνοιγε της Πλάσης τη μεγάλη Βίβλο και να διάβαζε μονα-
χός τους ψαλμούς του Δαυίδ μπροστά σε Σένα.

Τότες κ' εμείς, παιδιά, που ξαγρυπνούσαμε κρυφά κουκουλωμένοι
στη βελέντζα
ακούγαμε σαν μέσα από ξερό πηγάδι τη φωνή Σου
ακούγαμε σαν μέσα απ' την παλιά κασέλα τη ζωγραφιστή με
μαύρα κυπαρίσσια
«έννοια σου, εγώ είμαι εδώ» κι αποκοιμιόμασταν σφίγγοντας ένα
αστέρι στην καρδιά μας
και μες στον ύπνο μας ακούγαμε κάποιους που εφτάναν, κάποιους
που έφευγαν
κάτι μουγγά χτυπήματα σάμπως να κρούονταν άρματα
καψούλια που άναβαν μακριά μες στους καπνούς κ' ένα φεγγάρι
σίγουρο σαν του Νικηταρά το γόνατο
χέρια φαρδιά που σφίγγονταν κι ορκίζονταν απάνου στο σπαθί του
Μακρυγιάννη
και μισανοίγοντας τα μάτια μας βλέπαμε ορθό τον Πρόγονο στην
πόρτα να γεμίζει τη μπασιά με την αντρειά του
σα σφουγγαράς μέσα στης νύχτας τα νερά που γύρω του γλυ-
στρούσανε των αστεριών τα ψάρια

κ' έτσι να λέει σε κάποιονε που φεύγει «καλό βόλι». 

 
ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ XIV
«Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.»

Detail, Henri Matisse, Large Composition with Masks 1953,
National Gallery of Art, Washington.
Τ' ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας.
Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομέ-
νουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάν-
τοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα)
και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να
κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βου-
νό απ' τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε το-
σο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντι-
στρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθ-
μός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους
άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».