Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών IV. Χώσε τα μάτια σου βαθιά μέσα στ' αστέρια ... να μας κεράσεις το χορό να σκάσουμε το χάρο

Πάνου στο ελάτι πελεκήσαν την κολώνα σου οι βουνόζωστοι
πάνου στην πέτρα πελεκήσαν τη σιωπή σου οι θεριστάδες
τα περιστέρια σούφεραν χρωματιστά πεσκίρια
άσπροι λαγοί σου χάρισαν ένα ζευγάρι Απρίληδες
κι ο γλάρος μια κορδέλα φως σιδερωμένη απ' τα δελφίνια.
Σπετσιώτικα καράβια με τριπλά πανιά σου άναψαν τα μελτέμια
μπάρκα μονεβασίτικα σου στείλαν το φεγγάρι να λευκάνεις τα
προικιά σου
κι ο κοκοβιός τρεκλίζοντας σου κουβαλεί δυο δειλινά για πανω-
σέντονα
κ' έναν καθρέφτη γαλανό στο αλάτι σκαλισμένον.

Στρώσε ξανά στρώμα φαρδύ με δροσερά καλαμποκόφυλλα
χώσε τα μάτια σου βαθιά μέσα στ' αστέρια
έτσι που χώνεται το χέρι μες στ' αμπάρι με τα μύγδαλα
να μας φιλέψεις, άι, Κυρά, που καρτεράμε στην αυλή σου
να μας κεράσεις το χορό να σκάσουμε το χάρο.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών ΙΙΙ
... κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την/άγια σπάθα/είσαι η ομορφιά κ' η λεβεντιά κ' είσαι η Ελλάδα.

sunset paintings leonid afremov
Κυρά των Αμπελιών, πώς να κρατήσουμε στους ώμους μας τόσο
ουρανό
πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δέντρων;

Ένα δελφίνι αστράφτοντας κόβει τη σιγαλιά της θάλασσας
έτσι που το μαχαίρι κόβει το ψωμί πάνου στη τάβλα των ψα-
ράδων
έτσι που η πρώτη αχτίνα κόβει τ’ όνειρο.

Πέτρα στην πέτρα λάμπει ο δρόμος και πουλί με το πουλί ανε-
βαίνει η σκάλα
κι ο ήλιος, μισός στη θάλασσα, μισός στα ουράνια, λαμπαδιάζει
όπως το πορτοκάλι μες τη φούχτα σου κι όπως τ’ αυτί σου κά-
του απ’ τα μαλλιά σου.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στο κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την
άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κ' η λεβεντιά κ' είσαι η Ελλάδα.

Όπως περνάς ανάμεσα στ’ αραποσίτια σκίζοντας του αγέρα το
μετάξι
ξανθές οι φούντες του καλαμποκιού σου τρίβονται στις αμασκάλες
σα να σου τρίβεται το νιόφυτο μουστάκι του τσοπάνου
και κύμα-κύμα η ανατριχίλα χύνεται στα στάχυα
κ’ ήχο τον ήχο τα πλατάνια γέρνουνε στις κρήνες
κ’ είναι γύρω-τριγύρω τα βουνά σαν τα σταμιά που καρτεράνε
να γεμίσουν.

Κυρά των Αμπελιών πάνου στα στήθια μας αντιφεγγίζει η
όψη σου
όπως φωτάει ένα άσπρο σύγνεφο τα δασωμένα βουνοπλάγια
και το ποτάμι σ’ ακολουθάει σαν ήρεμο λιοντάρι
όταν μοιράζεις τις αχτίνες στα νερόκλαδα
όταν μοιράζεις στους βοσκούς μπαρούτι και τραγούδι
και σε φωνάζουν αδελφή τ’ άλογα και τα προβατάκια.

Αθήνα 1945-1947

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών II. Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου»

Κυρά, μέσα στο σπίτι μας κανείς ποτέ δε μίλαγε για σένανε
όμοια καθώς δε λέγαμε «ανασαίνω για να ζήσω», μοναχά ανα-
σαίναμε,
κι όταν, φορές-φορές, η πίκρα μάς μαντάλωνε το στόμα
σε βλέπαμε να στραφταλίζεις μονομιάς πίσω απ' τους ώμους της
μητέρας
έτσι που μιάν αυγή κατηφορώντας κακοτράχαλη πλαγιά κατά τον
κάμπο
βλέπουμε την καμένη από τον πάγο αμυγδαλιά να φέγγει μέσα
στα λουλούδια της.

Το ίδιο, κι ας μην το λέγαμε, σε βλέπαμε να τριγυρνάς νοικο-
ρά στα δώματα δίχως ν' ακούγονται τα γυμνά πόδια σου
κ' είσουνα εκεί, στη σιγαλιά που κατακάθιζε στις τέσσερις γω-
νιές μετά το δείπνο
στη σιγαλιά που γίνονταν τη νύχτα ανάμεσα στην αστραπή και
στη βροντή της θύελλας
τότε που βλέπαμε απ' τα τζάμια να κρεμάν οι μουσκεμένοι Αγ-
γέλοι στ' ακροβούνια
κάτι μεγάλες ανεμόσκαλες από νερό και λάμψη.

Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα
είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου»
στο χέρι της γιαγιάς πούκανε το σταυρό της μουρμουρίζοντας «δι'
ευχών των Αγίων Πατέρων»
στο χέρι που σταυρώνει το ψωμί με το μαχαίρι, σίγουρο και τίμιο
στη σκιά του κύρη που μας τύλιγε με μια παλληκαρίσιαν άχνα
και στο μικρό χαμόγελο της μάνας μας που το κρεμούσε πάνω
απ' το πανέρι της με τις χρωματιστές κλωστές και με τις δαχτυ-
λήθρες
την ώρα που, σα στόμα γκαρδιακό, το σπιτικό ψαλίδι, κόβοντας
το νταμωτό πουκάμισο του Μάη,
έλεγε ντροπαλά «με γεια και με χαρά σου».

Συχνά-πυκνά μάς βρίσκαν δύσκολες χρονιές κ' έμεναν άδεια του
λαδιού τα κιούπια
κ' έμεναν άδεια του σταριού τ' αμπάρια σαν την Άγια Τράπεζα
που τη διαγούμισαν οι ανέμοι και τα χρόνια
κάθε φορά που ερχόνταν κάτι ξένοι με γυαλιστερά κουμπιά και
ψηλές μπότες.

Τότες η μάνα μας κοιτούσε τ' απογέματα τ' άσπρο τετράγωνο
του φεγγαριού να σέρνεται στο πάτωμα
σαν κάποιο γράμμα που της ήρθε από μακριά, κ' έσφιγγε το πι-
κρό σαγόνι της.
Τότες το μεσονύχτι σηκωνόταν ο πατέρας μας και καθόταν στου
κρεββατιού την άκρη,
έχωνε το πηγούνι του στις φούχτες του σα δαγκωμένο βόλι
κι άνοιγε το παράθυρο και μελετούσε στ' άστρα τον καιρί και τη
μοίρα
σα ν' άνοιγε της Πλάσης τη μεγάλη Βίβλο και να διάβαζε μονα-
χός τους ψαλμούς του Δαυίδ μπροστά σε Σένα.

Τότες κ' εμείς, παιδιά, που ξαγρυπνούσαμε κρυφά κουκουλωμένοι
στη βελέντζα
ακούγαμε σαν μέσα από ξερό πηγάδι τη φωνή Σου
ακούγαμε σαν μέσα απ' την παλιά κασέλα τη ζωγραφιστή με
μαύρα κυπαρίσσια
«έννοια σου, εγώ είμαι εδώ» κι αποκοιμιόμασταν σφίγγοντας ένα
αστέρι στην καρδιά μας
και μες στον ύπνο μας ακούγαμε κάποιους που εφτάναν, κάποιους
που έφευγαν
κάτι μουγγά χτυπήματα σάμπως να κρούονταν άρματα
καψούλια που άναβαν μακριά μες στους καπνούς κ' ένα φεγγάρι
σίγουρο σαν του Νικηταρά το γόνατο
χέρια φαρδιά που σφίγγονταν κι ορκίζονταν απάνου στο σπαθί του
Μακρυγιάννη
και μισανοίγοντας τα μάτια μας βλέπαμε ορθό τον Πρόγονο στην
πόρτα να γεμίζει τη μπασιά με την αντρειά του
σα σφουγγαράς μέσα στης νύχτας τα νερά που γύρω του γλυ-
στρούσανε των αστεριών τα ψάρια

κ' έτσι να λέει σε κάποιονε που φεύγει «καλό βόλι». 

 
ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ XIV
«Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.»

Detail, Henri Matisse, Large Composition with Masks 1953,
National Gallery of Art, Washington.
Τ' ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας.
Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομέ-
νουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάν-
τοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα)
και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να
κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βου-
νό απ' τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε το-
σο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντι-
στρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθ-
μός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους
άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών I — Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων


Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευ-
κόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσο-
πάνων,
πάνω στη φούστα σου ο αυγερινός διάνευε τους πλατιούς ίσκιους
των κληματόφυλλων
δυό αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκου-
λαρίκια
και τα πορτοκαλάνθια σού έφεγγαν τη μαύρη, την καμένη στράτα.

Κυρά μελαχρινή που η αντηλιά σού χρύσωσε τα χέρια σαν της
Παναγιάς το κόνισμα,
πίσω στο σβέρκο σου, στο χνούδι το σγουρό, σπίθιζε το δροσό της
νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου να χυθεί στη ζεστασιά του
κόρφου σου.

Κι είταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα σ' ελατίσιο κάδο
και τ’ οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βα-
γιώνε
κ' έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του καθώς που βγαίνει ο κά-
βουρας από το νερό στο περιγιάλι
κι αστράφτει στο νωπό καβούκι του γαλάζιο το πρωινό με δυο
κουκκίδες άστρα.

Κυρά τρανή τί σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τί σιγανό το βήμα σου κ' η ανάσα του ψαριού πλάι στο φεγγάρι
τί σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα μπροστά στης μαργαρίτας
το ξωκλήσι
Ά, τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η πούλια σού κρεμάει στο μέτωπο το εφτάκλωνο κλαδάκι
της γαζίας.
ά, πόση λουλουδόσκονη στριμώγνεται στης μέλισσας το σώμα για
το μέλι
πόση σιωπή μες τη καρδιά σου για τραγούδι.

Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή σ’ άτρεμο ρίγος
και σένα, τα δυο σου χέρια, δετά γύρω στο γόνα της γαλήνης
φέγγουν
σάμπως δυο περιστέρια φως ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.


Η ποιητική σύνθεση «Η Κυρά των Αμπελιών» του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990) γράφτηκε στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου κι εκδόθηκε το 1954 ως μέρος της τριλογίας «Αγρύπνια», μαζί με τη «Ρωμιοσύνη» και τα «Τρία χορικά».
Με τα έργα αυτά ο ποιητής επωμίζεται αποφασιστικά ένα ρόλο συνειδητού εντολοδόχου της λαϊκής ψυχής αναδεικνύοντας τη βαθιά σχέση του Έλληνα με τη γη που τον γέννησε.

Η χαρακτηριστική και επαναλαμβανόμενη χρήση του προσωνυμίου «κυρά» αποτελεί μια τρυφερή και συγκινητική επίκληση μιας γυναικείας μορφής που λειτουργεί συμβολικά ως αρχετυπικός φορέας της ίδιας της Ελλάδας και της Ρωμιοσύνης.

Το έργο γνώρισε διπλή δισκογραφική καταγραφή, μία σε μορφή απαγγελίας και μία μελοποιημένη. Η δεύτερη εκδοχή καταγράφεται στον θαυμάσιο ομώνυμο δίσκο του Γιώργου Κοτσώνη (Lyra, 1975). Εδώ σας παρουσιάζω την πρώτη εκδοχή, ένα σπάνιο ντοκουμέντο του 1963, όπου ο ίδιος ο ποιητής, στην πρώτη του εμφάνιση σε δισκογραφημένη έκδοση έργου του, απαγγέλλει συγκλονιστικά το έργο συνοδευόμενος διακριτικά από μια όμορφη λυρική μουσική σύνθεση με βουκολικά χρώματα γραμμένη από τον ζακυνθινό συνθέτη Άκη Λυμούρη.
Ο συνθέτης μας έχει δώσει κι άλλες ανάλογες ηχογραφήσεις με ποιητές, όπως ο Λόρκα και ο Καββαδίας. 
Από τη σπάνια σειρά αυτών των ιστορικών ηχογραφήσεων η παρούσα χρονολογείται από το 1963 για λογαριασμό της περιθωριακής εταιρίας Rodstrof, η οποία δεν υφίσταται πλέον, και είναι η πιο σημαντική, αν και δυστυχώς παραμένει, δεκαετίες τώρα, εκτός επίσημης δισκογραφίας.


Πηγή: synfika

Ηλίας Κατσούλης - Ιούλιος πορθητής

Peder Severin Krøyer: Summer Evening at Skagen Beach
The Artist and his Wife (1899)
Φοράει νύχτα στα μαλλιά του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή.

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε παϊτόνι ολόχρυσο στους δρόμους τ' ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού.

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιός τ αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άστρο ανέσπερο και φως εωθινό.