Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών II. Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου»

Κυρά, μέσα στο σπίτι μας κανείς ποτέ δε μίλαγε για σένανε
όμοια καθώς δε λέγαμε «ανασαίνω για να ζήσω», μοναχά ανα-
σαίναμε,
κι όταν, φορές-φορές, η πίκρα μάς μαντάλωνε το στόμα
σε βλέπαμε να στραφταλίζεις μονομιάς πίσω απ' τους ώμους της
μητέρας
έτσι που μιάν αυγή κατηφορώντας κακοτράχαλη πλαγιά κατά τον
κάμπο
βλέπουμε την καμένη από τον πάγο αμυγδαλιά να φέγγει μέσα
στα λουλούδια της.

Το ίδιο, κι ας μην το λέγαμε, σε βλέπαμε να τριγυρνάς νοικο-
ρά στα δώματα δίχως ν' ακούγονται τα γυμνά πόδια σου
κ' είσουνα εκεί, στη σιγαλιά που κατακάθιζε στις τέσσερις γω-
νιές μετά το δείπνο
στη σιγαλιά που γίνονταν τη νύχτα ανάμεσα στην αστραπή και
στη βροντή της θύελλας
τότε που βλέπαμε απ' τα τζάμια να κρεμάν οι μουσκεμένοι Αγ-
γέλοι στ' ακροβούνια
κάτι μεγάλες ανεμόσκαλες από νερό και λάμψη.

Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα
είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου»
στο χέρι της γιαγιάς πούκανε το σταυρό της μουρμουρίζοντας «δι'
ευχών των Αγίων Πατέρων»
στο χέρι που σταυρώνει το ψωμί με το μαχαίρι, σίγουρο και τίμιο
στη σκιά του κύρη που μας τύλιγε με μια παλληκαρίσιαν άχνα
και στο μικρό χαμόγελο της μάνας μας που το κρεμούσε πάνω
απ' το πανέρι της με τις χρωματιστές κλωστές και με τις δαχτυ-
λήθρες
την ώρα που, σα στόμα γκαρδιακό, το σπιτικό ψαλίδι, κόβοντας
το νταμωτό πουκάμισο του Μάη,
έλεγε ντροπαλά «με γεια και με χαρά σου».

Συχνά-πυκνά μάς βρίσκαν δύσκολες χρονιές κ' έμεναν άδεια του
λαδιού τα κιούπια
κ' έμεναν άδεια του σταριού τ' αμπάρια σαν την Άγια Τράπεζα
που τη διαγούμισαν οι ανέμοι και τα χρόνια
κάθε φορά που ερχόνταν κάτι ξένοι με γυαλιστερά κουμπιά και
ψηλές μπότες.

Τότες η μάνα μας κοιτούσε τ' απογέματα τ' άσπρο τετράγωνο
του φεγγαριού να σέρνεται στο πάτωμα
σαν κάποιο γράμμα που της ήρθε από μακριά, κ' έσφιγγε το πι-
κρό σαγόνι της.
Τότες το μεσονύχτι σηκωνόταν ο πατέρας μας και καθόταν στου
κρεββατιού την άκρη,
έχωνε το πηγούνι του στις φούχτες του σα δαγκωμένο βόλι
κι άνοιγε το παράθυρο και μελετούσε στ' άστρα τον καιρί και τη
μοίρα
σα ν' άνοιγε της Πλάσης τη μεγάλη Βίβλο και να διάβαζε μονα-
χός τους ψαλμούς του Δαυίδ μπροστά σε Σένα.

Τότες κ' εμείς, παιδιά, που ξαγρυπνούσαμε κρυφά κουκουλωμένοι
στη βελέντζα
ακούγαμε σαν μέσα από ξερό πηγάδι τη φωνή Σου
ακούγαμε σαν μέσα απ' την παλιά κασέλα τη ζωγραφιστή με
μαύρα κυπαρίσσια
«έννοια σου, εγώ είμαι εδώ» κι αποκοιμιόμασταν σφίγγοντας ένα
αστέρι στην καρδιά μας
και μες στον ύπνο μας ακούγαμε κάποιους που εφτάναν, κάποιους
που έφευγαν
κάτι μουγγά χτυπήματα σάμπως να κρούονταν άρματα
καψούλια που άναβαν μακριά μες στους καπνούς κ' ένα φεγγάρι
σίγουρο σαν του Νικηταρά το γόνατο
χέρια φαρδιά που σφίγγονταν κι ορκίζονταν απάνου στο σπαθί του
Μακρυγιάννη
και μισανοίγοντας τα μάτια μας βλέπαμε ορθό τον Πρόγονο στην
πόρτα να γεμίζει τη μπασιά με την αντρειά του
σα σφουγγαράς μέσα στης νύχτας τα νερά που γύρω του γλυ-
στρούσανε των αστεριών τα ψάρια

κ' έτσι να λέει σε κάποιονε που φεύγει «καλό βόλι». 

 
ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ XIV
«Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.»

Detail, Henri Matisse, Large Composition with Masks 1953,
National Gallery of Art, Washington.
Τ' ανώτερα μαθηματικά μου τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας.
Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

1. Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομέ-
νουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

2. Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάν-
τοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

3. Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα)
και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να
κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

4. Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βου-
νό απ' τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

5. Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε το-
σο ίσες δόσεις που δε μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

6. Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντι-
στρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθ-
μός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

7. Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους
άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών I — Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων


Κυρά των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευ-
κόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσο-
πάνων,
πάνω στη φούστα σου ο αυγερινός διάνευε τους πλατιούς ίσκιους
των κληματόφυλλων
δυό αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκου-
λαρίκια
και τα πορτοκαλάνθια σού έφεγγαν τη μαύρη, την καμένη στράτα.

Κυρά μελαχρινή που η αντηλιά σού χρύσωσε τα χέρια σαν της
Παναγιάς το κόνισμα,
πίσω στο σβέρκο σου, στο χνούδι το σγουρό, σπίθιζε το δροσό της
νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου να χυθεί στη ζεστασιά του
κόρφου σου.

Κι είταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα σ' ελατίσιο κάδο
και τ’ οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βα-
γιώνε
κ' έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του καθώς που βγαίνει ο κά-
βουρας από το νερό στο περιγιάλι
κι αστράφτει στο νωπό καβούκι του γαλάζιο το πρωινό με δυο
κουκκίδες άστρα.

Κυρά τρανή τί σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τί σιγανό το βήμα σου κ' η ανάσα του ψαριού πλάι στο φεγγάρι
τί σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα μπροστά στης μαργαρίτας
το ξωκλήσι
Ά, τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η πούλια σού κρεμάει στο μέτωπο το εφτάκλωνο κλαδάκι
της γαζίας.
ά, πόση λουλουδόσκονη στριμώγνεται στης μέλισσας το σώμα για
το μέλι
πόση σιωπή μες τη καρδιά σου για τραγούδι.

Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή σ’ άτρεμο ρίγος
και σένα, τα δυο σου χέρια, δετά γύρω στο γόνα της γαλήνης
φέγγουν
σάμπως δυο περιστέρια φως ασάλευτα πάνω απ’ το δάσος.


Η ποιητική σύνθεση «Η Κυρά των Αμπελιών» του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990) γράφτηκε στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου κι εκδόθηκε το 1954 ως μέρος της τριλογίας «Αγρύπνια», μαζί με τη «Ρωμιοσύνη» και τα «Τρία χορικά».
Με τα έργα αυτά ο ποιητής επωμίζεται αποφασιστικά ένα ρόλο συνειδητού εντολοδόχου της λαϊκής ψυχής αναδεικνύοντας τη βαθιά σχέση του Έλληνα με τη γη που τον γέννησε.

Η χαρακτηριστική και επαναλαμβανόμενη χρήση του προσωνυμίου «κυρά» αποτελεί μια τρυφερή και συγκινητική επίκληση μιας γυναικείας μορφής που λειτουργεί συμβολικά ως αρχετυπικός φορέας της ίδιας της Ελλάδας και της Ρωμιοσύνης.

Το έργο γνώρισε διπλή δισκογραφική καταγραφή, μία σε μορφή απαγγελίας και μία μελοποιημένη. Η δεύτερη εκδοχή καταγράφεται στον θαυμάσιο ομώνυμο δίσκο του Γιώργου Κοτσώνη (Lyra, 1975). Εδώ σας παρουσιάζω την πρώτη εκδοχή, ένα σπάνιο ντοκουμέντο του 1963, όπου ο ίδιος ο ποιητής, στην πρώτη του εμφάνιση σε δισκογραφημένη έκδοση έργου του, απαγγέλλει συγκλονιστικά το έργο συνοδευόμενος διακριτικά από μια όμορφη λυρική μουσική σύνθεση με βουκολικά χρώματα γραμμένη από τον ζακυνθινό συνθέτη Άκη Λυμούρη.
Ο συνθέτης μας έχει δώσει κι άλλες ανάλογες ηχογραφήσεις με ποιητές, όπως ο Λόρκα και ο Καββαδίας. 
Από τη σπάνια σειρά αυτών των ιστορικών ηχογραφήσεων η παρούσα χρονολογείται από το 1963 για λογαριασμό της περιθωριακής εταιρίας Rodstrof, η οποία δεν υφίσταται πλέον, και είναι η πιο σημαντική, αν και δυστυχώς παραμένει, δεκαετίες τώρα, εκτός επίσημης δισκογραφίας.


Πηγή: synfika

Ηλίας Κατσούλης - Ιούλιος πορθητής

Peder Severin Krøyer: Summer Evening at Skagen Beach
The Artist and his Wife (1899)
Φοράει νύχτα στα μαλλιά του φεγγαριού την άλω
να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή
από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο
και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή.

Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει
σε παϊτόνι ολόχρυσο στους δρόμους τ' ουρανού
και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει
και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού.

Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι
είναι του μήνα Καίσαρα το βιός τ αληθινό
κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι
έγινε άστρο ανέσπερο και φως εωθινό.

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Οι τάφοι των προγόνων μας

Graveyard in Moonlight



Έπρεπε να φυλάμε τους νεκρούς μας και τη δύναμή τους μήπως
   καμμιάν ώρα
οι αντίπαλοί μας τους ξεθάψουν και τους πάρουν μαζί τους. Και,
   τότε,
χωρίς τη δική τους προστασία, διπλά θα κινδυνεύαμε. Πώς πια
   θα ζούσαμε
χωρίς τα σπίτια, τα έπιπλά μας, τα χωράφια μας, χωρίς,
   προπάντων,
τους τάφους των προγόνων μας, πολεμιστών ή σοφών; Ας
   θυμηθούμε
πώς οι Σπαρτιάτες κλέψανε τα οστά του Ορέστη απ’ την Τεγέα.
   Θά ’πρεπε
ποτέ οι εχθροί μας να μην ξέρουν πού τους έχουμε θαμμένους.
   Όμως,
πώς θα μπορούσαμε ποτέ να ξέρουμε ποιοί ’ναι οι εχθροί μας
ή πότε κι από πού θα εμφανιστούν; Όχι, λοιπόν, μεγαλόπρεπα
   μνήματα,
όχι φανταχτερά στολίδια – αυτά κινούν την προσοχή και το φθόνο.
   Οι νεκροί μας
δεν τά ’χουν διόλου ανάγκη, – ολιγαρκείς, σεμνοί κι αμίλητοι
   τώρα,
αδιαφορούν για το υδρομέλι, τ’ αναθήματα, τις μάταιες δόξες.
   Κάλλιο
μιά σκέτη πέτρα και μιά γλάστρα γεράνια, μυστικό σημάδι,
ή και καθόλου. Σαν πιο σίγουρο, ναν τους κρατούμε εντός μας,
   αν μπορούμε,
κι ακόμη πιο καλά μήτε κι εμείς να μη γνωρίζουμε πού κείνται.
Έτσι που γίνανε τα πράγματα στα χρόνια μας –ποιός ξέρει–
μπορεί κι οι ίδιοι εμείς ναν τους ξεθάβαμε, ναν τους πετούσαμε
   μια μέρα.

              

Λέρος 20.ΙΙΙ.68

Από την ποιητική συλλογή: «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1972).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 39.


Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ XXIII
«Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού
στην παιδική του ηλικία ο ήλιος.»

Удивительные картины Леонида Афремова
Леонид Афремов afremov.com
XXIII
Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού στην παιδικήτου ηλικία ο ήλιος. Από κει ο τρόπος που λάμπει στα ματοτσίνορα·και το δροσό που κρατά στους τοίχους με τις αγιογραφίες, Ιούλιο μή-να, το καταμεσήμερο.
Αφήνω τη διαφάνεια. Που έτσι και το φέρει η τύχη ν' αγαπήσεις μιακοπέλα, βλέπεις μέσα της: όπως στα ποιήματα.
Εάν υπάρχει ένας τρόπος να πεθάνεις χωρίς ν' αφανίζεσαι - είναιαυτός: μία διαφάνεια όπου τα ύστατα συστατικά σου -δρόσος, φω-τιά- όντας ορατά για όλους, έτσι κι αλλιώς, θα υπάρχεις κι εσύ εσαεί.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)