Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μες στην αγάπη μας.../«... μες στην αγάπη μας μια λάμπα φέγγει στους ταπεινούς/μες στην αγάπη μας αχνίζει ένα ψωμί για όλους τους/πεινασμένους... »

Από τη συλλογή «ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ» (1952)
V (απόσπασμα)
Και να,
Που πια δεν είμαστε εμείς οι δυο μες στην αγάπη μας.

Μες στην αγάπη μας η πεθαμένη μου μητέρα ανεβαίνει
έναν άσπρο λόφο
και μαζεύει στην ποδιά της τις αχτίδες του πρωινού
μες στην αγάπη μας διαβαίνουν με καντάδες όλα τα σκοτωμένα
παιδιά της γειτονιάς μας
μες στην αγάπη μας όλα τα μαραμένα κορίτσια δεν αναστενάζουν
πια
μα έχουν κι αυτά ένα χαμόγελο, ένα λουλούδι κ’ ένα παλληκάρι
που θα του δοθούνε
κι εκείνο το άλαλο παιδάκι της γειτονιάς μες στην αγάπη μας
μπορεί και τραγουδάει
μες στην αγάπη μας μια λάμπα φέγγει στους ταπεινούς
μες στην αγάπη μας αχνίζει ένα ψωμί για όλους τους
πεινασμένους
μες στην αγάπη μας είναι ένα δροσερό κλωνάρι
ένα σπουργίτι
μια φυσαρμόνικα
μες στην αγάπη μας όλοι οι νεκροί δεν είναι άγνωστοι πια
μες στην αγάπη μας χιλιάδες άνθρωποι βαδίζουν με σημαίες
άλλος πέφτει, άλλοι τρέχουν αμέσως και σηκώνουν τη σημαία του
κι όλο βαδίζουν κι όλο προχωράνε κι όλο πηγαίνουν με
ζητωκραυγές
μες στην αγάπη μας.

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Το υπόγειο. «α, εσείς, εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου, βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου...»

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,
άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,
θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος, μέσα
σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα, τις δίψες,
τις παραχωρήσεις,
μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου
συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
να τελειώνω ―
α, εσείς, εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,
όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις μου
την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων φτωχών προγόνων,
κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή
με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Eίμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο το υγρό
υπόγειο, έξω βρέχει,
ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,
ένας Θεός καθόλου αθάνατος,
γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική
κι ανεπανάληπτη στιγμή του.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1958-1964)
Ο τίτλος του ποιήματος σε πρώτο επίπεδο αποτελεί έναν τοπικό προσδιορισμό, υπό την έννοια πως το ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται σ’ ένα υπόγειο τη στιγμή που προχωρά στο δύσκολο απολογισμό της ζωής και των πεπραγμένων του.
Συνάμα, όμως, ο τίτλος λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα, καθώς υποδεικνύει αφενός σε πόσο υποδεέστερη θέση βρίσκεται σε σχέση με τον δημιουργό του σύμπαντος, τον Θεό, αλλά πολύ περισσότερο σε πόσο χαμηλή οικονομική και κοινωνική κλίμακα βρίσκεται σε σχέση με άλλους πιο ευκατάστατους πολίτες.
Το υγρό υπόγειο στο οποίο βρίσκεται ολομόναχος ο ποιητής υποδηλώνει πως η ζωή του δεν είχε την ευκολία της οικονομικής άνεσης, γεγονός που προσέθεσε πολλούς επιπλέον καημούς και βάσανα στον ούτως ή άλλως δύσκολο αγώνα που δίνει κάθε άνθρωπος.
Σ’ αυτή την πραγματικότητα, όμως, εντοπίζεται και η ιδιαίτερη αξία του μηνύματος που θέλει να περάσει ο Λειβαδίτης, καθώς το γεγονός ότι ο ίδιος, αν και βρίσκεται σε άσχημη οικονομική κατάσταση, κατορθώνει εντούτοις να εκτιμήσει την αξία της ζωής και κάθε συγκλονιστική και ανεπανάληπτη στιγμή της, φανερώνει τη βαθιά αισιοδοξία αυτών των στίχων.
Ο ποιητής θέλει να τονίσει, επομένως, πως ακόμη κι αν κάποιος βρίσκεται στο «υπόγειο» της κοινωνικής και οικονομικής κλίμακας∙ ακόμη κι αν έχει βιώσει πολύ δύσκολες καταστάσεις κι έχει μετανιώσει για πολλά πράγματα, δεν θα πρέπει εντούτοις να παραγνωρίζει τη μοναδικότητα της ζωής και την πολύτιμη φύση της, εφόσον είναι μία, προσωρινή και ανεπανάληπτη για τον κάθε άνθρωπο.
........
περισσότερα εδώ

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Μανόλης Ἀναγνωστάκης — Θά ῾ρθει μιὰ μέρα / «Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τή ζωή νά βρεῖ τουλάχιστο τόν ἔρωτα, μά δέν βρίσκει τίποτα.»

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.


Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἡ συντροφιά

Eric Enstrom - Grace
Σάν Εὐαγγέλιο κλειστό στό τραπέζι
τό μαῦρο ψωμί. Καί μέσα του χέρια.
Ἐκεῖνο πού κράτησε τό στάρι καί τὄσπειρε,
αὐτό πού τό θέρισε, αὐτό πού τό ζύμωσε.
Δέν εἶμαι μόνος.
Πρωτοδημοσιεύθηκε στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ το 1963

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

Νικηφόρος Βρεττάκος — Τό δύσκολο ὄρος
“Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀλήθεια κ’ ἡ ἀλήθεια ἀγάπη”.

Jesus Goes Up Alone Onto A Mountain to Pray by James Tissot
Πῆρε τούς μαθητές του ὁ Ἰησοῦς κι ἀνηφόρισε
στό δύσκολο Όρος, στήν κορφή του ὅπου εἶναι
μόνος κανείς, σέ σύννεφα ἀνάμεσα καί σέ ἀνέμους.
Καί εἶπε, χωρίς νά ξέρει ἄν ἀκούγεται:
“Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀλήθεια κ’ ἡ ἀλήθεια ἀγάπη”.
Καί τό ὅτι κανείς δέν κατάλαβε τίποτε
τό εἶδε στά πρόσωπα τῶν μαθητῶν του
πού κοιταζόντουσαν.
Νιώθοντας μόνος
ἀνάμεσα στό κενό καί τό ψύχος,
ἔμεινε ἀκίνητος ὡς νά μαρμάρωσε
καί βυθίστη σέ συλλογή: “Γιά πόσον καιρό;”
Καί βλέποντας κάτω τή θάλασσα,
ταράχθηκε σφόρδα: “Ὥσπου τό πλήρωμα
νά ρθεῖ τῆς ἀγάπης, μπορεῖ νά χρειαστοῦν
τόσα δάκρυα ὅσα εἶναι ὅλες οἱ θάλασσες”.
Καί ξεκίνησε ἔπειτα, ἔτσι ὅπως ἤτανε,
γιά τούς αἰῶνες. Μετακινιόταν τό Ὅρος,
μέ αὐτόν στήν κορφή, διπλωμένον στά σύννεφα.
Από το "ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ",1983

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Σωφρόνιος Ιεροσολύμων — Ευχή του Μεγάλου Αγιασμού. Σήμερον ὁ Παράδεισος ἠνέωκται τοῖς ἀνθρώποις, καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος καταυγάζει ἡμῖν.

Βάπτιση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1597-1600)

Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων

Τριὰς ὑπερούσιε, ὑπεράγαθε, ὑπέρθεε,

παντοδύναμε, παντεπίσκοπε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε.
Δημιουργὲ τῶν νοερῶν οὐσιῶν
καὶ τῶν λογικῶν φύσεων,
ἡ ἔμφυτος ἀγαθότης, τὸ Φῶς τὸ ἀπρόσιτον,
τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον,
λάμψον κἀμοὶ τῷ ἀναξίῳ δούλῳ σου,
φώτισόν μου τῆς διανοίας τὰ ὄμματα,
ὅπως ἀνυμνῆσαι τολμήσω τὴν ἄμετρον εὐεργεσίαν καὶ δύναμιν.

Εὐπρόσδεκτος γενέσθω ἡ παρ᾽ ἐμοῦ δέησις
διὰ τὸν παρεστῶτα λαόν,
ὅπως τὰ πλημμελήματά μου μὴ κωλύσωσιν
ἐνθάδε παραγενέσθαι τὸ ἅγιόν σου Πνεῦμα,
ἀλλὰ συγχώρησόν μοι ἀκατακρίτως
βοᾶν σοι καὶ λέγειν καὶ νῦν, Ὑπεράγαθε·

Δοξάζομέν σε Δέσποτα φιλάνθρωπε,
Παντοκράτορ, προαιώνιε Βασιλεῦ.
Δοξάζομέν σε τὸν Κτίστην,
καὶ Δημιουργὸν τοῦ παντός.
Δοξάζομέν σε, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ μονογενές,
τὸν ἀπάτορα ἐκ Μητρός, καὶ ἀμήτορα ἐκ Πατρός·
ἐν γὰρ τῇ προλαβούσῃ Ἑορτῇ
νήπιόν σε εἴδομεν,
ἐν δὲ τῇ παρούσῃ τέλειόν σε ὁρῶμεν,
τὸν ἐκ τελείου τέλειον ἐπιφανέντα Θεὸν ἡμῶν.

Σήμερον γὰρ ὁ τῆς Ἑορτῆς ἡμῖν ἐπέστη καιρός,
καὶ χορὸς ἁγίων ἐκκλησιάζει ἡμῖν,
καὶ Ἄγγελοι μετὰ ἀνθρώπων συνεορτάζουσι.
Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
ἐν εἴδει περιστερᾶς, τοῖς ὕδασιν ἐπεφοίτησε.
Σήμερον ὁ ἄδυτος Ἥλιος ἀνέτειλε,
καὶ ὁ κόσμος τῷ φωτὶ Κυρίου καταυγάζεται.
Σήμερον ἡ Σελήνη λαμπραῖς ταῖς ἀκτῖσι
τῷ κόσμῳ συνεκλαμπρύνεται.
Σήμερον οἱ φωτοειδεῖς ἀστέρες
τῇ φαιδρότητι τῆς λάμψεως
τὴν οἰκουμένην καλλωπίζουσι.
Σήμερον αἱ νεφέλαι ὑετὸν δικαιοσύνης
τῇ ἀνθρωπότητι οὐρανόθεν δροσίζουσι.
Σήμερον ὁ Ἄκτιστος ὑπὸ τοῦ ἰδίου πλάσματος
βουλῇ χειροθετεῖται.
Σήμερον ὁ Προφήτης καὶ Πρόδρομος
τῷ Δεσπότῃ προσέρχεται,
ἀλλὰ τρόμῳ παρίσταται, ὁρῶν Θεοῦ
πρὸς ἡμᾶς συγκατάβασιν.
Σήμερον τὰ τοῦ Ἰορδάνου νάματα
εἰς ἰάματα μεταποιεῖται
τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ.
Σήμερον ῥείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις ἀρδεύεται.
Σήμερον τὰ τῶν ἀνθρώπων πταίσματα
τοῖς ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἀπαλείφονται.
Σήμερον ὁ Παράδεισος ἠνέωκται τοῖς ἀνθρώποις,
καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος καταυγάζει ἡμῖν.
Σήμερον τὸ πικρὸν ὕδωρ, τὸ ἐπὶ Μωϋσέως τῷ λαῷ,
εἰς γλυκύτητα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ.
Σήμερον τοῦ παλαιοῦ θρήνου ἀπηλλάγημεν
καὶ ὡς νέος Ἰσραὴλ διεσώθημεν.
Σήμερον τοῦ σκότους ἐλυτρώθημεν,
καὶ τῷ φωτὶ τῆς θεογνωσίας καταυγαζόμεθα.
Σήμερον ἡ ἀχλὺς τοῦ κόσμου καθαίρεται
τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Σήμερον λαμπαδοφεγγεῖ πᾶσα ἡ κτίσις ἄνωθεν.
Σήμερον ἡ πλάνη κατήργηται,
καὶ ὁδὸν ἡμῖν σωτηρίας ἐργάζεται
ἡ τοῦ Δεσπότου ἐπέλευσις.
Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει,
καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ.
Σήμερον ἡ ἱερὰ καὶ μεγαλόφωνος
τῶν Ὀρθοδόξων πανήγυρις ἀγάλλεται.
Σήμερον ὁ Δεσπότης πρὸς τὸ βάπτισμα ἐπείγεται,
ἵνα ἀναβιβάσῃ πρὸς ὕψος τὸ ἀνθρώπινον.
Σήμερον ὁ ἀκλινὴς τῷ ἰδίῳ οἰκέτῃ ὑποκλίνεται,
ἵνα ἡμᾶς ἐκ τῆς δουλείας ἐλευθερώσῃ.
Σήμερον Βασιλείαν οὐρανῶν ὠνησάμεθα·
τῆς γὰρ Βασιλείας τοῦ Κυρίου οὐκ ἔσται τέλος.
Σήμερον γῆ καὶ θάλασσα τὴν τοῦ κόσμου χαρὰν ἐμερίσαντο,
καὶ ὁ κόσμος εὐφροσύνης πεπλήρωται.

Εἴδοσάν σε ὕδατα, ὁ Θεός,
εἴδοσάν σε ὕδατα καὶ ἐφοβήθησαν.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
θεασάμενος τὸ πῦρ τῆς θεότητος,
σωματικῶς κατερχόμενον,
καὶ εἰσερχόμενον ἐπ᾽ αὐτόν.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
θεωρῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον,
ἐν εἴδει περιστερᾶς κατερχόμενον,
καὶ περιϊπτάμενόν σοι.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
ὁρῶν τὸν Ἀόρατον ὁραθέντα,
τὸν Κτίστην σαρκωθέντα,
τὸν Δεσπότην ἐν δούλου μορφῇ.
Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,
καὶ τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν,
Θεὸν ἐν σαρκὶ καθορῶντα,
καὶ νεφέλαι φωνὴν ἔδωκαν,
θαυμάζουσαι τὸν παραγενόμενον,
φῶς ἐκ φωτός,
Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ,
δεσποτικὴν πανήγυριν σήμερον
ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ὁρῶντες,
αὐτὸν δὲ τὸν τῆς παρακοῆς θάνατον,
καὶ τὸ τῆς πλάνης κέντρον,
καὶ τὸν τοῦ, ᾍδου σύνδεσμον
ἐν τῷ Ἰορδάνῃ βυθίσαντα,
καὶ Βάπτισμα σωτηρίας τῷ κόσμῳ δωρησάμενον.
..........