Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XVIII
Δάγκωσ' τα χείλα σου, Κυρά, μην ακουστεί το σκούσμα.
Συδαύλα τη φωτιά — μηδέ ο στερνός μηδέ κι ο πρώτος.

Bierstadt Albert: "Storm over the Rocky Mountains"
Fogg Art Museum, Cambridge (USA)
Κλείσε, Κυρά, τα παραθύρια. Καβατζάρει ο άνεμος της νύχτας.
Μπαίνει απ' τη χαραμάδα η παγωνιά κι αχνίζει τον κατρέφτη.
Στη στέγη η προκαδούρα της φουρτούνας σπάει τα κεραμίδια
και μόνο το αχ του λυχναριού σταυροκοπιέται μες στο δώμα.

Σιγά, σιγά, μην τρίξει το σανίδι. Στο κελάρι ο ποντικός
μασάει τη μετζεσόλα της σιωπής. Σιγά — ποιος είναι;
Ανοίγει η πόρτα μόνη της και μπαίνει η θαλασσοδαρμένη Δέ-
.... σποινα.
Κάτου απ' τη μασκάλη της κρατάει τα ρούχα του πνιγμένου
— η πατατούκα η ναυτική κ' η ραβδωτή φανέλα
κ' η χάρτα με την έγνοια του μελετημένη στ' άστρα
κ' ένα αμπελόφυλλο από ξύλο — ακροπρεπίδι της Γοργόνας.

Δάγκωσ' τα χείλα σου, Κυρά, μην ακουστεί το σκούσμα.
Συδαύλα τη φωτιά — μηδέ ο στερνός μηδέ κι ο πρώτος.

Σπίθα τη σπίθα η αστραπή φωτίζει τα μπακίρια στο πατάρι
και το μεγάλο σπιτικό μας διπλοκρέββατο μ' όλους τους μπρούν-
.... τζους του μες στο σκοτάδι ανάβει
σαν Επιτάφιος του σπιτιού που όλος μοσκοβολά πορτοκαλάνθι
.... και μπαρούτι.

Κι απόμακρα μουγκό - μουγκό κορφή - κορφή το κορφοβούνι
μέσ' απ' τα γιαταγάνια των κυπαρισσιών το μέγα μπουμπουνίδι
σα να κυλάει ο άγριος θεός της Κρίσης τα καζάνια.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XVII
... τρεις ναύτες, τρεις ομορφονιοί σού φέρνουνε δυο ταμιζάνες φως
απ' τους μεγάλους κάβους.

J. M. W. Turner - Fishermen at Sea exhibited in 1796
Σαν τι μαντάτο φέρνει ο γλάρος στην απανεμιά του κάστρου μας —
ποιος να παστρέψει τώρα με τα νύχια του των άστρων τα κου-
.... κουνάρια
και ποιος να μείνει στην ποδιά σου, μάνα μας, να καθαρίζει μπι-
.... ζελάκια;

Σπουργίτι που γεννάει τ' αυγά του στ' άχερο της ερημιάς
ανηφοριές του Άη-Θεριστή που λιβανίζει η μαντζουράνα
αυλόπορτες της άνοιξης στου δειλινού το μοσκολίβανο
βρύσες που στριμωχτήκαν στις αλυγαριές ανάμεσα
κι αράδα - αράδα οι στάμνες στα περβάζια του ύπνου δροσι-
.... σμένες —
κάτι ποτίζουν σιωπηλά στη ρίζα - ρίζα την αθώρητη
κάτι ετοιμάζουν μες στο χέρι μας που ούτε το μάτι δεν το ξέρει.

Κυρά των Αμπελιών, Κυρά της θάλασσας, με πεταλίδες κι άστρα
.... κολλημένα στις κοτσίδες σου,
καράβια πάνε κ' έρχουνται μες στο μουγγό ανεμόβροχο,
τρεις ναύτες, τρεις ομορφονιοί σού φέρνουνε δυο ταμιζάνες φως
.... απ' τους μεγάλους κάβους.

Ποιος θα σε φτάσει τώρα στο φεγγάρι που χτυπάς φλουρί στου
.... βιολιστή το κούτελο;
Πέφτουν τα πικραμύγδαλα στη στέγη μας πιο πέρα απ' τα με-
.... σάνυχτα
στον πέρα μώλο τα καράβια βουλιαγμένα
στην πέρα γειτονιά της πυρκαϊάς τ' αποκαΐδια
σιδερικά και σπίτια καπνισμένα
και τα φανάρια του νοτιά στα καλντερίμια μπρούμυτα
τα καραούλια θεόγυμνα και τ' άλογα σφαγμένα.

Μια Κυριακή στη ντάπια του νησιού βαρέσαν τα κανόνια
και μπήκε η προσφυγιά η αλμυροπότιστη κάτου απ' του κόρακα
.... τον ίσκιο
και τα τραπεζομάντηλα ξεκρέμαστα στην αστραπή φέξαν τον πόνο
.... της ελιάς και του μωρού την κούνια.  

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών XVI / «Έξω απ’ την πόρτα μας περνάν οι σιδερόφραχτοι... »

WW2 Wallpapers
Μιλιά. Mιλιά. Διπλές-τριπλές αμπάρες φράξανε τ’ αμπέλια μας.
Κλείσε το στόμα σου, Κυρά, κλείσε και το παράθυρο του απο-
    σπερίτη,
κάτω απ’ τη μαύρη σου ποδιά σφίξε τα δώδεκα κλειδιά της νύ-
    χτας.

Έξω απ’ την πόρτα μας περνάν οι σιδερόφραχτοι σιδεροφράζον-
    τας τα στάχυα.

Σφίγγει στον κόρφο της η μάνα μας της σιγαλιάς τη Βίβλο.
Βασίλεψε στην πίκρια του σπιτιού ο δίσκος ο ασημένιος σάμπως
    ψόφια μέδουσα
και τα παλιά χαλκώματα στα νοικοκυρεμένα ράφια
μαυροκοκκίνησαν αγάνωτα σάμπως φεγγάρια στης ερημιάς το
    στρίψιμο.
Περνάν οι σιδηρόφραχτοι, σιδεροφράζοντας σκάφη και στάμνα.

Μιλιά. Τα καρφοπλούμιστα σεντούκια πετρωμένα —
φανέλες ναυτικές και φέρμελες* κι άσπρα τσουράπια και του-
    ζλούκια*
παππουδογονικά θυμητικά, παλιά σπορά, σακκούλες με τους λου-
    λουδόσπορους —
το καραβάκι κρεμασμένο από το μεσιανό δοκάρι
κάντρα στο σκήμα της καρδιάς που κλείνουνε τον όρκο της φα-
    μίλιας
άγιοι θαλασσινοί ζωγραφιστοί μέσα σε πίνες* κι αχηβάδες
κι όλος ο αγέρας του σπιτιού πηγμένος στα δυο στέφανα με τα κε-
    ρένια λεμονάνθια.
Κάτι σαλεύει κάτου απ' τη σιγαλιά —δεν είναι οι κατσαρίδες,
είναι το φίδι το πανάρχαιο του σπιτιού που το σκουντάει με τον
    αγκώνα της η περηφάνεια.

Περνάν,  περνάν οι σιδερόφρακτοι — το μαύρο πόδι, μαύρο πάτημα,
μαύρα λεβέτια κουβαλάν να βάψουν μαύρα τα περβόλια μας
μαύρο να βάψουν το νερό, και το καρβέλι μαύρο.
Φεγγάρι παγωμένο σε σπασμένη ρόδα του αραμπά στο δρόμο απ'
    έξω,
το αλέτρι, γκόλφι* στην καρδιά του κάμπου, απίστομο,
η αξίνα προσευχή στην ξώπορτα, και το χωράφι απ' το δρεπάνι
    κρεμασμένο.

Τώρα διπλώνει την καρδιά ο παππούς όπως διπλώνει στην πε-
    τσέτα το ψωμί μετά το δείπνο
κι όπως διπλώνει ο κυνηγός τα μπαρουτόσκαγα προτού κινήσει
    για το δάσος
και κείθες κάτου στο γιαλό ο ίσκιος του καραβιού μονάχος μεγα-
    λώνει
έτσι που μεγαλώνει η στάλα του λαδιού πάνου στο μάλλινο της
    πίκρας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

* Η φέρμελη, το γιλέκο του εύζωνα. Αποτελεί το δυσκολότερο, όσον αφορά την κατασκευή του, κομμάτι της ευζωνικής στολής. Διαθέτει λευκά και επίχρυσα νήματα, με τα οποία απεικονίζονται σχέδια λαογραφικής σημασίας. 
Ένα από αυτά αποτελούν τα αρχικά Χ και Ο, τα οποία θεωρείται ότι αντιστοιχούν στις λέξεις χριστιανός και ορθόδοξος.
* Τουζλούκια, ζεύγος περικνημίδων από υπόλευκη τσόχα, φοδραρισμένη με υπόλευκο σαγιάκι (μαλλί της νεροτριβής), εξάρτημα της ενδυμασίας του φουστανελά, που φορέθηκε αρχικά από τους αρματολούς, τους κλέφτες και του αγωνιστές του 1821 και στη συνέχεια, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, καθιερώθηκε από τον Όθωνα ως αυλική ενδυμασία.
* Η πίννα (Pinna) (γράφεται και πίνα), ζει στις εύκρατες και στις θερμές θάλασσες. Μοιάζει με τεράστιο μύδι.

* γκόλφι το εγκόλπιο, το φυλακτό

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών XV
«Μες στ' άδεια κιούπια μας βροντάν χιλιόχρονοι θυμοί πάππου-/προσπάππου/μες στα βαρέλια του κρασιού βογγάν χιλιάδες καλοκαίρια»

Κυρά, τι παίρνεις τα βουνά και τι λακάν τα σύγνεφα;
Σήμερα μπαίνουνε τα πρόβατα στη στρούγγα της βραδιάς και
    βάφουν μαύρο το μαλλί τους
σήμερα βάφει κι ο αϊτός τα νύχια του ολοκόκκινα,
τι μπούκαραν οι αντίχριστοι και πλάκωσαν τ' αμπέλια μας
κόβουν το σύκο απ' τη συκιά και το μωρό απ' τη ρώγα
κόβουν της Παναγιάς το χέρι σύρριζα και το πουλάνε στο πα-
    ζάρι —
σύγνεφο οι ακρίδες στα σπαρτά και ροκανάν τον κάμπο,
η μαχαιριά η πισώπλατη κ' η νυφοστολισμένη οχιά με τη διπλή
    τη γλώσσα.

Ποιος κάθεται τώρα, Κυρά, με τη φλογέρα να γνοιαστεί τα πρό-
   βατα των ίσκιων
και ποιος τα ελάτια στα νερά του γαλαξία να διαφεντέψει;

Μες στ' άδεια κιούπια μας βροντάν χιλιόχρονοι θυμοί πάππου-
     προσπάππου
μες στα βαρέλια του κρασιού βογγάν χιλιάδες καλοκαίρια
το κοντογούνι της γιαγιάς μες στο σεντούκι αναλογάται Μπου-
    μπουλίνες
και μες στο κανοκιάλι του καραβοκύρη ξύπνησαν μπουρλότα και
    Κανάρηδες και σοροκάδες.

Κυρά, Κυρά, ντύσου ξανά τα κλέφτικα, τ' ασίκικα, ψηλά στα
    κορφοβούνια ζώσου τ' αστέρια τρίδιπλα στον κόρφο φυσεκλίκια
βάλε μες στο ταγάρι σου της Παναγιάς το κόνισμα μαζί με μπα-
    ρουτόσκαγα —
τσομπαναραίοι Απόστολοι χτυπάνε της Αγιά-Σοφιάς τα ση-
    μαντρα
κ' οι ελιές οι βλάχες οι Μακεδονίτισσες τραβάν τις ανηφόρες
κ' οι αποθαμένοι στα σκαλιά της εκκλησιάς λαδώνουνε τα καριο-
    φίλια με το λάδι της καντήλας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών XIV
Όστριας και Τραμουντάνας, θαλασσόλυκοι, με το πηγμένο αλάτι/στα μουστάκια τους/σε σκάλισαν, καλή Κυρά, σε πλώρη Βατικιώτικη ξεχτένιστη/γοργόνα.

Γιώργος Σταθόπουλος
Όστριας και Τραμουντάνας, θαλασσόλυκοι, με το πηγμένο αλάτι
    στα μουστάκια τους
σε σκάλισαν, καλή Κυρά, σε πλώρη Βατικιώτικη ξεχτένιστη
    γοργόνα.
μαντήλια στον πουνέντε της Μονοβασιάς σου γνέψανε το ξεπρο-
    βόδισμα,
νησιώτισσες με κανελογαρύφαλλα σου 'γράψαν τ' όνομά σου στα
    μηλοροδάκινα του Κλείδωνα
στης Καθαροδευτέρας την λαγάνα σε κεντήσαν σε μυρτόκλωνο.
και στα μαλλιά σου μπλέκουνται φύκια νωπά και ροκανίδια από
    κυπαρισσόξυλο.

Μάινα, Κυρά. Συρτά κουπιά. Στο περιγιάλι καλωσόρισμα της
    θαλασσοφαμίλιας.
Του αποσπερίτη πυροφάνι φέξε στα ρηχά να κουβαλήσουν τα κα-
    λάθια.

Η καπετάνισσα σταυρώνει το ψωμί κι αγιάζει το νερό της στά-
    μνας
κι ο κάβουρας αυτιάζεται το χτυποκάρδι του αχινού που μλπέ-
    χτηκε μ' ένα άστρο.

Τρατάρηδες στο καπηλιό κερνάν το πρωτοπαίδι τους δυο κατο-
    στάρια θάλασσα
κ' έξω απ' το τζάμι τ' αργυρό τραμπάλισμα του φεγγαριύ στα
    νοτισμένα βότσαλα.

Μουγγό-μουγγό στο μεσονύχτι τ' άραγμα της τράτας που χτενίζει
    τα ισκιόνερα με κουπιά μαλαματένια,
αγκίστρια, πετονιές, νεροκολόκυθα  — σιγά-σιγά πως περπατά το
    ψάρι ανάμεσα στα φύκια
και πως σαλιώνει η Γενοβέφα τα δυο δάχτυλα πλέκοντας τις πλε-
    ξούδες της
και πως ακούς το χάραμα στα χοχλαδάκια ολόγυρα το «φχαρι-
    στώ» της πούλιας.

Νυχτέρι του νησιού στις μπαλκονόπορτες πάνου στα ξάγναντα
    του δυόσμου —
όρθιες κι αμίλητες οι μοσχοθυγατέρες των καπεταναίων
κι απάνου στο κεφάλι τους να στραφταλίζουν τ' άστρα σαν πανέ-
    ρια με χρυσόψαρα,
 — οι αρραβωνιαστικές του πέλαγου, μες στην υπομονή τους οργι-
    σμένες.

Αχ, ναυτικέ καημέ μας, το μαράζι της μεγάλης θάλασσας που
    παίρνει, παίρνει, παίρνει —
φανάρια γαλανά στις βίγλες του μεσονυχτιού και πλώρες που ξε-
    σκίζουν σα σπαθιά τον ύπνο της μπουνάτσας —
ξένα καράβια σημαδεύουνε της περιστέρας τ' άσπρο μπαλκονάκι
και στους Γουλάδες τα παλιά κανόνια σα μονόφθαλμα δελφίνια.

Σιγά-σιγά μην πάρει ο μούτσος μυρουδιά το ντέρτι της καλής του
μη θυμηθεί κι ο σφουγγαράς τη μάνα του που ξώμεινε παντέρμη
    στο μουράγιο
μη θυμηθούν κ' οι σκοτωμένοι το αίμα τους που εχύθη στα λι-
    θάρια.

Δυο φορές μάνα, μάνα μας, μπαλώνοντας του ναύτη τη φανέλα
μπαλώνοντας τη θύμηση, τα κάστρα, τα πορτοπαράθυρα,
κρεμώντας χάντρα γαλανή στου βουτηχτή τον κόρφο,
κάνε σιγά την προσευκή και μέτρα μέσα σου ποιοι λείπουν
ποιες μαυροφορεθήκανε, ποιοι κάτσανε σκυφτοί στο παραγώνι
έτσι που μένει σταυρωμένο το χταπόδι στου ψαρά τον τοίχο.

Κάνε καρδιά, Κυρά μ', Κυρά μ', και μάσα του καημού μας τα
    δαφνόκκουκα
μην πάρει σβάρνα ο αμανές, του φεγγαριού τ' άσπρα πεζούλια
κι από γλαροσπηλιά σε λιακωτό φυσήξουν τα πανιά της άνοιξης
και μες σε κάντρα από κοχύλια μη δακρύσουν οι καπεταναίοι
μη ρουθουνίσουν οι παλιές λαβωματιές κι αχνίσει της εικόνας σου
    το τζάμι.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Νίκος Καροῦζος —Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ
ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία
ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.
Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει
τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα...
Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς
ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.