Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες


Eastman Johnson Circa 1872 The Wounded Drummer Boy

(απόσπασμα)

[...] Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρες
και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-
τε στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμό-
ναχοι πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που προ-
χωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι
κόκκινο.

Με το λαρύγγι μου πεταμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.
Απόψε δε θέλω να ’μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους
μές στη
νύχτα.


Και προχωράμε.

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 
Αθήνα, Κέδρος, 1956


Παρατηρήσεις
Το ποίημα ανήκει στη μοντέρνα ποίηση.
- Οι στίχοι του ποιήματος είναι ελεύθεροι.
- Στο ποίημα δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία.
- Το ποίημα δεν χωρίζεται σε στροφές με ίσο αριθμό στίχων και γενικότερα δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο κανόνα ως προς τη διαμόρφωση των στροφών.

Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο είναι ο ίδιος ο ποιητής,
ο οποίος για λίγο -για απόψε- δεν είναι πια ποιητής, αλλά ο τυμπανιστής μιας παγκόσμιας στρατιάς που μάχεται για τον τερματισμό των πολέμων∙ που μάχεται για την επικράτηση μιας παγκόσμιας αδελφοσύνης.

Ο ποιητής γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων που θυσίασαν τη ζωή τους στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τους συνανθρώπους τους∙ γίνεται ο μπροστάρης όλων εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι όποιου χρώματος κι αν είναι, σ’ όποιο έθνος κι αν ανήκουν αντιστέκονται στη μανία του πολέμου και διεκδικούν το δικαίωμα στην ειρηνική και χωρίς εθνικές και φυλετικές διακρίσεις συνύπαρξη.
- Τραγουδάω εσάς που πέσατε κάτω απ’ τις σφαίρεςκαι βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνα-τε στους άλλους να προχωρήσουν- σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ τηναγαπημένη πατρίδακαι πεθαίνατε.
Το πρώτο ενικό πρόσωπο συνδέεται με το ιδιαίτερο χρέος που έχει ο ποιητής, ως λειτουργός της ποιητικής τέχνης, αλλά και ως άνθρωπος να αναδείξει μέσω του έργου του τις πανανθρώπινες εκείνες αξίες που θα θέσουν οριστικό τέρμα στον παραλογισμό του πολέμου και θα επιτρέψουν στους ανθρώπους να συνυπάρξουν σε μια ειρηνική κατάσταση∙ σε μια παγκόσμια αδερφοσύνη. Ο ίδιος, μάλιστα, αποποιείται προσωρινά το ρόλο του ποιητή μόνο και μόνο για να αντικρίσει τον εαυτό του ως τον τυμπανιστή μιας απέραντης παγκόσμιας στρατιάς, που δίνει την ιερή μάχη για την επικράτηση της ειρήνης.

Στον καταληκτικό στίχο του ποιήματος ο Λειβαδίτης επιλέγει το α΄ πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να καταστήσει σαφές πως συγκαταλέγει συνειδητά τον εαυτό του σ’ αυτή την παγκόσμια στρατιά ανθρώπων κάθε φυλής και κάθε χρώματος που μάχεται για την ειρήνη. Ο ποιητής στον σημαντικό αυτό αγώνα δεν διεκδικεί κάποιον διακριτό ρόλο για τον εαυτό του, είναι κι εκείνος ένας από τους πολλούς, ένας από το συλλογικό «εμείς» των ανθρώπων που θέλουν να δουν τον τερματισμό του πολέμου.

Φράσεις του ποιήματος παραπέμπουν στην παγκόσμια αδελφοσύνη.
- και δείχνατε στους άλλους να προχωρήσουν- τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους- τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα- τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο- Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι ποιητής.- Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Μαρία Πολυδούρη - Βιογραφικά
Ζωή ανυποταξίας, έρωτα και θλίψης

 
«… Ήμουν ένα παιδί άμυαλο, μπορώ να το παραδέχομαι, αλλά και ποιο παιδί δεν είναι άμυαλο; Ένα παιδί είμαι ακόμη! Ένα παιδί που γράφει σε σας, τους άγνωστούς του φίλους, για να τους πει: να μείνετε πάντα παιδιά κι αν είναι δυνατόν άμυαλα παιδιά. Να ζήσετε τη ζωή σας με τρέλα, να ζήσετε παράλογα, να σκοτώσετε τη λογική που ’ναι ο φονιάς της χαράς και της ζωής, να τολμήσετε να κάνετε τα δύσκολα, τα μεγάλα, τα σημαντικά, ν’ ακολουθήσετε τα δύσβατα μονοπάτια, ν’ αφήσετε να θρονιαστεί στην καρδιά σας για πάντα η άνοιξη και το χαμόγελο στα χείλη, ν’ αγαπήσετε με πάθος και να καείτε από τη φλόγα της αγάπης σας, να κάνετε τον πόνο, τη χαρά, την κάθε στιγμή τραγούδι…
Με αγάπη
Μαρία Πολυδούρη
»

(Απόσπασμα από «Μια Επιστολή» - «Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα…»)

Σκέψεις-λόγοι της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, που στις 29 Απριλίου 1930, σε ηλικία μόλις 28 ετών, έφυγε από τη ζωή, μια ζωή γεμάτη ποίηση, έρωτα και θλίψη.
Γεννήθηκε στην Καλαμάτα στις 1 Απριλίου 1902. Ήταν κόρη του φιλόλογου καθηγητή Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου. Μετά τις μεταθέσεις του πατέρα της στο Γύθειο και στα Φιλιατρά, το 1916 η Μαρία επιστρέφει στην Καλαμάτα.
Το 1918, τελειώνει το Γυμνάσιο και διορίζεται μετά από εξετάσεις στην Νομαρχία Μεσσηνίας. Παρά τη μικρή της ηλικία, ενδιαφέρεται πολύ για κοινωνικά θέματα όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία, ή το γυναικείο ζήτημα και η χειραφέτηση της γυναίκας, παλεύοντας να σπάσει όλο το απίστευτο βάρος κοινωνικών προκαταλήψεων και κοινωνικών «καθηκόντων» ολόκληρων αιώνων. Ήταν μία από τις γυναίκες που έστειλαν τηλεγράφημα…στον Πρόεδρο της Βουλής επί Ελευθερίου Βενιζέλου και ζητούσαν παροχή ψήφου στις γυναίκες.
Αυτά βέβαια τα όφειλε στους γονείς της, που είχαν ανάψει την φλόγα της αναζήτησης και της κριτικής σκέψης σε όλα τους τα παιδιά. Η μητέρα της ασχολείτο και εκείνη με το γυναικείο ζήτημα, ενώ ο πατέρας της ήθελε τις κόρες του ελεύθερες.
Η «καλή κοινωνία» της Καλαμάτας θα αναστατωθεί από τις πεποιθήσεις της Μαρίας και όλοι, άντρες και γυναίκες, θα τα βάλουν με την «περίεργη» που φέρνει …. αναστάτωση στα «σπιτικά»!!!

Το 1920, η Μαρία Πολυδούρη, μετά το θάνατο των γονέων της, τους οποίους χάνει μέσα σε διάστημα 40 ημερών, αποφασίζει να μείνει στην Αθήνα και να σπουδάσει Νομικά και όχι φιλολογία όπως είχε υποσχεθεί στον πατέρα της. Έτσι το 1921 εγγράφεται στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ το 1922 μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής με μισθό πείνας.

Η μετάθεσή της στη Νομαρχία Αττικής, ήταν η «μοιραία κίνησή» της, αφού εκεί γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, μετατεθείς και εκείνος εκεί από την Σύρο.
Από τότε η ζωή της και το έργο της είχαν τη σφραγίδα του.
Οι ζωές τους έγιναν ζωές συνυφασμένες. Η επικοινωνία τους στην κυριολεξία ποιητική. Στη σκέψη όλων, μέχρι και σήμερα ακόμα, όπου Πολυδούρη και Καρυωτάκης, όπου Καρυωτάκης και Πολυδούρη.

Η σχέση τους, μια σχέση σφοδρή, γεμάτη πάθος, δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ. Τον Αύγουστο του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, ασθένεια τότε ανίατη. 

Με το ποίημά του «Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα» ο Καρυωτάκης θα αποκαλύψει στην Πολυδούρη το φοβερό μυστικό του.

Δέντρα μου, δέντρα ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.

Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ' έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.

Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου να μένω απ' όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στα πλάση,
εγώ λιγότερο γι' αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ' έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

Η Πολυδούρη ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της εποχής της, με μια πράξη ιδιαίτερα τολμηρή, αν λάβουμε υπόψη μας και την ηλικία της, προτείνει στον Καρυωτάκη να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο Καρυωτάκης αρνήθηκε και βλέπουμε την ψυχολογική διάθεση της Πολυδούρη να αποτυπώνεται στο ποίημα «Θα πεθάνω μιαν αυγούλα» του 1922.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μέσ' στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο – μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.


Με ένα ποίημα του που δημοσιεύθηκε το 1923, με τον τίτλο «Τραγούδι παραφροσύνης», ο Κώστας Καρυωτάκης δίνει το τέλος του έρωτά του με την Μαρία Πολυδούρη. 

Και πάντα εδαπανούσαμε τον έρωτα, την ήβη.
Έμοιαζε το Ενδεχόμενο σα μια μεθυστική
άβυσσος, όταν έρημος διαβάτης όλο σκύβει
μόνο για να φαντάζεται το πέσιμό του εκεί.


Αυτή ήταν η πρώτη στροφή του ποιήματος. Αργότερα, ο Καρυωτάκης παρέλειψε την στροφή αυτή και έδωσε στο ποίημα τον τίτλο «Ωχρά Σπειροχαίτη» (το μικρόβιο της σύφιλης) και το συμπεριέλαβε στην συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» του 1927.

Το 1923, η Μαρία αδιαφορώντας για την υγεία της παθαίνει αδενοπάθεια. Αναρρώνει στο Μαρούσι - τόπος παραθερισμού τότε- όπου την επισκέπτεται ο Καρυωτάκης, με τον οποίο διατήρησε μια φιλική σχέση, ενώ η ίδια εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένη μαζί του.

Ο Καρυωτάκης νιώθοντας την τρικυμία στην καρδιά της θα της δώσει το πεζό ποίημα «Η τελευταία», το οποίο η Πολυδούρη το εμπιστεύθηκε στην ποιήτρια Μυρτιώτισσα.
 

Το 1924, μπαίνει στη ζωή της ο Αριστοτέλης Γεωργίου ένας όμορφος νέος, πλούσιος δικηγόρος, ο οποίος την ερωτεύθηκε και στις αρχές του 1925 αρραβωνιάστηκαν. Η σκέψη όμως της Πολυδούρη ήταν μόνο στον Καρυωτάκη.
Λόγω των συχνών απουσιών της, απολύθηκε από τη Νομαρχία και το 1925 σταματά τις σπουδές της στη Νομική. Πηγαίνει στη Φτέρη Αιγίου και εκεί γράφει μια νουβέλα που δεν δημοσιεύθηκε ποτέ, ωστόσο με τον τίτλο «Μυθιστόρημα» περιλαμβάνεται στα «Απάντα» της.

Το 1925 γράφεται στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και αργότερα στην Σχολή Κουνελάκη.
Το 1926 παίζει στο «Κουρέλι» του Νικοντέμι, ενώ την ίδια χρονιά ξαφνιάζοντας τους πάντες διαλύει τον αρραβώνα της με τον Αριστοτέλη Γεωργίου και φεύγει για το Παρίσι, όπου φοίτησε στην σχολή υψηλής ραπτικής Εκόλ Πιζιέ.
Την 1η Φεβρουαρίου 1928 εισέρχεται στο νοσοκομείο Σαριτέ, με γνωμάτευση φυματίωσης. Επιστρέφει στην Αθήνα και νοσηλεύεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Την έβαλαν στη τρίτη θέση σε ένα δωματιάκι που προοριζόταν για τους κατάκοιτους. 
Εκεί θα μάθει για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη και εκεί θα γνωριστεί με τον Γιάννη Ρίτσο, άρρωστος κι αυτός τότε, στον οποίο αφιέρωσε το ποίημα «Θυσία». Στο «Σωτηρία» θα της σταθεί ιδιαίτερα η αδελφή της Βιργινία που αφιέρωσε όλη της την ζωή στην Μαρία.

Στὸν κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη ἡ ὥρα ἐδῶ ποὺ ἐστάθη
μὲ μία δεσποτικιὰ γαλήνη, κάτι
ἔχει βαρύ, μ᾿ ἀγγίζει σὰν τὸ μάτι
τοῦ ἄγριου μοιραίου ποὺ λάθεψα πὼς χάθη.

Ὁ λογισμός μου τώρα ἀδυνατίζει
καὶ σκύβει σὰν ὁ ἔνοχος μπροστά σου.
Καμμιὰ φωνὴ νὰ μοῦ φωνάζη, στάσου.
Οὔτε μία ἐλπίδα, ἐντός μου νὰ φωτίζῃ.

Καὶ δὲν ἀντέχω, θὰ τ᾿ ἀκούσῃς ὅλα,
τίποτα δὲν ἐσκέπασεν ἡ λήθη.
Θὰ σοῦ τὰ πῶ σὰν ἕνα παραμύθι
καρδιά μου ἐρημικὴ κι᾿ ὀνειροπόλα.

Κύτταξε τὸ βραδάκι αὐτὸ ποὺ κλείνει
τόση γαλήνη κι᾿ ὅταν ἀντικρύζη
τὸν κάμπο εἶνε σὰ χάδι, δὲ δροσίζει
ὅμως, μία νοσταλγία μέσα μας χύνει...

Μαντεύω ἀπ᾿ τὴ γαλήνη σου τί θλίψη
πικρὴ σὲ τρώει φτωχὴ καρδιά μου κ᾿ ἔρμη.
Τῆς ὕπαρξής σου σοὔκλεψαν τὴ θέρμη
κ᾿ ἡ δρόσο τοῦ καημοῦ σοὔχει ἀπολείψει.

Λουλούδι ποὺ τὸ φῶς σ᾿ εἶχε ἀγαπήσει
ἔμεινες μοναχὰ μὲ τὴ λαχτάρα,
ποὺ ἀργὰ γίνηκε φλόγα καὶ κατάρα
τίποτα πιὰ ᾿πὸ σὲ νὰ μὴν ἀφήση.

Εἶδα τὸ φῶς αὐτὸ νὰ λιγοστεύη
τότε καὶ σένα ἀγάλια νὰ χλωμαίνης.
Σούειπα, θυμᾶσαι; Πρέπει νὰ ὑπομένης
καὶ σοὔδειξα τὴ σκέψη ποὺ πιστεύει.

Ἦταν ὡραῖα κάποτε, θυμᾶσαι;
τὴν ἐκαμάρωσες καὶ σὺ καρδιά μου.
Ἄχ, ἡ ἁρμονία πὼς ὤρμησε βαθιά μου
τότε. Μὰ σὲ εἶδα πάλι νὰ λυπᾶσαι...

Τώρα, γιὰ σένα εἶνε ὅλα τελειωμένα.
Καὶ τὴ στερνὴ πνοούλα ἔχεις ἀφήσει.
Ἡ σκέψη μου ποὺ μάταια ἔχει ἀνθίσει
Μαδάει σὲ νεκράνθια σπαραγμένα.


Το δωματιάκι όπου νοσηλευόταν το διακόσμησε με πορτραίτα ποιητών όπως ο Μπάιρον, ο Μποντλέρ, ενώ την φωτογραφία του Καρυωτάκη την είχε στο κομοδίνο της. Την επισκεπτόταν ο Φώτος Πολίτης, η Μαρίκα Κοτοπούλη, οι ποιητές Παπαδάκης, Ζώτος, Χονδρογιάννης. Της συμπαραστάθηκε με πολύ αγάπη η ποιήτρια Μυρτιώτισσα.

Το 1928 η Πολυδούρη εκδίδει την συλλογή της «Τρίλιες που σβήνουν» και το 1929 πάντα νοσηλευόμενη στην «Σωτηρία» εκδίδει την δεύτερη συλλογή της «Ηχώ στο Χάος».
Τον Φεβρουάριο του 1930, η Μαρία Πολυδούρη μεταφέρεται στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια, με πρωτοβουλία του Άγγελου Σικελιανού και μερικών άλλων φίλων, που δεν άντεχαν να την βλέπουν να αργοπεθαίνει πάμπτωχη σε άθλιες συνθήκες δημόσιου νοσοκομείου. Αρνείται τον έρανο που είχε ανοίξει το «Βήμα».

Έφυγε τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930 με ενέσεις μορφίνης που ζήτησε να της "περάσει" ένας αφοσιωμένος θαυμαστής της ο Βασίλης Γεντέκος. Κηδεύτηκε την ίδια μέρα στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο τάφος της δεν υπάρχει πλέον, αφού η αδελφή της Βιργινία έκανε εκταφή των οστών τον Σεπτέμβριο του 1933.

Ο Άγγελος Τερζάκης («Ο ματωμένος λυρισμός» - Εφημερίδα «Το Βήμα», 19 Απριλίου 1961) γράφει για την κηδεία της Πολυδούρη: «… Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς. Είναι κάτι, που δεν μοιάζει με τίποτα, το πένθος αυτό των νέων για τους νέους. Σα να ξέρουν αυτοί κάτι, ένα μυστικό, κάποιο σύνθημα, που τους δένει μεταξύ τους. Οι μεγάλοι δεν το υποψιάζονται. Είναι ανίκανοι να το νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικά και καθιερωμένα. Εμείς, την ώρα εκείνη που πορευόταν προς τον τάφο το λείψανο της Μαρίας Πολυδούρη, ακούγαμε σκοτεινά μέσα μας ν’ ανακρούεται το επικό εμβατήριο μιας εποχής».
 
η συνέχεια εδώ: teiopoteion

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Στήν Ἐκκλησία

Το αριστούργημα της λαξευμένης σε βράχο αρχιτεκτονικής είναι
η λεγόμενη
Σκοτεινή εκκλησιά (karanlik kilise),
το μοναστήρι της Αναλήψεως στη περιοχή Κόραμα (Goreme).
Το μοναστηριακό αυτό συγκρότημα,
είναι ένα από καλύτερα διατηρημένα βυζαντινά μνημεία στην
Καππαδοκία.

Τήν Ἐκκλησίαν ἀγαπῶ - τά ἑξαπτέρυγά της,

τ' ἀσήμια τῶν σκευῶν, τά κηροπήγιά της,
τά φῶτα, τές εἰκόνες της, τόν ἄμβωνά της.

Ἐκεῖ σάν μπῶ, μές σ' ἐκκλησία τῶν Γραικῶν·
μέ τῶν θυμιαμάτων της τές εὐωδίες,
μέ τες λειτουργικές φωνές καί συμφωνίες,
τές μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καί κάθε των κινήσεως τόν σοβαρό ρυθμό-
λαμπρότατοι μές στῶν ἀμφίων τόν στολισμό-
ὁ νοῦς μου πιαίνει σέ τιμές μεγάλες τῆς φυλῆς μας
στόν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.

Σχολιασμός της φράσης «ένδοξός μας Βυζαντινισμός».

Ο Καβάφης υπήρξε δεινός γνώστης της Βυζαντινής ιστορίας.
Δύο περίοδοι από τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τον θέλγουν περισσότερο. Η μία είναι η εποχή της λήξης της εικονομαχίας επί Ειρήνης της Αθηναίας 787 και αναστήλωσης των εικόνων κατά τα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας το 843, και η άλλη είναι η εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία πολλών ποιημάτων του, σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Παπαρηγόπουλου.
Στο ποίημα του Καβάφη Στην Εκκλησία, μπορεί κάποιος να δεί πόσο ο Καβάφης έχει αφομοιώσει τη διαχρονική διδασκαλία του Παπαρηγόπουλου για την απόλυτη ενότητα του ελληνισμού αρχαίου - βυζαντινού και νεώτερου.Επιστέγασμα της ιστορικής αυτής άποψης, ως προς το ένα μέρος, αποτελεί η έκφραση, «στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό» που υπάρχει στο ποίημά μας.

Στο πιθανό έρώτημα που θα αναδυθεί στο νού μας, γιατί ο Καβάφης χρησιμοποιεί τη λέξη Βυζαντινισμός και όχι Βυζάντιο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τον τρόπο αυτό ο αλεξανδρινός ποιητής θέλει να πετύχει δύο στόχους.
Ο ένας στόχος είναι να καταφέρει να αποφορτίσει τον όρο από την αρνητική σημασία που είχε λάβει έως την εποχή του Καβάφη και ο άλλος είναι να αναδείξει τη μεγάλη σημασία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η οποία κατάφερε και να ενώσει πολλούς ανατολικούς λαούς, αλλά και να αποτελέσει γέφυρα ένωσης και συνέχειας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τον σύγχρονο ελληνικό.
Σύμφωνα με την Haas η λέξη Βυζαντινισμός δεν εκφράζει μία ειρωνεία του Καβάφη απέναντι σε κάθε τι βυζαντινό, άποψη που υποστηρίζει ο Άλκης Θρύλος στο έργο του, Κριτικές Μελέτες ΙΙΙ. Αντίθετα χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νοσταλγική αναπόληση ενός αισθητικού και αισθησιακού ιδανικού που ενσάρκωνε το Βυζάντιο. Στη φράση αυτή οφείλουμε να προσέξουμε τη κτητική αντωνυμία μας, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην ερμηνεία της.

Με την αντωνυμία αυτή ο ποιητής στο έργο του Στην Εκκλησία υπογραμμίζει την ένωσή του όχι με το Θεό αλλά με την ελληνική φυλή, το παρελθόν και την ιστορία της.
Τελειώνοντας θα δανειστούμε μία φράση από το άρθρο του Ι. Μ. Χατζηφώτη, Ο Καβάφης και το Βυζάντιο: Ο Βυζαντινισμός, ο Ελληνισμός δονούν τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του ποιητή, που άλλοτε αγάλλεται για το μεγαλείο τους και άλλοτε θλίβεται με τις πικρές ώρες της παρακμής τους.

Ο Ιωνικός και ο Βυζαντινός Καβάφης
Στην ενότητα αυτή ταυτίζουμε τον όρο Ιωνικός με τον ορθολογισμό, την ευρύτητα του πνεύματος και την αγάπη για το αρχαίο πνεύμα και κατά συνέπεια για τον αρχαίο πολιτισμό. Στον αντίποδα του όρου Ιωνικός βρίσκεται ο χαρακτηρισμός Βυζαντινός. Όρος που αρμόζει στον ιστορικό ποιητή της εποχής του Βυζαντίου, που μέσα από τα ποιήματά του διαφαίνεται η αγάπη όχι μόνο για τους ήρωες του Βυζαντίου αλλά και για τη χριστιανική πίστη.
Ο Καβάφης ερμηνεύει τους δύο αυτούς ρόλους του ιωνικού και του βυζαντινού ποιητή με μεγάλη επιτυχία. Πολλά από τα ποιήματά του αναφέρονται στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό (Τα άλογα του Αχιλλέως, η κηδεία του Σαρπηδόνος, το πρώτο σκαλί κ.α.) και άλλα πάλι εξαίρουν τον ένδοξο Βυζαντινισμό και υπογραμμίζουν την ελληνικότητα της Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας (Μανουήλ Κομνηνός, Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς κ.α.).

Ο ίδιος πιστεύει ότι οι Βυζαντινοί ποιητές είναι συνεχιστές των αρχαίων, Οι ποιηταί του μεσαίωνός μας δεν ήσαν μεν αντάξιοι των αρχαίων μας ποιητών, ουδέ των χαριεστάτων οπαδών της Μούσης, ους ανέδειξε παρ' ημίν ο 19ος αιών, αλλά δεν είναι άξιοι της περιφρονήσεως ην τοις εδείκνυον επί τοσούτον χρόνον οι σοφοί της Εσπερίας. Ημείς οι Έλληνες δεν τους περιεφρονήσαμεν μεν ποτέ, αλλά και δεν τους εγνωρίσαμεν. Η εύσεβής αυτή λήθη είναι καιρός να διακοπή. Οι Βυζαντινοι αοιδοί μας ενδιαφέρουσι ζωηρότατα, διότι αποδεικνύουσιν ότι η ελληνική λύρα ου μόνον δεν εθραύσθη, αλλά και ουδέποτε έπαυσεν αναπέμπουσα ήχους γλυκείς. Οι Βυζαντινοί αοιδοί αποτελούσι τον σύνδεσμον μεταξύ της δόξης των αρχαιων ποιητών και της χάριτος και των χρυσών ελπίδων των συγχρόνων.
Ο Καβάφης ως ποιητής μαγεύεται από την ιστορία του ελληνικού γένους. Την αισθάνεται ως αναπόσπαστο μέρος της προσωπικότητάς του. Συχνά φιλοσοφεί πάνω στην ιστορία, στοχαζόταν και εκφραζόταν ποιητικά μέσα από αυτήν. Για τον Αλεξανδρινό ποιητή δεν υπήρχε δίλημμα για το αν θα χαρακτήριζε τον εαυτό του ιωνικό η βυζαντινό, επειδή όπως ο ίδιος σημειώνει: «Είμαι κί εγώ Ελληνικός. Προσοχή, όχι Έλλην, ούτε Ελληνίζων αλλά, Ελληνικός».
Με τη φράση αυτή θεωρεί ως κληρονομιά του ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Έτσι έχει τη δυνατότητα να εναλλάσσει ρόλους ανάλογα με την ποιητική του διάθεση χωρίς όμως να προδίδει ούτε τον ειδωλολατρικό αρχαιοελληνικό κόσμο αλλά ούτε και το χριστιανικό βυζαντινό πολιτισμό. Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι ποιητής και όχι ιστορικός η θεολόγος, και σαν ποιητής κρατάει τα χαλινάρια του αλόγου που του δίνει η ποιητική αδεία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Καβάφης είναι ποιητής, και όπως κάθε ποιητής εκφράζει με το έργο του βαθύτερα πράγματα και έννοιες τις οποίες δύσκολα πολλές φορές οι αναγνώστες του κατανοούν και εμβαθύνουν.Ο αλεξανδρινός αυτός ποιητής θεωρείται ένα αμάλγαλμα ιωνικού και βυζαντινού ποιητή.
Ο Α. Καραπαναγόπουλος σημειώνει πάνω στο θέμα αυτό ότι εκείνο που δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν οι μελετητές του είναι η διαφορά μεταξύ θρησκευόμενου, θρησκόληπτου, του συγκρητιστικού στοιχείου στη θρησκεία και του φανατισμού που είναι έξω από τα όρια του Χριστιανισμού και την ιστορική σημασία ορισμένων γεγονότων. Ο Καβάφης δεν είναι ειδωλολάτρης είναι ιστορικός ποιητής, μελετητής και όχι ιεροκήρυκας. Η ματιά του ήταν ελληνική και ταυτόχρονα ευρωπαϊκή.
Ο Καβάφης είχε τη ευτυχία να αγαπήσει τη συγγραφή και να μπορέσει να γίνει εραστής της ποίησης. Το έργο του θελκτικό και απαράμιλλο του έδωσε μία αιώνια θέση δόξας και τιμής στον κόσμο των ποιητών. Μέσα από τα ποιήματά του παίρνουν μορφή και κρίνονται για τις ενέργειές του, όχι μόνο ειδωλολάτρες αλλά και χριστιανοί.
Ο Μιχάλης Στασινόπουλος γράφει ότι ποτέ η ποιητική αλήθεια δεν ενεφανίσθη με τρόπο τόσο αμείλικτα καθολικό, τόσο αναπανόρθωτα πειστικό... Στα πιο πολλά του ποιήματα, βρίσκει κανείς τον πυρήνα ενός αποφθέγματος. Το απόφθεγμα, απόσταγμα σκέψης και ζωής, σφραγίζει τη φωνή, σφραγίζει τη σκέψη, με τη σφραγίδα της σιωπής. Με το απόφθεγμα έχουν ειπωθεί όλα, μετά απ' αυτό δε βολεί να πεί κανείς τίποτε.

egolpion

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον
Constantine P. Cavafy - The god abandons Antony

Gustave Caillebotte, Jeune homme à la fenêtre, 1875
Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεί
ἀόρατος θίασος νά περνᾶ
μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές –
τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου
πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.

Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,
κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
με τῶν δειλῶν τά παρακάλια και παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τούς ἤχους,
τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις.

1911


The god abandons Antony

When suddenly, at midnight, you hear
an invisible procession going by
with exquisite music, voices,
don’t mourn your luck that’s failing now,
work gone wrong, your plans
all proving deceptive—don’t mourn them uselessly.
As one long prepared, and graced with courage,
say goodbye to her, the Alexandria that is leaving.
Above all, don’t fool yourself, don’t say
it was a dream, your ears deceived you:
don’t degrade yourself with empty hopes like these.
As one long prepared, and graced with courage,
as is right for you who were given this kind of city,
go firmly to the window
and listen with deep emotion, but not
with the whining, the pleas of a coward;
listen—your final delectation—to the voices,
to the exquisite music of that strange procession,
and say goodbye to her, to the Alexandria you are losing.

Constantine P. Cavafy (1911)
Translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard


Ανάλυση 
Ο Μάρκος Αντώνιος συμμετείχε το 43 π.Χ. στο σχηματισμό της Δεύτερης Τριανδρίας, μαζί με τον Οκταβιανό και το Λέπιδο, με σκοπό τη διεκδίκηση της εξουσίας του Ρωμαϊκού κράτους. Ένα χρόνο μετά, αφού είχαν νικήσει τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα, μοιράστηκαν τα εδάφη που κατείχε η Ρώμη, δίνοντας στον Αντώνιο τις κτήσεις στην Ανατολή.
Ο Μάρκος Αντώνιος στην Κιλικία (περιοχή της Μικράς Ασίας, απέναντι από την Κύπρο) συνάντησε την Κλεοπάτρα και εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της, αντί να την τιμωρήσει για τη βοήθεια που είχε προσφέρει στους δολοφόνους του Καίσαρα, την έκανε ερωμένη του. Ο Αντώνιος σύντομα ερωτεύτηκε με πάθος την Κλεοπάτρα και άρχισε να αμελεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Ρωμαϊκό κράτος και κυρίως απέναντι στη σύζυγό του την Οκταβία, η οποία ήταν αδερφή του Οκταβιανού.
....................
Το «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον» του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναφέρεται στη μεγάλη αξία που έχει η διατήρηση της αξιοπρέπειας μπροστά στην απώλεια

Ο Καβάφης παρουσιάζει τον Αντώνιο τη στιγμή που ακούει τον αόρατο θίασο να απομακρύνεται από την πόλη και συνειδητοποιεί ότι ο προστάτης θεός του τον εγκαταλείπει. Η κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι η ήττα του είναι δεδομένη και ότι όλα όσα απέκτησε στη ζωή του και όλα όσα σχεδίαζε για το μέλλον του, φτάνουν στο τέλος τους, έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο Αντώνιος θα πρέπει να σεβαστεί τον εαυτό του και να μη φανεί λιπόψυχος. 
Αν ο Αντώνιος αρχίσει να παρακαλάει για τη ζωή του και αρχίσει να κλαίει, όπως θα έκανε ένας δειλός άνθρωπος, αυτό θα σήμαινε ότι πέρα από τις κτήσεις του και τα αξιώματά του, θα έχανε και κάτι πολύ πιο σημαντικό, θα έχανε την αξιοπρέπειά του.
Ο Αντώνιος υπήρξε ένας γενναίος στρατιωτικός και είχε κατορθώσει να κατακτήσει πολλά εδάφη, γεγονός που υποδεικνύει ότι θα πρέπει με παρόμοια γενναίο τρόπο να αντιμετωπίσει τώρα και την απώλεια όλων των αποκτημάτων του.
Το ποίημα του Καβάφη, βέβαια, παρόλο που αναφέρεται στον Αντώνιο στην πραγματικότητα έχει μια πολύ ευρύτερη εφαρμογή και απευθύνεται ουσιαστικά σε κάθε άνθρωπο
Ο Αντώνιος, δηλαδή, συμβολίζει κάθε άνθρωπο που έχοντας αγωνιστεί στη ζωή του για να πετύχει τους στόχους και τα όνειρά του, έρχεται κάποια στιγμή αντιμέτωπος με την απώλεια όλων αυτών. 
Τότε είναι που, σύμφωνα με τον ποιητή, θα πρέπει να δείξει όλη του την ψυχική δύναμη, αντιμετωπίζοντας την απώλεια με αξιοπρέπεια και χωρίς κλάματα και παρακάλια. Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, αγωνίζεται για όσα επιθυμεί, αλλά είναι πάντοτε έτοιμος να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο να χάσει όσα έχει αποκτήσει.
Ο ποιητής καθοδηγεί τον Αντώνιο για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις κρίσιμες στιγμές του τέλους. Μόλις ακουστεί ο αόρατος θίασος να περνά, μόλις δηλαδή γίνει αντιληπτό ότι πλησιάζει το τέλος, δεν υπάρχει λόγος να θρηνήσει για όσα χάνει, μιας και κάτι τέτοιο είναι μάταιο. Όσο κι αν ένας άνθρωπος θρηνεί μπροστά στο αναπόφευκτο του χαμού και της απώλειας, τίποτε δεν αλλάζει, γι’ αυτό το λόγο ο ποιητής μας προτρέπει να αποφύγουμε ένα ανώφελο συναισθηματικό ξέσπασμα.
Σαν να είσαι έτοιμος από καιρό, σαν να είσαι θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει, προτρέπει ο ποιητής, δίνοντας το βασικό μοτίβο του ποιήματος. Ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι ποτέ έτοιμος να δει να καταστρέφονται όλα εκείνα για τα οποία πάλεψε μια ζωή και κανείς δεν έχει το κουράγιο να μείνει ψύχραιμος μπροστά σε μια τόσο απόλυτη απώλεια. 
Γι’ αυτό μας λέει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη συμφορά σαν να είμαστε έτοιμοι, σαν να έχουμε το κουράγιο που χρειάζεται. Έστω κι αν μέσα μας νιώθουμε την ένταση του πόνου, θα πρέπει να μην λυγίσουμε μπροστά στην καταστροφή, θα πρέπει με κάθε τρόπο να διατηρήσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Με απόλυτη συναισθηματική συγκράτηση θα πρέπει ο άνθρωπος να αντιμετωπίσει την καταστροφή και το κυριότερο δε θα πρέπει την ώρα που βλέπει το τέλος να πλησιάζει να αρνείται την πραγματικότητα, όσο δύσκολο κι αν είναι κάτι τέτοιο:
Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙ 


Όπως ο Αντώνιος αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει το τέλος ακούγοντας τη συντροφιά του Θεού να εγκαταλείπει την πόλη, έτσι και για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχουν πάντοτε ενδείξεις ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά κι ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Αυτές τις ενδείξεις δε θα πρέπει οι άνθρωποι να τις αγνοούν, προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι όλα είναι εντάξει και πως τίποτε κακό δε θα συμβεί.
Οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν τα σημάδια που τους προειδοποιούν ότι πλησιάζει η στιγμή της απώλειας.

σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι, 

πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο: 

Ο Αντώνιος, αλλά και κάθε άνθρωπος, που έχει πετύχει σημαντικά πράγματα στη ζωή του, θα πρέπει όταν έρθει το τέλος να σεβαστεί την προσωπική του αξία και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Ένας στρατιωτικός που είχε την τιμή να κατέχει μια τόσο σημαντική πολιτεία όπως είναι η Αλεξάνδρεια, δεν μπορεί παρά κι ο ίδιος να είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος και ως σημαντικός άνθρωπος θα πρέπει να δεχτεί το χάσιμο της αγαπημένης πολιτείας. Για έναν στρατιωτικό όπως ήταν ο Αντώνιος θα ήταν ξεπεσμός να κλαίει και να θρηνεί σκεπτόμενος ότι έρχεται η στιγμή της ήττας του.
Στην πραγματικότητα ο Αντώνιος όταν κατάλαβε ότι το όνειρο της Ανατολής φτάνει στο τέλος του, αντί να προετοιμαστεί για την ύστατη μάχη, φρόντισε να γλεντήσει όσο περισσότερο μπορούσε μαζί με την Κλεοπάτρα και στο τέλος αυτοκτόνησε.
Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι όπως ο Αντώνιος στο ποίημα συμβολίζει όλους τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με μια σημαντική απώλεια, έτσι και η Αλεξάνδρεια λειτουργεί ως σύμβολο όλων εκείνων των πολύτιμων αποκτημάτων για τα οποία κάποιος έχει παλέψει μια ολόκληρη ζωή. 
Ο Αντώνιος δε χάνει μόνο την Αλεξάνδρεια, χάνει την Κλεοπάτρα, τα παιδιά που είχαν αποκτήσει μαζί, τις υπόλοιπες κτήσεις του στην Ανατολή και φυσικά την πολυτελή ζωή στην οποία είχε πλέον συνηθίσει. 
Ο ποιητής δεν μπορούσε βέβαια να αναφερθεί σε όλα αυτά, γι’ αυτό και τα συμπεριέλαβε όλα στο όνομα της Αλεξάνδρειας, καθιστώντας την πόλη του διαχρονικό σύμβολο των σημαντικότερων και πολυτιμότερων αποκτημάτων.
..........
η συνέχεια εδώ: latistor

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Ὕμνοι — Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ... Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


Κοντάκιον / Ἦχος πλ. δ'.

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, 

ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, 
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· 
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, 
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, 
ἵνα κράζω σοί· 
Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Σε σένα, Θεοτόκε, Στρατηγέ Υπέρμαχε,
εγώ η Πόλη Σου αποδίδω με ευγνωμοσύνη
την ένδοξη νίκη, επειδή λυτρώθηκα από τις
φοβερές συμφορές. Αλλά Συ, επειδή έχεις
ακατανίκητη δύναμη, ελευθέρωσέ με από κάθε
είδος κινδύνου, για να Σου φωνάζω δυνατά:
Χαίρε, Νύφη ανύμφευτε.
................

Ο Ἀκάθιστος Ὕμνος και η Παναγία τῶν Βλαχερνῶν | Η Βασιλεία των ...
24 Μαρ. 2013 ... Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, ὅπως εἶναι γνωστός, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα φιλολογικὰ μνημεῖα τῆς Βυζαντινῆς Ὑμνογραφίας καὶ ...

Οι Χαιρετισμοί Της Παναγίας ή Ο Ακάθιστος Ύμνος | Η Βασιλεία των ...
30 Μαρ. 2012 ... Ο Ακάθιστος Ύμνος ή οι Χαιρετισμοί της Παναγίας, αρχίζει με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου Παρθένου και στη συνέχεια αναφέρεται στα ...

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Νίκος Καρούζος - Αλκυόνη (Ροή της αγαπημένης)

Herbert James Draper (1863-1920), Halcyone, 1915
Δυνατή ώς τη θάλασσα με χίμαιρες θερμές του αέρα
ήτανε σα νερά στο πρόσωπο τα μαλλιά της
εγώ την έβλεπα ονειρεμένη στους αγρούς
με του φυτού τ’ ανάστημα ο μόνος.
Αλκυόνη φέγγεις τα όνειρα και χύνονται κρουστοί καρποί στο σπίτι
μιαν ώραν οπού χαράκωνες το λάμπρος μέσ’ στις σιωπές
η νοσταλγία σ’ άγγιξε βραδάκι.
Άκου, κράζει ο κόρακας ερημικά πετώντας
πηγαίνει με τον άνεμο φτεροσταματημένος: Ο καιρός θ’ αλλάξει.
Μα εσύ πέρα στην καλοσύνη αλιεύεις τ’ άστρα
κι αστράφτει το χρυσάφι έξω από κινδύνους.
Αλκυόνη έν’ άγγελμα σιμώνει μέσ’ στην ταραχή του άνθους
εγώ ο δακρύπλουτος
πίνω καφέ σύντροφο στο μυθικό γαλάζιο
σύγκορμα δευτερόλεπτα περνούν απ’ τη γεύση μου.
Φως υπεράνω έρχεται και χύνει την αγάπη
καθώς ο δρόμος είναι γυριστός – της μοναξιάς τυλιγάδι.
Κατόπιν από μια ωραία γυναίκα τι να υπάρχει; Μονάχα ο τάφος.
Κι ο έρωτας ενώνει τα κορμιά
με την υγρή του σύνδεση για πάντα
σε μια στιγμή
που ο φθόνος του καιρού την ξαναπαίρνει.
Έφυγαν οι μέρες έχω την ωραία μνήμη.

Από τη συλλογή "Η Έλαφος των άστρων" (1962).7