Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Στις βραδινές βρεγμένες στράτες Αχνίζει ένα φως θαλασσί Πλατύ χέρι στην καρδιά Βήματα ερειπωμένα Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.
Ο πρώτος… Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας
Ο δεύτερος… Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή Ο τρελός την επήρε τραγούδι Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν Μόνο αυτός δεν το ξέρει
Ο τρίτος… Έκανε την αγάπη του καράβι Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες Τώρα έγινε πάλι παιδί Σιάχνει πύργους με άμμο Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια Και προσμένει να γυρίσει ξανά Το καράβι η αγάπη
Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.
Άσμα Ασμάτων, ξυλογραφία του Τάσσου για τη μεταγραφή του Γιώργου Σεφέρη, 1965.
Τραγούδι Δ'
Η ΝΥΦΗ Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά. Φωνή του αγαπημένου· χτυπά την πόρτα. -«άνοιξε, αδερφή μου, ταίρι μου, περιστέρα μου, πανέμνοστή μου, τι το κεφάλι μου το νότισε η δροσιά και τους βοστρύχους μου τ᾽ αγιάζι της νυχτός». -«Γδύθηκα το χιτώνα μου, πώς να τον φορέσω; Ένιψα τα πόδια μου, πώς να τα λερώσω;» Έσυρε το χέρι του ο αγαπημένος στης κλειδωνιάς το μάτι3 και θροήθηκαν τα σπλάχνα μου γι᾽ αυτόν. Σηκώθηκα ν᾽ ανοίξω στον αγαπημένο μου· έσταξε σμύρνα από τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου γέμισαν σμύρνα σαν άγγιξα το μάνταλο της κλειδωνιάς. Άνοιξα στον αγαπημένο μου· ο αγαπημένος είχε περάσει· βγήκε η ψυχή μου ακολουθώντας τον· τονε ζήτησα και δεν τον βρήκα, τονε φώναξα, δε μ᾽ άκουσε. Μ᾽ ήβραν οι φύλακες που τριγυρνούν στην πολιτεία, με χτύπησαν, με πλήγωσαν, πήραν τη μαντίλα μου από πάνω μου αυτοί που φυλάγουν τα τείχη. Σας εξορκίζω, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, στις δύναμες και στις ορμές του αγρού α βρείτε τον αγαπημένο μου τι θα του πείτε; Πως είμαι λαβωμένη της αγάπης.
Ο ΧΟΡΟΣ Μα τι έχει ο αγαπημένος σου, πάνω απ᾽ τους άλλους, συ πεντάμορφη; Μα τι έχει ο αγαπημένος σου πάνω απ᾽ τους άλλους για να μας εξορκίζεις τόσο;
Η ΝΥΦΗ Ο αγαπημένος μου λάμπει και ροδίζει, διαλεχτός στους μύριους· το κεφάλι του είναι λαγαρό χρυσάφι βάγια οι βόστρυχοί του μαύροι σαν κοράκι. Τα μάτια του είναι περιστέρια στα νερά στ᾽ αυλάκια, λούζονται στο γάλα κάθονται στις γούρνες. Τα μάγουλά του είναι βραγιές μυριστικά θήκες αρωμάτων· τα χείλια του είναι κρίνα και σταλάζουν σμύρνα· τα χέρια του είναι μάλαμα βραχιόλια χρυσόλιθους γεμάτα· είναι φίλντισι η κοιλιά του με ψηφιά ζαφείρια· τα πόδια του είναι μάρμαροκολόνες με χρυσά θεμέλια. Η όψη του είναι σαν το Λίβανο, διαλεχτή σαν το κέδρο· τα λόγια του είναι γλυκασμός κι ολόκληρος είναι επιθυμία. Αυτός είναι ο αγαπημένος μου κι αυτός το ταίρι μου, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ.
Ο ΧΟΡΟΣ Ποια είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη ακουμπώντας στον αγαπημένο της;
Ο ΑΝΤΡΑΣ Κάτω απ᾽ τη μηλιά σε ξύπνησα εκεί που η μάνα σου σε γέννησε, εκεί που πόνεσε και σε γέννησε.
Η ΝΥΦΗ Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου, ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου· είναι δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο και σκληρός ο πόθος σαν τον άδη· οι σπίθες της είναι σπίθες της φωτιάς, φλόγα του Θεού. Νερά ποτάμια δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη.
Το Ἆσμα Ἀσμάτων, «ωραιότατο άσμα»
είναι ένα λυρικό τραγούδι με διαλογική μορφή και ερωτικό περιεχόμενο: το
έργο ειδικότερα περιγράφει τον πόθο δύο αποχωρισμένων εραστών και την
επανένωσή τους παρά τα εμπόδια που παρεμβάλλονται. Τα πρόσωπα που λαμβάνουν τον λόγο είναι η Νύφη, ο Άντρας και ένας Χορός
γυναικών, σε δύο περιπτώσεις ίσως και Χορός ανδρών.
Η λογική σύνδεση και κατά συνέπεια η διάκριση των μερών του ποιήματος
δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις σαφής. Ορισμένοι μελετητές,
προσπαθώντας να ερμηνεύσουν αυτήν ακριβώς τη χαλαρή σύνδεση του Άσματος,
διετύπωσαν την υπόθεση ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ανθολογία
ερωτικών ή γαμήλιων ασμάτων χωρίς ιδιαίτερη συνοχή μεταξύ τους.
Όσοι αντίθετα υπερασπίζονται την ενότητα του ποιήματος επισημαίνουν την
παρουσία των ίδιων προσώπων από αρχής μέχρι τέλους του έργου, καθώς επίσης
την ομοιότητα του ύφους και των εικόνων. Σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται
για ενιαίο ποίημα είτε για επιμέρους άσματα, οι επαναλήψεις και οι
παραλλαγές πάνω σε συγκεκριμένα ερωτικά θέματα συνηγορούν υπέρ της άποψης
ότι το έργο παραδόθηκε προφορικά (πιθανώς απαγγελλόταν σε γαμήλιες
τελετές), έως ότου κατεγράφη και απέκτησε την τελική του μορφή κατά πάσα
πιθανότητα μεταξύ 450-400 π.Χ. (για την χρονολόγηση της μετάφρασης των Ο'
βλ. το σχόλ. 1 στο προηγούμενο Κείμενο του Εκκλησιαστή). Αν και το
περιεχόμενο του Άσματος είναι αναμφισβήτητα ερωτικό, ενσωματώθηκε στον
εβραϊκό και στον χριστιανικό κανόνα, επειδή ερμηνεύτηκε αλληγορικά: οι
Εβραίοι είδαν στο Άσμα μια παράσταση της σχέσης του Γιαχβέ, δηλαδή του
Θεού, προς τον περιούσιο λαό του Ισραήλ, ενώ οι χριστιανοί τη σχέση του
Χριστού προς την Εκκλησία.
Στο παραπάνω αποσπάσματα η Νύφη ακούει τη νύχτα τον αγαπημένο της να
χτυπάει την πόρτα. Γεμάτη πόθο σηκώνεται να του ανοίξει, αλλά ο αγαπημένος της έχει φύγει.
Τον αναζητεί μάταια σ᾽ ολόκληρη την Ιερουσαλήμ, οι φύλακες την χτυπούν και
την εμπαίζουν. Ακολουθεί o"έπαινος" του Άντρα από τη Νύφη (είχε προηγηθεί ο "έπαινος" της
Νύφης από τον Άντρα στο τρίτο Τραγούδι). Στο δεύτερο απόσπασμα η ένωση έχει
πραγματοποιηθεί και οι δύο εραστές ανταλλάσσουν λόγια αγάπης.
Επειδή άλλη μάνα με γέννησε και σ' άλλη γλώσσα άκουσες εσύ τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια... μη με φωνάζεις «ξένο» το ψωμί σου δε διαφέρει απ' το δικό μου το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου σαν τη φωτιά καίει και η δική μου φωτιά. Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»; Επειδή σ' άλλους δρόμους βρέθηκα και σ' άλλο λαό γεννήθηκα και άλλες θάλασσες γνώρισα και απ' αλλού σάλπαρα; Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο η ίδια εξάντληση στην πλάτη μας βαραίνει, αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό μέσ' απ' του χρόνου τα σκοτάδια από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει όσοι διχάζουν και σκοτώνουν το φτωχό, αυτοί που κλέβουν και μοιράζουν ψέμματα, αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη τη σκληρή: «ξένος». λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία. Αν θέλεις το καλό μου, να είσαι καλός σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο» αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια, πιο πέρα απ' το μίσος ας φθάσει η ματιά σου, ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό. Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ Όχι, δεν είμαι «ξένος»!
The Satrapy What a misfortune, although you are made for fine and great works this unjust fate of yours always denies you encouragement and success; that base customs should block you; and pettiness and indifference.
And how terrible the day when you yield (the day when you give up and yield), and you leave on foot for Susa, and you go to the monarch Artaxerxes who favorably places you in his court, and offers you satrapies and the like.
And you accept them with despair these things that you do not want.
Your soul seeks other things, weeps for other things; the praise of the public and the Sophists, the hard-won and inestimable Well Done; the Agora, the Theater, and the Laurels. How can Artaxerxes give you these, where will you find these in a satrapy; and what life can you live without these.
«Ο ποιητής δεν υπονοεί κατ’ ανάγκην τον Θεμιστοκλέα ή τον
Δημάρατον, αλλ’ ούτε και άνθρωπον πολιτικόν [...] Το υπονοούμενον
πρόσωπον είναι εντελώς συμβολικόν. το οποίον δέον να παραδεχθώμεν
μάλλον ως ένα τεχνίτην ή και επιστήμονα [...] Αξιοσημείωτος είναι
ο εν παρενθέσει στίχος «η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις» [στ. 8],
ο οποίος αποτελεί την βάσιν ολόκληρου του ποιήματος.»
(Καβάφης)
Η Σατραπεία είναι ένα ψευδοϊστορικό ποίημα του Καβάφη, εμπνευσμένο
από την τακτική κάποιων σημαινόντων Ελλήνων να καταφεύγουν στους
βασιλιάδες της Περσίας, όταν συνειδητοποιούσαν πως οι συμπολίτες τους
δεν αναγνώριζαν την αξία και την προσφορά τους.
Προσωπικότητες όπως ο Θεμιστοκλής (πολιτικός και στρατηγός, νικητής
στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, 480 π.Χ., που εξοστρακίστηκε από τους
Αθηναίους το 471 π.Χ. και κατέφυγε στον Αρταξέρξη) και ο Δημάρατος
(βασιλιάς της Σπάρτης μέχρι το 491 π.Χ., κατέφυγε στην αυλή του
Δαρείου Α΄, όταν έχασε την εξουσία με την κατηγορία ότι δεν ήταν
γνήσιο παιδί του Αρίστωνα). Οι Πέρσες υποδέχονταν τους Έλληνες
αποστάτες και τους προσέφεραν πλούσια δώρα, με αντάλλαγμα την παροχή
πολύτιμων πληροφοριών και υπηρεσιών κατά των Ελλήνων.
Ο Καβάφης αξιοποιεί την ιστορική αυτή πραγματικότητα για να διευρύνει
την επιλογή της εύκολης λύσης, του συμβιβασμού και της εγκατάλειψης
των δυσεπίτευκτων ιδανικών, σε άλλους τομείς της ανθρώπινης
δραστηριότητας, όπως είναι η τέχνη και η επιστήμη.
Το ποίημα αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει γραφτεί με βάση την πολύ
προσωπική εμπειρία του ποιητή, ο οποίος προκειμένου να διασφαλίσει ένα
σταθερό εισόδημα, έγινε υπάλληλος του Υπουργείου Δημοσίων Έργων της
Αιγύπτου στο τμήμα των Αρδεύσεων. Η ανάγκη του ποιητή να αισθάνεται
μια σχετική ασφάλεια ως προς τα οικονομικά του, τον οδήγησε σε μια
επαγγελματική απόφαση που είχε μεγάλο κόστος στην Τέχνη του. Ό,τι
ουσιαστικό είχε να προσφέρει ο Καβάφης εντοπίζεται στην ποίησή του και
όχι στην εργασία του στο Υπουργείο.
«Τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να
τες αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας
κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες
πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες
καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τί ζημιά, τί ζημιά, τί
προδοσία.» (Καβάφης)
Η Σατραπεία, βέβαια, πέρα από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς της
αρχαίας Ελλάδας που αποτελούν το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται
το ποίημα, και πέρα από την προσωπική εμπειρία του ποιητή, έχει πολλές
προεκτάσεις και αγγίζει πολλούς ανθρώπους. Η έλλειψη ευκαιριών και η
ανάγκη διασφάλισης της καθημερινής διαβίωσης, οδηγούν πολλούς
ανθρώπους να εγκαταλείψουν την πραγματική τους κλίση και τα πραγματικά
τους ενδιαφέροντα, προκειμένου να ασχοληθούν με κάτι που μπορεί να μην
τους αρέσει ή να τους ικανοποιεί, αλλά τους εξασφαλίζει τα
αναγκαία.
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται∙
Ο ποιητής απευθύνεται σε κάποιο υποτιθέμενο άτομο, σε δεύτερο
πρόσωπο, ώστε να ενισχύσει την αίσθηση κάθε αναγνώστη πως το
ποίημα απευθύνεται στον ίδιο. Η χρήση του β΄ ενικού προσώπου είναι
βασικό χαρακτηριστικό των ποιημάτων του Καβάφη που έχουν διδακτική
χροιά.
Είναι μεγάλη συμφορά, λέει ο ποιητής, να είσαι φτιαγμένος για τα ωραία και τα μεγάλα
έργα, να έχεις την ικανότητα να δημιουργήσεις κάτι σπουδαίο αν οι
δεξιότητες και οι δυνατότητές σου αξιοποιηθούν σωστά, αν σου δοθεί
η κατάλληλη ευκαιρία να δείξεις την αξία σου, αλλά η άδικη τύχη
σου να σου αρνείται συνέχεια την πολυπόθητη επιτυχία, την πολύτιμη
εκείνη ευκαιρία που θα σου έδινε την απαραίτητη ενθάρρυνση για να
δείξεις πόσο σπουδαία μπορεί να είναι η προσφορά σου.
Η τραγική αυτή αντίθεση ανάμεσα στις ικανότητες που έχει ένα άτομο και στο γεγονός ότι δεν του δίνεται η ευκαιρία να τις αξιοποιήσει, παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές, όπως
άλλωστε και στις μέρες μας, όπου νέοι άνθρωποι ενώ θέλουν και
μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πράγματα στον τομέα τους,
παραμένουν ανενεργοί, καθώς δεν τους δίνεται η ευκαιρία.
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Βέβαια, πέρα από την έλλειψη ευκαιριών, η οποία δεν ελέγχεται από
το ίδιο το άτομο, υπάρχει και η προσωπική ευθύνη, από την οποία το άτομο δεν απαλλάσσεται.
Ο ποιητής δηλώνει πως συχνά το άτομο εμποδίζεται στην πορεία του προς
την επιτυχία από ευτελείς, ασήμαντες συνήθειές του, από μικροπρέπειες
αλλά και αδιαφορίες. Το ίδιο το άτομο, δηλαδή, είναι πολύ πιθανό να
ευθύνεται για την αδυναμία του να επιτύχει στη ζωή του, γιατί μπορεί να
είναι εγκλωβισμένο σε ασήμαντες συνήθειες που δε θέλει να τις θυσιάσει ή
δε δείχνει αρκετή αποφασιστικότητα προκειμένου να πετύχει το στόχο του.
Κατά τον ποιητή, είναι κάποτε αναγκαίο οι άνθρωποι να πρέπει να θυσιάσουν
μικρές απολαύσεις ή να βελτιώσουν πτυχές της προσωπικότητάς τους για να
φτάσουν στην επιτυχία. Οπότε, όσοι δεν είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν
κάποια πράγματα, δεν μπορούν τελικά να επιτύχουν τα όνειρά τους. Άλλωστε,
οτιδήποτε αξίζει πραγματικά, είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς αρκετές
προσωπικές θυσίες και προσπάθειες.
«Όλα τα πράγματα έχουν τη δική τους μυρωδιά. Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράγματα.»
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910, στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας στην Κίνα. Αμφότεροι οι γονείς του Νίκου Καββαδία ήταν Κεφαλλονίτες, ενώ ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε και τη ρωσική υπηκοότητα. Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια εγκαταλείπει την Άπω Ανατολή και επιστρέφει στην Ελλάδα – εκτός από τον Χαρίλαο Καββαδία ο οποίος επιστρέφει στην Ρωσία, όπου διατηρεί επιχειρήσεις γενικού εμπορίου με κύριο πελάτη το τσαρικό στρατό. Με το ξέσπασμα την Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Χαρίλαος Καββαδίας φυλακίζεται ενώ οι επιχειρήσεις του έχουν καταστραφεί.
Το 1921 ο πατέρας της οικογένειας επιστρέφει στην Ελλάδα τσακισμένος. Η οικογένεια αρχικά διαμένει στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς αλλά στην συνέχεια μετακομίζει στον Πειραιά. Ο μικρός Νίκος πηγαίνει στο δημοτικό εκεί, συμμαθητής με τον Γιάννη Τσαρούχη ενώ στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο γνωρίζεται και με τον λογοτέχνη Παύλο Νιρβάνα. Από μικρός αγαπά την ανάγνωση και διαβάζει κυρίως Ιούλιο Βερν και περιπέτειες ενώ ήδη από το δημοτικό διαφαίνεται το συγγραφικό του ταλέντο, όπου εκδίδει ένα σχολικό περιοδικό.
Σε ηλικία 18 ετών δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματά του, υπό το ψευδώνυμο «Παύλος Βαλχάλας» στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας. Μετά το Γυμνάσιο δίνει εξετάσεις για την Ιατρική σχολή αλλά ο θάνατος του πατέρα του τον αναγκάζει να εγκαταλείψει τα θρανία για να εργαστεί πλέον για την επιβίωση. Εξακολουθεί ωστόσο να γράφει και έργα του εμφανίζονται σε διάφορα φιλολογικά περιοδικά της εποχής.
Ήταν Νοέμβριος του 1928 όταν εκδίδεται το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως «ναυτοπαίς» και τον επόμενο χρόνο μπαρκάρει για πρώτη φορά, ως ναύτης, στο φορτηγό πλοίο «Άγιος Νικόλαος». Το 1933 κάνει την επίσημη είσοδό του στα ελληνικά γράμματα με τη δημοσίευση της ποιητικής συλλογής του «Μαραμπού», το οποίο γίνεται δεκτό από τη λογοτεχνική κοινότητα με σκληρά σχόλια – μόνοι ενθουσιώδεις υποστηρικτές του εμφανίζονται οι Φώτος Πολίτης και Κώστας Βάρναλης.
Η οικογένεια Καββαδία μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα, το 1934, και η οικεία της γίνεται εστία συγκέντρωσης λογοτεχνών, ποιητών και ζωγράφων της εποχής. Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ασυρματιστή αλλά με το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου επιστρατεύεται στο αλβανικό μέτωπο. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, παραμένει στην Αθήνα, ενώ μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου ( με τη «ρετσινιά» του «κομμουνιστή άνευ δράσεως») μπαρκάρει ξανά, ως ασυρματιστής, και ταξιδεύει συνεχώς για τα επόμενα τριάντα χρόνια, απαθανατίζοντας στο χαρτί τους ξένους τόπους και τις εμπειρίες του.
Το 1947 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή του «Πούσι» και επανακυκλοφορεί το «Μαραμπού» με την προσθήκη τριών ανέκδοτων ποιήματα και με αυτή τη συλλογή, ο Καββαδίας ξεφεύγει από τα πρότυπά του. Το 1954 εκδίδει τη «Βάρδια», την οποία οι φιλόλογοι, όπως και με το Μαραμπού, δυσκολεύονται να κατατάξουν τόσο λόγω της άψογης δημοτικής και της ιδιωματικής ναυτικής γλώσσας όσο και του γεγονότος ότι δεν μπορούσαν να αποφασίσουν αν επρόκειτο για μυθιστόρημα, αυτοβιογραφικό διήγημα, νουβέλα φαντασίας ή οτιδήποτε άλλο.
Όσοι τον γνώριζαν, έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο ήπιο και γλυκομίλητο που αγαπούσε τα αστεία, τα μπορντέλα και τα κορίτσια τους, όπως και την ζωγραφική - στην καμπίνα του είχε κρεμασμένους τρεις πίνακες του Henri de Toulouse-Lautrec. Διάβαζε πάντα πολύ και του άρεσε ιδιαίτερα να απαγγέλλει ποίηση άλλων - άλλωστε γνώριζε πολλούς από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής, όπως τους Βάρναλη, Σεφέρη, Ελύτη, Σικελιανό.
Ο «Κόλιας» όπως ήταν το παρατσούκλι του μεταξύ των συντρόφων του ναυτικών, οι περισσότεροι από τους οποίους αγνοούσαν ότι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της χώρας, εγκαταλείπει τη θάλασσα μονάχα όταν το επιβάλλει η υγεία του και με τη συμπλήρωση τριών μηνών διαμονής του στη στεριά, στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, πεθαίνει ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Λίγο καιρό μετά το θάνατό του εκδίδεται η τρίτη ποιητική συλλογή του «Τραβέρσο», με 14 ποιήματα και 3 νανουρίσματα, και χαρακτηρίζεται από πολλούς ως το ωριμότερο έργο του, ενώ τρία χρόνια αργότερα ο συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε με εξαιρετική επιτυχία 11 ποιήματα του, τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τίτλο «Ο Σταυρός του Νότου». Το 1992, ο Θάνος Μικρούτσικος μελοποιεί και άλλα ποιήματα του Καββαδία, με ερμηνευτές όπως οι Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας.
Το έργο του: Ποίηση: Μαραμπού (1933) Πούσι (1947) Τραβέρσο (1975) Πεζά: Βάρδια (1954) Λι (1987): γυρίστηκε σε ταινία το 1995 με τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea» από την Marion Hansen σε μουσική Wim Mertens Του πολέμου (1987) Στο άλογό μου (1987)
Ἔτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα πίνουμε πάντα μας σκυφτοί, σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ: δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα! προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!
Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μαύρος Γάτος το 1922, τον ίδιο χρόνο που ο ποιητής με τη σύνθεσή του Το φως που καίει
εγκαταλείποντας τις προηγούμενες αναζητήσεις του χάραξε τη νέα του
πορεία: να υπηρετήσει με την τέχνη του την αριστερή ιδεολογία στην
οποία είχε ενταχθεί. Ο κοινωνικός στόχος του ποιήματος είναι σαφής: να απεικονίσει με τα
πιο παραστατικά χρώματα τη δυστυχία των απόκληρων της ζωής.
Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση του αφηγηματικού αυτού
ποιήματος είναι μια υπόγεια ταβέρνα γεμάτη καπνούς απ’ τα τσιγάρα και
βρισιές απ’ τους θαμώνες. Ενώ, ως στοιχείο εξωτερικού χώρου τίθεται
παρενθετικά η σημείωση για τον ενοχλητικό ήχο της λατέρνας.
Συντίθεται, έτσι, το σκηνικό μιας φτωχογειτονιάς, της οποίας οι άνθρωποι βρίσκουν ως μόνη διαφυγή απ’ τη δυστυχία τους το πιοτό (να πάνε κάτου τα φαρμάκια).
Ο αφηγητής αποτελεί μέλος της παρέας (πίναμε, α΄ πληθυντικό), που χθες
το βράδυ -όπως και κάθε βράδυ άλλωστε- συναντήθηκε στην υπόγεια αυτή
ταβέρνα, για να πνίξει τα φαρμάκια της δύσκολης ζωής στο ποτό. Το σχόλιο
«σαν όλα τα βραδάκια» καθιστά σαφές πως η καταφυγή στο ποτό, αλλά και η
συνάντηση των φίλων, συνιστά μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία∙ έναν τρόπο
ζωής, που φανερώνει παραστατικά την ένταση της δυστυχίας που βιώνουν,
και τη συνεπαγόμενη ανάγκη να αποζητούν την παρηγοριά της
συντροφικότητας.
Τα μέλη της παρέας σφίγγονται ο ένας πλάι στον άλλον είτε
λόγω της στενότητας του χώρου είτε γιατί καθώς συζητούν θέλουν να
πλησιάσουν περισσότερο μεταξύ τους. Ενώ, η αναφορά στη συνήθειά τους να
φτύνουν στο δάπεδο, σε συνδυασμό και με τις βρισιές που ακούγονται στην
ταβέρνα, δίνει μια ρεαλιστική εικόνα ανθρώπων χαμηλού βιοτικού
επιπέδου.
Με τη γενικής ισχύος διαπίστωση πως το βάσανο της ζωής είναι πολύ
μεγάλο, και πως όσο κι αν τυραννά κανείς τη σκέψη του δεν μπορεί να
θυμηθεί μιαν άσπρη μέρα (μεταφορά), μια μέρα ευτυχίας, δίνεται απ’ τον
αφηγητή το κλίμα των συζητήσεων και των προβληματισμών της παρέας.
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η εναργής παρουσίαση της δυστυχίας των
κεντρικών προσώπων, αλλά και η ταύτισή τους με σημαντικό μέρος του
πληθυσμού εκείνης της εποχής, που βρισκόταν ανάλογα αντιμέτωπο με την
οικονομική ανέχεια και τα συνεχή προβλήματα του δύσκολου βιοπορισμού.
Η αντίθεση που δημιουργείται ανάμεσα στην ομορφιά του
φυσικού περιβάλλοντος και τη μίζερη υπόγεια ταβέρνα, έρχεται να τονίσει
ακόμη περισσότερο το βαθμό στον οποίο οι φτωχοί άνθρωποι μένουν
αποκλεισμένοι από τη βίωση των ευδαιμονικών πτυχών της ζωής.
Ο ήλιος, η γαλάζια θάλασσα, ο ορίζοντας του απέραντου ουρανού, τα
θελκτικά χρώματα της αυγής, όπως και τα εντονότερα χρώματα της δύσης,
όλα προσφέρουν απλόχερα το απροσμέτρητο κάλλος τους, χωρίς ωστόσο να
κατορθώνουν ν’ αγγίξουν την καρδιά των βασανισμένων ανθρώπων.
Η φτώχεια, η απόγνωση και τα συνεχή προβλήματα δεν τους επιτρέπουν να
νιώσουν τη χαρά και την αισιόδοξη διάθεση που ευαγγελίζεται η αρμονία
και η ομορφιά της φύσης. Άλλωστε, για τους ανθρώπους που έρχονται
αντιμέτωποι με τόσο σημαντικές δυσκολίες, η ωραιότητα της φύσης και η
προσδοκία της ευδαιμονίας που προκύπτει μέσα από αυτή, καθιστούν ακόμη
πιο δυσβάσταχτη την αγωνία τους.