Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015
Τάσος Λειβαδίτης - Κι έγινε τότε μεγάλη σιωπή
Κι έγινε τότε μεγάλη σιωπή.
Κι άρχισε ο ήλιος να κατεβαίνει μέσα στις φλόγες της δύσης.
Κι ο ουρανός έγινε κόκκινος.
Και το χώμα κόκκινο. Σαν αίμα.
Και δεν ακουγόταν τίποτα σ’ όλη τη γη.
Και προβάλλοντας σιγά σιγά
πίσω απ’ τα υψώματα
μεγάλες σκοτεινές φάλαγγες φάνηκαν να’ ρχονται.
Απ’ τις πεδιάδες, απ’ τα φαράγγια,
απ’ τις χαράδρες, απ’ τα βουνά
απ’ όλους τους δρόμους
φάνηκαν να ‘ρχονται
οι νεκροί του πολέμου.
Και πίσω τους έρχεται ο άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος
πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος βουίζοντας
ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΡΗΝΗ.
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015
Νικηφόρος Βρεττάκος - Εἰρήνη εἶναι ὅταν...
εἶναι ὅ,τι συνέλαβα μὲς ἀπ᾿ τὴν ἔκφραση
καὶ μὲς ἀπ᾿ τὴν κίνηση τῆς ζωῆς. Καὶ Εἰρήνη
εἶναι κάτι βαθύτερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε
ὅταν δὲν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Εἰρήνη εἶναι ὅταν τ᾿ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ
γίνεται ἔξω στὸ σύμπαν ἥλιος. Κι ὁ ἥλιος
ψυχὴ μὲς στὸν ἄνθρωπο.
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο: Δυὸ ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου)
Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015
Jacques Brel - Ξέρω κάτι βάρκες | Je connais des Bateaux - Mannick
Ξέρω κάτι βάρκες…
που μένουν στο λιμάνι από φόβο
μή και τα ρεύματα τις παρασύρουν και τις ρίξουν στα βράχια.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που σκουριάζουν στο λιμάνι
επειδή δεν τόλμησαν ποτέ να ανοίξουν τα πανιά τους.
που σκουριάζουν στο λιμάνι
επειδή δεν τόλμησαν ποτέ να ανοίξουν τα πανιά τους.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που ξεχνούν να αναχωρήσουν
επειδή φοβούνται πως η θάλασσα θα τις γεράσει
και τα κύματα δεν τις έχουν μεταφέρει ποτέ πουθενά,
το ταξίδι τους σταμάτησε ακόμα πριν ξεκινήσει.
που ξεχνούν να αναχωρήσουν
επειδή φοβούνται πως η θάλασσα θα τις γεράσει
και τα κύματα δεν τις έχουν μεταφέρει ποτέ πουθενά,
το ταξίδι τους σταμάτησε ακόμα πριν ξεκινήσει.
Ξέρω κάτι βάρκες…
τόσο πολύ αλυσοδεμένες
που ξεμάθανε πώς να απελευθερωθούν.
τόσο πολύ αλυσοδεμένες
που ξεμάθανε πώς να απελευθερωθούν.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που παραμένουν να κουνιούνται πάνω στο κύμα
γιατί είναι σίγουρες πως δεν θα αναποδογυρίσουν.
που παραμένουν να κουνιούνται πάνω στο κύμα
γιατί είναι σίγουρες πως δεν θα αναποδογυρίσουν.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που πηγαίνουν σε ομάδες
να αντιμετωπίσουν τον δυνατό αέρα πέρα από κάθε φόβο.
που πηγαίνουν σε ομάδες
να αντιμετωπίσουν τον δυνατό αέρα πέρα από κάθε φόβο.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που γδέρνονται λίγο
στις ρότες των ωκεανών όπου τις φέρνει το παιχνίδι τους.
που γδέρνονται λίγο
στις ρότες των ωκεανών όπου τις φέρνει το παιχνίδι τους.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που δεν έπαψαν ποτέ να βγαίνουν κάθε μέρα της ζωής τους
και που δεν φοβούνται να ξεκινήσουν αψηφώντας
τους κινδύνους.
που δεν έπαψαν ποτέ να βγαίνουν κάθε μέρα της ζωής τους
και που δεν φοβούνται να ξεκινήσουν αψηφώντας
τους κινδύνους.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που επιστρέφουν στο λιμάνι “πληγωμένες” παντού
αλλά πιο θαραλέες και πιο δυνατές.
που επιστρέφουν στο λιμάνι “πληγωμένες” παντού
αλλά πιο θαραλέες και πιο δυνατές.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που ξεχειλίζουν από ήλιο
γιατί μοιράστηκαν υπέροχα χρόνια.
που ξεχειλίζουν από ήλιο
γιατί μοιράστηκαν υπέροχα χρόνια.
Ξέρω κάτι βάρκες…
που επιστρέφουν πάντα μετά το ταξίδι,
μέχρι την τελευταία τους μέρα,
και είναι έτοιμες να ξανανοίξουν τα πανιά τους
γιατί έχουν μια καρδιά μεγάλη σαν τον ωκεανό!
Jacques Brel
Je connais des bateaux qui restent dans le port
De peur que les courants ne les entraînent trop fort
Je connais des bateaux qui rouillent dans le port
A ne jamais risquer une voile dehors
Je connais des bateaux qui oublient de partir
Ils ont peur de la mer à force de vieillir
Et les vagues jamais ne les ont emportés
Leur voyage est fini avant de commencer
Je connais des bateaux tellement enchaînés
Qu’ils ont désappris comment se libérer !
Je connais des bateaux qui restent à clapoter
Pour être vraiment sûr de ne pas chavirer
Je connais des bateaux qui s’en vont à plusieurs
Affronter le grand vent au-delà de la peur
Je connais des bateaux qui s’égratignent un peu
Sur les routes de la mer où les mène leur jeu
Je connais des bateaux qui n’ont jamais fini
De partir encore chaque jour de leur vie
Et qui ne craignent pas parfois de s’élancer
Côte à côte en avant au risque de sombrer
Je connais des bateaux qui reviennent au port
Lacérés de partout mais plus braves et plus forts
Je connais des bateaux débordants de soleil
Quand ils ont partagé des années de merveilles
Je connais des bateaux qui reviennent toujours
Quand ils ont navigué jusqu’à leur dernier jour
Tout prêts à déployer leurs ailes de géants
Parce qu’ils ont un coeur à taille d’océan.
Jacques Brel
που επιστρέφουν πάντα μετά το ταξίδι,
μέχρι την τελευταία τους μέρα,
και είναι έτοιμες να ξανανοίξουν τα πανιά τους
γιατί έχουν μια καρδιά μεγάλη σαν τον ωκεανό!
Jacques Brel
Je connais des bateaux qui restent dans le port
De peur que les courants ne les entraînent trop fort
Je connais des bateaux qui rouillent dans le port
A ne jamais risquer une voile dehors
Je connais des bateaux qui oublient de partir
Ils ont peur de la mer à force de vieillir
Et les vagues jamais ne les ont emportés
Leur voyage est fini avant de commencer
Je connais des bateaux tellement enchaînés
Qu’ils ont désappris comment se libérer !
Je connais des bateaux qui restent à clapoter
Pour être vraiment sûr de ne pas chavirer
Je connais des bateaux qui s’en vont à plusieurs
Affronter le grand vent au-delà de la peur
Je connais des bateaux qui s’égratignent un peu
Sur les routes de la mer où les mène leur jeu
Je connais des bateaux qui n’ont jamais fini
De partir encore chaque jour de leur vie
Et qui ne craignent pas parfois de s’élancer
Côte à côte en avant au risque de sombrer
Je connais des bateaux qui reviennent au port
Lacérés de partout mais plus braves et plus forts
Je connais des bateaux débordants de soleil
Quand ils ont partagé des années de merveilles
Je connais des bateaux qui reviennent toujours
Quand ils ont navigué jusqu’à leur dernier jour
Tout prêts à déployer leurs ailes de géants
Parce qu’ils ont un coeur à taille d’océan.
Jacques Brel
O Ζακ Ρομέν Ζωρζ Μπρελ [Jacques Romain Georges Brel] (1929 – 1978) ήταν Βέλγος τραγουδιστής και τραγουδοποιός. Ανήκει στους σημαντικότερους εκπροσώπους του μεταπολεμικού σανσόν.
Οι πρώτες συνθέσεις του χρονολογούνται το 1950, αλλά η καριέρα του
ουσιαστικά ξεκίνησε το 1953 με τις πρώτες εμφανίσεις του στο θέατρο Les
trois baudets του Παρισιού.
Από το 1957 απέκτησε διεθνή φήμη. Οι στίχοι του διέπονται συχνά από
σατιρικό και δραματικό ύφος, ασκώντας κριτική σε κοινωνικές και ηθικές
αξίες, όπως ενδεικτικά αυτή αποτυπώνεται στα τραγούδια Les Bourgeois και
Les Flamandes. Ερμηνευτής με μεγάλη εκφραστικότητα, ο Μπρελ ενσωμάτωσε
θεατρικά στοιχεία στις εμφανίσεις του.
Η μουσική του είχε επίδραση σε αρκετούς δημιουργούς, όπως στον Λέοναρντ
Κοέν, στον Ντέηβιντ Μπόουι και κυρίως στον Σκοτ Γουόκερ, ο οποίος
ερμήνευσε αρκετές συνθέσεις του Μπρελ.
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015
Τάσος Λειβαδίτης - Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
![]() |
| Pieta of syria by Delawer-Omar |
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη
και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου
θα ματώσουν απ' τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα
στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ΄τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν' αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
Δε θα διστάσεις.
Θ' απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ' απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν' ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς εν' άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ΄ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λεει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ' αποχαιρετήσεις όλ' αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ' άστρα, για όλες τις λάμπες
και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι
ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν
Εσύ και μες απ' το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ' τ' άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν' ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ' αρχίζουμε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα
στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη:
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ' αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη:
Ειρήνη
σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
If you want to be called a man
If you want to be called a man
If you want to be called a man,
Tasos Livaditis
σα νάγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ' ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ' την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν' ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
you'll never stop even for a single moment
to fight for peace and justice.
You get out on the street, you scream,
your lips will get bloody from yelling,
your face will get bloody from bullets,
but not a step behind.
Every scream of yours is a rock thrown
on the windows of war mongers.
Every gesture of yours is like
ruining injustice.
And make no mistake:
Don't let yourself been carried away
not for a single moment.
By just relaxing awhile and recalling
your childhood years,
you let thousands of kids slaughtered,
when playing harmlessly in the cities.
If you perish just a moment looking at sunset,
tomorrow people will be dying at the night of war.
If you stop for a moment to dream,
then millions of human dreams
will turn to dust under the bombshells.
You don't have time,no time for yourself,
if you want to be called a man.
to fight for peace and justice.
You get out on the street, you scream,
your lips will get bloody from yelling,
your face will get bloody from bullets,
but not a step behind.
Every scream of yours is a rock thrown
on the windows of war mongers.
Every gesture of yours is like
ruining injustice.
And make no mistake:
Don't let yourself been carried away
not for a single moment.
By just relaxing awhile and recalling
your childhood years,
you let thousands of kids slaughtered,
when playing harmlessly in the cities.
If you perish just a moment looking at sunset,
tomorrow people will be dying at the night of war.
If you stop for a moment to dream,
then millions of human dreams
will turn to dust under the bombshells.
You don't have time,no time for yourself,
if you want to be called a man.
If you want to be called a man
you may need to leave your mother,
your beloved woman or your child.
You will not hesitate.
You will decline your lamp and your bread,
you will refuse your night resting
on your door sill, for the rough road
heading towards tomorrow,
you won't be coward or be afraid of nothing.
I know it's beautiful listening to a harmonica,
at night, to gaze on a star and dream,
it's beautiful leaning on the red mouth of your love,
and hearing her say her dreams about the future,
but you must bid farewell to all this and start over,
for you are responsible for all harmonicas of the world,
for all the stars, for all the lamps and for all the dreams,
if you want to be called a man.
your beloved woman or your child.
You will not hesitate.
You will decline your lamp and your bread,
you will refuse your night resting
on your door sill, for the rough road
heading towards tomorrow,
you won't be coward or be afraid of nothing.
I know it's beautiful listening to a harmonica,
at night, to gaze on a star and dream,
it's beautiful leaning on the red mouth of your love,
and hearing her say her dreams about the future,
but you must bid farewell to all this and start over,
for you are responsible for all harmonicas of the world,
for all the stars, for all the lamps and for all the dreams,
if you want to be called a man.
If you want to be called a man
you may need to stay in prison for twenty or more years
but you, even in prison you will remember always
Spring, your mother and the world,
you , even within the square metre of your cell,
you will go on walking the road of yours on earth.
And when,in the vast silence of the night,
you will be knocking on your cell wall with your finger,
from the opposite side of the wall,
Spain will be answering to you.
You, even when your years go passing by,
and your hair turns white,you will not get old.
You, even in prison,every morning you will be younger,
for always we'll be starting new fights in the world.
but you, even in prison you will remember always
Spring, your mother and the world,
you , even within the square metre of your cell,
you will go on walking the road of yours on earth.
And when,in the vast silence of the night,
you will be knocking on your cell wall with your finger,
from the opposite side of the wall,
Spain will be answering to you.
You, even when your years go passing by,
and your hair turns white,you will not get old.
You, even in prison,every morning you will be younger,
for always we'll be starting new fights in the world.
If you want to be called a man,
you must be able of dying any morning,
late at night in isolation you'll write
a long and touchy letter to your mother,
you'll write on the wall,your initials and the date,
and a simple word too:
Peace.
As if you had to write down your whole life story.
To be able of dying at any morning,
to be able of standing before the six rifles,
as if you stood before the whole future
to be able at the battery of guns killing you
to hear millions of ordinary people singing
and struggling for peace.
If you want to be called a man...
late at night in isolation you'll write
a long and touchy letter to your mother,
you'll write on the wall,your initials and the date,
and a simple word too:
Peace.
As if you had to write down your whole life story.
To be able of dying at any morning,
to be able of standing before the six rifles,
as if you stood before the whole future
to be able at the battery of guns killing you
to hear millions of ordinary people singing
and struggling for peace.
If you want to be called a man...
Tasos Livaditis
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015
Νικηφόρος Βρεττάκος — Σοῦ στήνω μία καλύβα
ἕνα κῆπο νὰ περπατᾷς, ἕνα ρυάκι νὰ καθρεφτίζεσαι,
μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ νὰ μὴν σὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος
ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Σοῦ στήνω τ᾿ ὅραμά σου πάνω σ᾿ ὅλους τοὺς λόφους,
νὰ σοῦ φυσάει τὸ φόρεμα ἡ δύση μὲ δυὸ τριαντάφυλλα,
νὰ γέρνει ὁ ἥλιος ἀντίκρυ σου καὶ νὰ μὴ βασιλεύει,
νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φοῦχτες σου
τῶν παιδικῶν ματιῶν μου τὸ νερὸ - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015
Οδυσσέας Ελύτης – Περασμένα Μεσάνυχτα
Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή
Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...
Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή
Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από
τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε
ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω
Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή
Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.
--------------
Το ποίημα «Περασμένα Μεσάνυχτα» ανήκει στη συλλογή «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» που κυκλοφόρησε το 1991, όταν ο ποιητής ήταν πια 80 ετών.Ο Οδυσσέας Ελύτης αναζήτησε πάντοτε στην ποίησή του την ομορφιά της ζωής, την πίστη σ’ ένα καλύτερο αύριο, αλλά και τον ευδαιμονισμό του παρόντος, αφήνοντας επίμονα έξω από τους στίχους του τη θλίψη και τον πόνο.
Για τον Ελύτη η ποίηση ήταν το ασφαλές καταφύγιο όπου μπορούσε να τελεστεί το γιόρτασμα της ζωής, η χωρίς περιορισμούς παράδοση στη χαρά της νιότης και του ονείρου, το ιερό καταφύγιο όπου η δυστυχία και οι δυσκολίες της πραγματικότητας δεν είχαν μερίδιο. Ήταν για εκείνον ανώφελο να περνά ο πόνος της ζωής και στην ποίηση, αφού ούτως ή άλλως το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας ήταν δεδομένο και αναπόφευκτο για όλους.
Στο συγκεκριμένο ποίημα όμως, όπως προδίδει κι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», τα θρηνητικά τραγούδια του πιο ακρινού σημείου (ειδικότερα του πιο ακρινού σημείου της προβλήτας), ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τις σκέψεις που γεννιούνται καθώς πλησιάζει το τέλος, καθώς έρχεται η στιγμή του ύστατου ταξιδιού.
Η βιωματική υπόσταση αυτού του ποιήματος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς μας προσφέρει τη δυνατότητα να εισέλθουμε στον προσωπικό χώρο του ποιητή τη στιγμή της ποιητικής δημιουργίας και να αισθανθούμε μαζί του τον προβληματισμό και τις ανησυχίες του.
Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...
Ο ποιητής αισθάνεται το κεφάλι του βαρύ σα να βρίσκεται σ’ έναν γαλαξία που έχει πιεστεί προς τα κάτω, σα να βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ ανέλθει εκεί που έπρεπε. Μια ιδιαίτερα πλούσια σε συνειρμούς παρομοίωση, που αν ιδωθεί απ’ την οπτική ενός ανθρώπου κοντά στο τέλος του, υποδηλώνει μεταξύ άλλων και τον αναγκαστικό συμβιβασμό με τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.
Ένα ύστατο ταξίδι, κοινό για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να έχει πια σημασία ποιος ευτύχησε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ποιος όχι, μιας και όλοι οι άνθρωποι φτάνουν ίσοι μπροστά στο θάνατο.
Ας σημειωθεί πως ο ύπνος των ανθρώπων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο συμβολικό που ...
Ο τίτλος του ποιήματος «Περασμένα Μεσάνυχτα» που σε πρώτη ανάγνωση παραπέμπει σ’ έναν απλό χρονικό προσδιορισμό, αποκτά το πλήρες του νόημα και γίνεται ένα παράπονο και μια πικρή διαπίστωση, καθώς στον πρώτο στίχο διευρύνεται και γίνεται το μοτίβο που διατρέχει ολόκληρη τη ζωή του ποιητή: «Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή»Η τριπλή επανάληψη αυτού του στίχου λειτουργεί ως πρόλογος για κάθε μία απ’ τις τρεις ενότητες του ποιήματος και προσδίδει ένα μελαγχολικό τόνο σ’ ολόκληρο το ποίημα. Σε μια εκ των υστέρων θέαση της ζωής του ο ποιητής νιώθει και αντιλαμβάνεται πως πάντοτε ήταν πολύ αργά για ό,τι θέλησε να κάνει, για ό,τι θέλησε να ζήσει. Διαπίστωση που λαμβάνει τραγικές διαστάσεις τώρα που βρίσκεται πια σε προχωρημένη ηλικία και δεν μπορεί παρά να δεχτεί πως απέχει ελάχιστα από το τέλος του.
Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...
Ο ποιητής αισθάνεται το κεφάλι του βαρύ σα να βρίσκεται σ’ έναν γαλαξία που έχει πιεστεί προς τα κάτω, σα να βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ ανέλθει εκεί που έπρεπε. Μια ιδιαίτερα πλούσια σε συνειρμούς παρομοίωση, που αν ιδωθεί απ’ την οπτική ενός ανθρώπου κοντά στο τέλος του, υποδηλώνει μεταξύ άλλων και τον αναγκαστικό συμβιβασμό με τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης.
Παρά την πληθώρα των ιδεών και των ονείρων, παρά την ακατάλυτη διάθεση για ζωή, έρχεται πάντοτε η στιγμή που οι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως δεν έχουν πια τα περιθώρια για νέες ελπίδες και νέα σχέδια.Οι άνθρωποι, που είναι κοντά στη στιγμή του θανάτου τους, κοιμούνται με το πρόσωπό τους γαλήνιο κι αγνό «ασημένιο», έχοντας πια εξαγνιστεί από τα πάθη της νεότητας. Άγιοι πλέον, χωρίς τις επιθυμίες και τις μικρότητες των προηγούμενων χρόνων, κατευθύνονται απ’ τον αέρα της ζωής και του χρόνο προς τον κάβο του «Μεγάλου Κύκνου», προς το ακρωτήρι του θανάτου.
Ένα ύστατο ταξίδι, κοινό για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να έχει πια σημασία ποιος ευτύχησε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ποιος όχι, μιας και όλοι οι άνθρωποι φτάνουν ίσοι μπροστά στο θάνατο.
Ας σημειωθεί πως ο ύπνος των ανθρώπων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο συμβολικό που ...
........
η συνέχεια εδώ: latistor
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





