Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Νίκος Καρούζος — «Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.»

«Αγάπησα πολύ τη δυναμική πεπρωμενοκρατία του Nietzsche, τις θυελλοφόρες κορυφές του Ζαρατούστρα, έζησα τη μεγάλη ανάσα της δρακόντειας απελπισιάς που κομματιάζει το στήθος και φτύνει τη λογική. Ερωτεύτηκα το μαρξισμό, γεμάτος ερωτήματα για τη ναρκισσευόμενη λογική του, και πέρασα στην περιπέτεια του κοινωνικού επαναστάτη, κρατώντας σαν ιψενικός ήρωας ―δηλαδή μοναχικά κι ανώφελα― τη σημαία του Ιδανικού με πάθος. Επίσης χώθηκα στη γαλαρία του Freud, ως ένα σημείο γοητευμένος. Έτρωγα το χρόνο για να ’βγω στο ξέφωτο του Ιησού με την ψυχή οριστικά έκπληκτη. Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.»

Νίκος Καρούζος - Μικρό αυτοχρονικό

«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος. Είχε συνάξει λίγα φύλλα ένα κλαδί γεμάτο φως είχε πονέσει. Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος αγγίζει νέους ουρανούς η προσευχή του μάχη. 
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».
Νίκος Καρούζος

----------------------
Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1926, όπου και παρέμεινε ως τα γυμνασιακά του χρόνια. Έρχεται στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική, σχεδόν κυνηγημένος στη διάρκεια του Εμφύλιου. Εξόριστος το 1947 στην Ικαρία και αργότερα στη Μακρόνησο. 
Πρώτες δημοσιεύσεις («Σίμων ο Κυρηναίος», περιοδικό «ο αιώνας μας», 1949) και γνωριμία με τον Κόντογλου. Ακολουθούν η «Επιστροφή του Χριστού», οι «Νέες Δοκιμές» και το «Σημείο». Αρχίζει η συνεργασία με τα περιοδικά Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Διαγώνιο, Νέα Εστία, Ευθύνη κ. ά. Το 1955 εκδίδονται τα «Είκοσι Ποιήματα». 
Στη συνέχεια οι «Διάλογοι» και το !961, η συλλογή «Ποιήματα», χρονιά όπου παίρνει το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης και την επομένη για τη συλλογή «Η έλαφος των άστρων», το Α΄ Βραβείο Ποίησης της «Ομάδας των Δώδεκα». Το 1964 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή «Υπνόσακκος».
Η κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τον βρίσκει στο Άγιο Όρος. Συλλαμβάνεται για δηλώσεις κατά των πρωταίτιων. Το 1969 κυκλοφορούν τα «Πενθήματα» και ακολουθούν τα «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες Αντινομίες» και «Χορταριασμένα Χάσματα». 
Το 1977 Κυκλοφορεί η συλλογή «Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας», όπου παρατηρείται μια στροφή στον ερμητικό λόγο. Ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές «Ο Ζήλος του μη-Σχετικού με Παροράματα», «Μονολεκτικοί και Ολιγόλεκτα», «Φαρέτριον», «Αναμνηστική Λήθη», «Αντισεισμικός Τάφος», «Συντήρηση Ανελκυστήρων» και «Χρόνος». 
Για το ποίημα «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπείρα, του απονέμεται το 1988 το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης. 
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Του χορηγείται η λεγόμενη «μικρή σύνταξη» από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκαλώντας τη δικαιολογημένη αντίδρασή του. Διάγνωση καρκίνου, έκθεση έργων του, έκδοση των ποιημάτων «Ερυθρογράφος» και «Λογική Μεγάλου Σχήματος». Νοσηλεύεται σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Ο θάνατος τον βρίσκει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο νοσοκομείο «Υγεία». Εκδίδονται τα τελευταία του ποιήματα με τίτλο: «Ευρέσεις από Κυανό Κοβάλτιο».

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ενδύματα

Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου. 
Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα. 
Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη. Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία. 
Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη. Όλως διόλου τελειωμένη. 
Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. 
Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ’ εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.
--------------------
Το «Ενδύματα» είναι ένα από τα τρία πεζά ποιήματα που έχει συνθέσει ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Το θέμα του είναι ένα από τα ιδιαιτέρως προσφιλή στον ποιητή και αφορά το πέρασμα του χρόνου και την αναπόληση της νεότητας. Τα ενδύματα του τίτλου κυριαρχούν στο σύντομο αυτό ποίημα και συμβολίζουν με τις εναλλαγές των χρωμάτων τους τις διάφορες ηλικιακές περιόδους του ανθρώπινου βίου.
«Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου. Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.»
Πρόθεση του ποιητή είναι να φυλάξει τα ενδύματα της ζωής του σ’ ένα κιβώτιο ή σ’ ένα έπιπλο παρόμοιας χρήσης φτιαγμένο από έβενο∙ φτιαγμένο από το πολύτιμο αυτό υλικό προκειμένου να είναι σαφής η ιδιαίτερη αξία του επίπλου. Η διαφύλαξη, άλλωστε, των αναμνήσεων του παρελθόντος -την οποία ο Καβάφης συνήθως εμπιστεύεται στην ίδια του την τέχνη και στους στίχους του- συνιστά μια παρακαταθήκη απροσμέτρητης σημασίας.
Οι ηλικιακές περίοδοι φανερώνονται στο πλαίσιο του ποιήματος μέσα από τα διάφορα χρώματα των ενδυμάτων. Έτσι, τα κυανά ρούχα, τα βαθυγάλαζα δηλαδή, έρχονται να δηλώσουν την παιδική ηλικία, ενώ τα κόκκινα ρούχα την ηλικία της εφηβείας και της πρώτης νεότητας, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται από τον ποιητή ως τα πιο ωραία από όλα. Τα κίτρινα ενδύματα αποδίδουν τα χρόνια της ωριμότητας, ενώ τα ξεθωριασμένα κυανά ρούχα μας φέρνουν στην αρχή πια του γήρατος.

Ξέχωρη έμφαση δίνεται, φυσικά, στα κόκκινα ενδύματα, στα χρόνια δηλαδή κατά τα οποία η βίωση του έρωτα, η ένταση των συναισθημάτων και η ζωτικότητα του σώματος φέρνουν τη ζωή του ανθρώπου σε μια εσωτερική κορύφωση. Η νεότητα χαρακτηρίζεται εύλογα, λοιπόν, ως η ωραιότερη απ’ όλες της ηλικίες, αφού είναι εκείνη που χαρίζει τον έρωτα σ’ όλη του την πληρότητα, με το σώμα και την ψυχή να βρίσκονται στην ιδανική ακμή τους.

Τα κόκκινα ενδύματα, ωστόσο, δίνουν τη σειρά τους στα κίτρινα, στην ηλικία που διαδέχεται τη νεότητα κι η οποία έρχεται να προσφέρει δικές τις κορυφώσεις, αφού συνοδεύεται από την πνευματική ωρίμανση και το καταλάγιασμα της ερωτικής έντασης. Μια περίοδος δημιουργικότητας και ήρεμης βίωσης της ζωής.

«Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη. Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.»
Ο ποιητής σκοπεύει να συγκεντρώσει τα ενδύματα όλων των ηλικιών και να τα φυλάξει με την ευλάβεια, με το βαθύ σεβασμό, που αναλογεί στα χρόνια, στις πράξεις και στις εμπειρίες που πέρασαν∙ με τον σεβασμό που αντιστοιχεί σε ό,τι μας αφήνει η ζωή στο πέρασμά της, τις μνήμες τις χαρμόσυνες, μα και τις οδυνηρές∙ τις μνήμες των γεγονότων που μας διαμόρφωσαν και καθόρισαν σταδιακά την πορεία της ζωής μας. Σκοπεύει να τα φυλάξει με ευλάβεια, αλλά και με πολλή λύπη, εφόσον τα ενδύματα αυτά αντιστοιχούν σε χρόνια που το πέρασμά τους δεν μπορεί να αναπληρωθεί. Κάθε ανάμνηση του παρελθόντος αντιστοιχεί και σε μια περίοδο της ζωής που δεν πρόκειται -και δεν μπορεί- να επιστρέψει ποτέ ξανά.
Το έπιπλο με τα ενδύματα αυτά θα το ανοίγει ο ποιητής όταν θα φορά πια μαύρα ρούχα, όταν θα έχει φτάσει πλέον στην ηλικία εκείνη του προχωρημένου γήρατος όπου τίποτε άλλο δεν είναι εφικτό για το άτομο πέρα από την αναπόληση του παρελθόντος. Ο ποιητής, μάλιστα, προκειμένου να καταστήσει όσο γίνεται πιο παραστατική τη θλίψη που συνοδεύει αυτή την περίοδο της επιβεβλημένης αδράνειας, δηλώνει πως πέρα από τα μαύρα ρούχα που θα φορά, θα κατοικεί σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Η κυριαρχία του μαύρου χρώματος φανερώνει τόσο την έλλειψη εκείνων των στοιχείων που προσέφεραν άλλοτε στο άτομο τη δυνατότητα κάποιας ευδαιμονίας όσο και την άμεση σύνδεση αυτής της ηλικίας με τον επερχόμενο θάνατο. Μόνη ενασχόληση, επομένως, για τον ηλικιωμένο ποιητή θα είναι να ανατρέχει ξανά στα ενδύματα των περασμένων χρόνων και να τα κοιτά με χαρά, με πόθο, αλλά και με απελπισία. Με χαρά για τις ευτυχισμένες μνήμες του παρελθόντος και για την ευλογημένη υπενθύμιση πως κάποτε υπήρξε κι εκείνος μέρος ενεργό αυτού του κόσμου, μα και με απελπισία, εφόσον θα γνωρίζει πως πλέον τίποτε από αυτά δεν μπορεί να συμβεί ξανά, αφού η ζωή του θα πλησιάζει πια προς την ακούσια ολοκλήρωσή της. 

«Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.»
Η μεγάλη γιορτή της ζωής με τις προκλήσεις, τις δυσκολίες, τις ευτυχίες, τα πάθη και τους έρωτες θα είναι τότε απόλυτα τελειωμένη, εφόσον ο ποιητής θα βρίσκεται στην περίοδο του γήρατος. Θα μπορούσε, βέβαια, να αντιτείνει κάποιος πως ακόμη και τα χρόνια αυτά ενέχουν τη δυνατότητα κάποιας -μειωμένης έστω- δράσης, ικανής να προσφέρει χαρά στον άνθρωπο, μα ο ποιητής είναι απόλυτος ως προς τον τρόπο που αντικρίζει τα χρόνια του προχωρημένου γήρατος, γι’ αυτό και επαναλαμβάνει εμφατικά δύο φορές τη σχετική φράση «όλως διόλου τελειωμένη».
«Όλως διόλου τελειωμένη. Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ’ εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.»
Η καταληκτική εικόνα του ποιήματος αποδίδει με συμβολικό τρόπο τα χρόνια της σωματικής και πνευματικής κατάρρευσης, όταν πια οι άνθρωποι έχουν εξαντλήσει πλήρως κάθε περιθώριο ζωής. Έτσι, ό,τι απομένει από τη μεγάλη γιορτή είναι η ακαταστασία που άφησαν οι καλεσμένοι -συνειρμικά αυτή η εικόνα μας παραπέμπει και στις πληγές που αφήνουν οι άνθρωποι με το πέρασμά τους στην ψυχή άλλων ανθρώπων. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα, τα κεριά καμένα ως το τέλος και όλο το κρασί πιωμένο∙ στοιχεία που δίνουν με ενάργεια την εικόνα του τέλους, την εικόνα της πλήρους εγκατάλειψης.

Όλοι καλεσμένοι θα έχουν φύγει∙ όλα τα πρόσωπα που συνέδεσαν τη ζωή τους με τη ζωή του ποιητή θα έχουν πια αποχωρήσει είτε για να απομονωθούν κι οι ίδιοι σε σκοτεινά σπίτια, αναπολώντας πιθανώς τη δική τους διαδρομή, είτε για να κοιμηθούν. Τα πρόσωπα της ζωής του ποιητή, όπως και κάθε ανθρώπου άλλωστε, καταλήγουν κι εκείνα στην απόλυτη αδράνεια του γήρατος, στην αναμονή του τέλους, ή αφήνονται στο κάλεσμα του ύπνου∙ ενός ύπνου που δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εδώ το θάνατο, το οριστικό και αναπόφευκτο τέλος της ζωής.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ.Σ
Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
24 Οκτωβρίου 1963: Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.


Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.


Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες*.


Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.


Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα»* φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»*
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.


Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης*
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.


Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.


Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936

--------------------
* βαρκαρόλες: τραγούδια που συνηθίζουν οι βενετσιάνοι γονδολιέρηδες
* σωσίτριχα: φάρµακα για την τριχόπτωση
* ορώµεν ... νεκροίς: βλέπουµε ν’ ανθίζει νεκρούς το Aιγαίο
* αργάτης: βαρούλκο που ανελκύει ή ποντίζει την άγκυρα

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Bertolt Brecht — Άλλαξε τον κόσμο, το’ χει ανάγκη

Change the World; It Needs It
Ändere die Welt, sie braucht es!
Nairobi, 9 September 2015 - Hussein Malla, a 9 year old boy from Kenya, is the regional winner for Africa of the 24th International Children's Painting Competition, organized by the United Nations Environment Programme (UNEP) and the Foundation for Global Peace and Environment (FGPE)
Mε ποιον δε θα καθόταν ο Δίκαιος
αν ήτανε να βοηθήσει έτσι το Δίκιο;
Ποιο γιατρικό θα ‘ταν πολύ πικρό
για τον ετοιμοθάνατο;
Tι βρωμιά δε θα ‘κανες
τη βρωμιά για να τσακίσεις;

Aν επιτέλους μπορούσες τον κόσμο ν’ αλλάξεις, δεν θα
καταδεχόσουν να το κάνεις;
Ποιος είσαι;
Bυθίσου στο βούρκο
αγκάλιασε το φονιά, όμως
άλλαξε τον κόσμο: το ‘χει ανάγκη.

(Στο τέλος του έργου, ο Xορός συμπληρώνει:)


Xρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις:
Oργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάχτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Kατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Mονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς
την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε.

(Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης 
Aπό το θεατρικό έργο «H απόφαση» - Die Massnahme -, 1930)

***************
Change the World; It Needs It

With whom would the just man not conspire
In the interests of justice?
What medicine would taste too bad
To a dying man?
What vile act would you not commit,
In order to extirpate vile acts?
If you could at last change the world,
Would you step up and do it?
Who are you?
Wade in filth
Embrace the butcher, but
Change this world: She cries out for it!
Continue this tale!
We will not hear you much longer
As judgmental. But rather as
The apprentice.

Bertolt Brecht, Ändere die Welt: sie braucht es! from Die Maßnahme, sc v (1930) in Gesammelte Werke in acht Bänden, vol. i, pp. 651-52 (E. Hauptmann ed. 1967) (S.H. transl.)

***************
Ändere die Welt, sie braucht es!

Mit wem säße der Rechtliche nicht zusammen
Dem Recht zu helfen?
Welche Medizin schmeckte zu schlecht
Dem Sterbenden?
Welche Niedrigkeit begingest du nicht, um
Die Niedrigkeit auszutilgen?
Könntest du die Welt endlich verändern, wofür
Wärest du dir zu gut?
Wer bist du?
Versinke in Schmutz
Umarme den Schlächter, aber
Ändere die Welt: Sie braucht es!

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Alfred Tennyson — Οδυσσέας - 'Ulysses'

Λίγο το κέρδος,
για έναν ράθυμο βασιλιά
Στην ήρεμη αυτή κόχη, μέσα στις άγονες
ξέρες, δίπλα σε γερασμένη γυναίκα.
Όλο να μοιράζω άνισους νόμους,
Σε μια άγρια ράτσα,
Που αποθηκεύει, τρώει και κοιμάται
Και καθόλου δε με νιώθει.
Δεν μπορώ να ησυχάσω από το ταξίδι:
Την ζωή θα πιω μέχρι τελευταίας σταγόνας:
Όλες τις φορές που περίσσεια απόλαυσα,
περίσσεια υπέφερα, τόσο με αυτούς που μ' αγαπάνε
όσο και μόνος, στα ακρογιάλια, και όταν οι άνεμοι
τάραζαν το μαύρο πέλαγος: Απέκτησα όνομα:
Γιατί πάντα περιπλανιέμαι με πεινασμένη καρδιά.
Πολλά έχω δει και μάθει, πόλεις ανθρώπων
και ήθη, κλίματα, συμβούλια, κυβερνήσεις,
Εγώ δεν ήμουν τελευταίος, αλλά τιμημένος από όλους
Και ήπια την ευχαρίστηση της μάχης
με τους συντρόφους μου, Μακριά ,

Στους κάμπους της ανεμοδαρμένης Τροίας.
Είμαι κομμάτι από όλα όσα έχω συναντήσει.
Ωστόσο η εμπειρία είναι μια αψίδα, μέσα από το άνοιγμά της
λάμπει ο αταξίδευτος κόσμος,
τα σύνορα του οποίου σβήνονται
για πάντα, μόλις πλησιάζω.
Πόσο βαρετό να διακόπτεις,
και να φτάνεις στο τέρμα!
Να σκουριάζεις αστίλβωτος, να μην λάμπεις από την χρήση!
Σαν να ήταν ζωή να αναπνέεις μόνο!
Η ζωές συσσωρεύονται,
Η μια πάνω στην άλλη, είμαστε όλοι τόσο μικροί,
και από μένα τον ένα λίγα μένουν:
Όμως κάθε ώρα που σώζεται από την αιώνια σιωπή,
Κάτι περισσότερο είναι, κομιστής νέων πραγμάτων.
Και αχρείο θα ήταν, αν για τρεις ήλιους
αποθηκεύσω και θησαυρίσω τον εαυτό μου,
αυτό το γκρίζο πνεύμα που λαχταρά
εινα ακολουθήσει την γνώση,
όπως ένα πεφταστέρι
πέρα από το τελευταίο όριο της ανθρώπινης σκέψης.


Αυτός είναι ο γιός μου, ο δικός μουΤηλέμαχος
Στο οποίο αφήνω το νησί και το σκήπτρο,
Πολυαγαπημένος από μένα,
επιφορτισμένος με το έργο αυτό,
Με σύνεση ξέρει τον λαό να ηρεμεί,
Και να του δείχνει το καλό και το χρήσιμο.
Άμεμπτος είναι, στο κέντρο της σφαίρας
των κοινών υποχρεώσεων, προορισμένος να μην αποτύχει
Όταν χρειάζεται, τρυφεράδα και την πρέπουσα λατρεία
Στους θεούς του σπιτιού θα απονείμει,
Όταν θα λείπω. Εκείνος στην δουλειά του κι εγώ στην δική μου.
Εκεί βρίσκεται το λιμάνι. Το καράβι σηκώνει πανιά
Εκεί σκοτεινιάζει η μαύρη ανοιχτή θάλασσα. Οι ναυτικοί μου,


Ψυχές δοκιμασμένες και πολύπαθες, μαζί μου έχουν σκεφτεί
Και εύθυμα καλωσόριζαν την αστραπή και την λιακάδα
Και αντιστάθηκαν με ελεύθερη καρδιά και ελεύθερο το μέτωπο
Μα εσείς κι εγώ έχουμε γεράσει.

..............
συνέχεια εδώ
Μετάφραση Σ. Ανδρουλάκης

*****************
Παραθέτουμε από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη λίγους στίχους, όπου ο Οδυσσέας εμψυχώνει τους συντρόφους του να συνεχίσουν το ταξίδι, για να δούμε τη βασική πηγή της έμπνευσης του Τένισον:

— Αδέλφια μου, που από εκατό
κιντύνους, κράζω, φτάσατε στη δύση
στην τόσο πια μικρή που μένει αγρύπνια
του νου και του κορμιού, μην αρνηθείτε,
τον ήλιο ακολουθώντας, να γνωρίστε,
στα πέρατα, τη γης χωρίς ανθρώπους.
Το ευγενικό σας σπέρμα μην προδώστε·
σεις δεν πλαστήκατε σα ζα να ζείτε,
μα γνώση κι αρετή ν' ακολουθάτε!

(Κόλαση, Άσμα ΚΣΤ΄, στ. 112-120, μτφρ. Ν. Καζαντζάκη)


It little profits that an idle king,
By this still hearth, among these barren crags,
Match'd with an aged wife, I mete and dole
Unequal laws unto a savage race,
That hoard, and sleep, and feed, and know not me.
I cannot rest from travel: I will drink
Life to the lees: All times I have enjoy'd
Greatly, have suffer'd greatly, both with those
That loved me, and alone, on shore, and when
Thro' scudding drifts the rainy Hyades
Vext the dim sea: I am become a name;
For always roaming with a hungry heart
Much have I seen and known; cities of men
And manners, climates, councils, governments,
Myself not least, but honour'd of them all;
And drunk delight of battle with my peers,
Far on the ringing plains of windy Troy.
I am a part of all that I have met;
Yet all experience is an arch wherethro'
Gleams that untravell'd world whose margin fades
For ever and forever when I move.
How dull it is to pause, to make an end,
To rust unburnish'd, not to shine in use!
As tho' to breathe were life! Life piled on life
Were all too little, and of one to me
Little remains: but every hour is saved
From that eternal silence, something more,
A bringer of new things; and vile it were
For some three suns to store and hoard myself,
And this gray spirit yearning in desire
To follow knowledge like a sinking star,
Beyond the utmost bound of human thought.

This is my son, mine own Telemachus,
To whom I leave the sceptre and the isle,—
Well-loved of me, discerning to fulfil
This labour, by slow prudence to make mild
A rugged people, and thro' soft degrees
Subdue them to the useful and the good.
Most blameless is he, centred in the sphere
Of common duties, decent not to fail
In offices of tenderness, and pay
Meet adoration to my household gods,
When I am gone. He works his work, I mine.

There lies the port; the vessel puffs her sail:
There gloom the dark, broad seas. My mariners,
Souls that have toil'd, and wrought, and thought with me—
That ever with a frolic welcome took
The thunder and the sunshine, and opposed
Free hearts, free foreheads—you and I are old;
Old age hath yet his honour and his toil;
Death closes all: but something ere the end,
Some work of noble note, may yet be done,
Not unbecoming men that strove with Gods.
The lights begin to twinkle from the rocks:
The long day wanes: the slow moon climbs: the deep
Moans round with many voices. Come, my friends,
'T is not too late to seek a newer world.
Push off, and sitting well in order smite
The sounding furrows; for my purpose holds
To sail beyond the sunset, and the baths
Of all the western stars, until I die.
It may be that the gulfs will wash us down:
It may be we shall touch the Happy Isles,
And see the great Achilles, whom we knew.
Tho' much is taken, much abides; and tho'
We are not now that strength which in old days
Moved earth and heaven, that which we are, we are;
One equal temper of heroic hearts,
Made weak by time and fate, but strong in will
To strive, to seek, to find, and not to yield.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ερωτικός Λόγος

Painting by: Lynn Noelle Rushton "Trust" from lover's series.
Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ
                                Α'
Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.
 

                                Β'
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.
 

                                Γ'
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...
 

                                Δ'
Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.
 

                                Ε'
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.


Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30 
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)




Erotikos Logos - Poem by Giorgos Seferis
I
Rose of fate, you looked for ways to wound us
yet you bent like the secret about to be released
and the command you chose to give us was beautiful
and your smile was like a ready sword.
The ascent of your cycle livened creation
from your thorn emerged the way's thought
our impulse dawned naked to possess you
the world was easy: a simple pulsation.
II
The secrets of the sea are forgotten on the shores
the darkness of the depths is forgotten in the surf;
the corals of memory suddenly shine purple. . .
O do not stir. . . listen to hear its light
motion. . . you touched the tree with the apples
the hand reached out, the thread points the way and guides you. . .
O dark shivering in the roots and the leaves
if it were but you who would bring the forgotten dawn!
May lilies blossom again on the meadow of separation
may days open mature, the embrace of the heavens,
may those eyes alone shine in the glare
the pure soul be outlined like the song of a flute.
Was it night that shut its eyes? Ashes remain,
as from the string of a bow a choked hum remains,
ash and dizziness on the black shore
and dense fluttering imprisoned in surmise.
Rose of the wind, you knew but took us unknowing
at a time when thought was building bridges
so that fingers would knit and two fates pass by
and spill into the low and rested light.
III
O dark shivering in the roots and the leaves!
Come forth sleepless form in the gathering silence
raise your head from your cupped hands
so that your will be done and you tell me again
the words that touched and merged with the blood like an embrace;
and let your desire, deep like the shade of a walnut tree, bend
and flood us with your lavish hair
from the down of the kiss to the leaves of the heart.
You lowered your eyes and you had the smile
that masters of another time humbly painted.
Forgotten reading from an ancient gospel,
your words breathed and your voice was gentle:
‘The passing of time is soft and unworldly
and pain floats lightly in my soul
dawn breaks in the heavens, the dream remains afloat
and it's as if scented shrubs were passing.
‘With my eyes' startling, with my body's blush
a flock of doves awakens and descends
their low, circling flight entangles me
the stars are a human touch on my breast.
‘I hear, as in a sea shell, the distant
adverse and confused lament of the world
but these are moments only, they disappear,
and the two-branched thought of my desire reigns alone.
‘It seemed I'd risen naked in a vanished recollection
when you came, strange and familiar, my beloved
to grant me, bending, the boundless deliverance
I was seeking from the wind's quick sistrum. . .'
The broken sunset declined and was gone
and it seemed a delusion to ask for the gifts of the sky.
You lowered your eyes. The moon's thorn blossomed
and you became afraid of the mountain's shadows.
. . . In the mirror how our love diminishes
in sleep the dreams, school of oblivion
in the depths of time, how the heart contracts
and vanishes in the rocking of a foreign embrace. . .
IV
Two serpents, beautiful, apart, tentacles of separation
crawl and search, in the night of the trees,
for a secret love in hidden bowers;
sleepless they search, they neither drink nor eat.
Circling, twisting, their insatiable intent
spins, multiplies, turns, spreads rings on the body
which the laws of the starry dome silently govern,
stirring its hot, irrepressible frenzy.
The forest stands as a shivering pillar for night
and the silence is a silver cup where moments fall
echoes distinct, whole, a careful chisel
sustained by carved lines. . .
The statue suddenly dawns. But the bodies have vanished
in the sea in the wind in the sun in the rain.
So the beauties nature grants us are born
but who knows if a soul hasn't died in the world.
The parted serpents must have circled in fantasy
(the forest shimmers with birds, shoots, blossoms)
their wavy searching still remains,
like the turnings of the cycle that bring sorrow.
V
Where is the double-edged day that had changed everything?
Won't there be a navigable river for us?
Won't there be a sky to dropp refreshing dew
for the soul benumbed and nourished by the lotus?
On the stone of patience we wait for the miracle
that opens the heavens and makes all things possible
we wait for the angel as in the age-old drama
at the moment when the open roses of twilight
disappear. . . Red rose of the wind and of fate,
you remained in memory only, a heavy rhythm
rose of the night, you passed, undulating purple
undulation of the sea. . . The world is simple.

Giorgos Seferis
poemhunter