Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Συνομιλίες
«Κύριε, η αμαρτία μου στάθηκε ότι θέλησα να εξιχνιάσω το αίνιγμά/σου, να εισδύσω στο μυστήριό σου,/κι έτσι παραπλανήθηκα ο τρελός - αφού εγώ είμαι το μεγάλο/μυστικό σου.»


orthodox christian artists: “Holy Friday (La vestale chretienne)”
by Theodore Jacques Ralli.
1
Κύριε, άσε με να έρθω κοντά σου. Ίσως με την τόση φτώχεια μου,
   τη μικρότητά μου, τις τόσες τύψεις μου, να σε παρηγορήσω λίγο
τα βράδια που σε ακούω να κλαις. Γιατί τόση τελειότητα είναι ήδη
   ένα μαρτύριο.

2
Κύριε μόνο με την σιωπή σε νοιώθουμε. Κάθε ομιλία σε πληγώνει.                                           
Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ΄ όπου, μαζί με το αίμα
   σου,
στάζει και λίγη απεραντοσύνη.  

3
Κύριε, είσαι το καθημερινό ψωμί μας, η μεγάλη νοσταλγία μας να
   ξαναγυρίσουμε - πού;                                     
Είσαι η μήτρα που θα μας γεννήσει με το θάνατό μας. Αμήν.

4
Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα αινίγματα, ίσκιους, σκοτεινές
   παραβολές - πώς να σε βρω;         
Όμως είναι στιγμές που σ' αναγνωρίζω: μια ξαφνική αφθονία στην
   καρδιά μου σε προδίνει.     

5
Κύριε, τι θα ‘κανα χωρίς εσένα; Είμαι η ακατοίκητη κάμαρα κ’
   είσαι ο μεγάλος Ξένος που ευδόκησες να την επισκεφτείς.
Κύριε, τι θα ‘κανες χωρίς εμένα; Είσαι η μεγάλη αιώνια άρπα κ’
   είμαι το εφήμερο χέρι που ξυπνάει τις μελωδίες σου.

6
Κύριε, συγκατοικούμε αιώνες μες την ίδια κάμαρα, αλλά δεν
   μπορώ να δω το πρόσωπό σου.
Όμως σ’ ακούω, κάποτε να περπατάς βαρύς μέσα στις λέξεις μου,
   άπληστος να ξεπεράσεις τα όρια αυτού του κόσμου.

7
Η γέννηση της ομιλίας

Κύριε, είσαι το μέγα άπειρο που ανασαίνουμε, ο απέραντος δρόμος
   που πηγαίνουμε.
Είσαι η απερίγραπτη σιωπή που την ακούμε μέσα μας και μιλάμε –
   για να μην πεθάνουμε από τρόμο.

8
Κύριε, ζούμε κ' οι δυο μας μες στο σκοτάδι, δε βλέπει ο ένας τον
   άλλον –όμως άπλωσε το χέρι σου, θα το βρω, άσε με να σου μιλήσω
   θα μ’ ακούσεις,
μόνο δώσε στα λόγια μου κάτι απ' αυτό το μέγα ανείπωτο που σε
   κάνει να σωπαίνεις.
9
Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ' ουρανού, στο
   μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο τη νύχτα
   ρεμβασμό μου.

10
Κύριε, η αμαρτία μου στάθηκε ότι θέλησα να εξιχνιάσω το αίνιγμά
   σου, να εισδύσω στο μυστήριό σου,
κι έτσι παραπλανήθηκα ο τρελός - αφού εγώ είμαι το μεγάλο
   μυστικό σου.

11
Κύριε, είσαι ο αιώνιος ταξιδιώτης πού έγειρες σε μια στιγμή πλάι στο
   φράχτη ν΄ αποκοιμηθείς
κ’ είμαι το εφήμερο όνειρο, που σου κρατάει συντροφιά μέσα στον
   ύπνο σου.

Κύριε, μην ξυπνήσουμε ακόμα - είναι νωρίς.

12
Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα ‘ρθουν να
   τελειώσουν.
Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες
   ώρες που έζησες στη γη.

Από τη συλλογή «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ» - ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ 1983 
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 147 - 158
Δημοσίευση σχολίου