Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

Warsan Shire — Πατρίδα - “Home” / κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα, / εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

Αφήνεις την πατρίδα μόνο
όταν η πατρίδα δεν σε αφήνει να μείνεις. 

you only leave home
when home won’t let you stay.
«Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα, είναι το στόμα ενός καρχαρία.

Τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις ολόκληρη την πόλη
να τρέχει κι εκείνη.

Οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους,
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου,
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου,
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του.
Αφήνεις την πατρίδα μόνο
όταν η πατρίδα δεν σε αφήνει να μείνεις.

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα 

εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά.
Φωτιά κάτω απ' τα πόδια σου, ζεστό αίμα στην κοιλιά σου -
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες 

μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές 
στο λαιμό σου και ακόμα και τότε ψέλνεις 
τον εθνικό ύμνο 
ανάμεσα στα
δόντια σου και σκίζεις το διαβατήριό σου 

σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού 

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν
πρόκειται να γυρίσεις.

Πρέπει να καταλάβεις ότι
κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα,
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά,
κανένας δεν καίει τις παλάμες του κάτω από τρένα, 

ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι 

ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες, 

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει σημαίνουν 
κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

κανένας δεν θέλει να σέρνεται κάτω από φράχτες
κανένας δεν θέλει να τον δέρνουν ή να τον λυπούνται
κανένας δεν διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων 

ή την φυλακή, 
παρά μόνο
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη από μια πόλη 

που φλέγεται
κανένας δεν θα το μπορούσε
κανένας δεν θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό 

για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι, πρόσφυγες, 

βρωμομετανάστες,
ζητιάνοι ασύλου που ρουφάτε τη χώρα μας,
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα 

που μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε 

να κάνετε και τη δική μας.
Πώς αντέχουμε στα λόγια, στα άγρια βλέμματα;...

ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά 

από το ξερίζωμα 
ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά από δεκατέσσερις άντρες 

ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο να τις καταπιείς 

από τα χαλίκια κι από τα κόκαλα από το κομματιασμένο 
κορμάκι του παιδιού σου.

Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δεν θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα, 

να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς, να πνιγείς για να σωθείς, 

να πεινάσεις, να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια - η επιβίωσή σου 

είναι πιο σημαντική.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα 

εκτός αν η πατρίδα είναι μια ιδρωμένη
φωνή στο αυτί σου που λέει φύγε,τρέξε μακριά μου,
τώρα δεν ξέρω τι έχω γίνει εγώ η πατρίδα σου
αλλά ξέρω ότι, οπουδήποτε αλλού, 

θα είσαι πιο ασφαλής από ό,τι εδώ.»

Η
Ουαρσάν Σάιρ γεννήθηκε στην Κένυα και μεγάλωσε στην Αγγλία. Η πρώτη πλήρης ποιητική συλλογή της αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2016, ωστόσο έχει ήδη τιμηθεί με διάφορα βραβεία, μεταξύ αυτών το Βραβείο Αφρικανικής Ποίησης από το Πανεπιστήμιο Brunel (2013).

Πηγή...

No one leaves home unless
home is the mouth of a shark
you only run for the border
when you see the whole city running as well

your neighbors running faster than you
breath bloody in their throats
the boy you went to school with
who kissed you dizzy behind the old tin factory
is holding a gun bigger than his body
you only leave home
when home won’t let you stay.

no one leaves home unless home chases you
fire under feet
hot blood in your belly
it’s not something you ever thought of doing
until the blade burnt threats into
your neck
and even then you carried the anthem under
your breath
only tearing up your passport in an airport toilets
sobbing as each mouthful of paper
made it clear that you wouldn’t be going back.

you have to understand,
that no one puts their children in a boat
unless the water is safer than the land
no one burns their palms
under trains
beneath carriages
no one spends days and nights in the stomach of a truck
feeding on newspaper unless the miles travelled
means something more than journey.
no one crawls under fences
no one wants to be beaten
pitied

no one chooses refugee camps
or strip searches where your
body is left aching
or prison,
because prison is safer
than a city of fire
and one prison guard
in the night
is better than a truckload
of men who look like your father
no one could take it
no one could stomach it
no one skin would be tough enough

the
go home blacks
refugees
dirty immigrants
asylum seekers
sucking our country dry
niggers with their hands out
they smell strange
savage
messed up their country and now they want
to mess ours up
how do the words
the dirty looks
roll off your backs
maybe because the blow is softer
than a limb torn off

or the words are more tender
than fourteen men between
your legs
or the insults are easier
to swallow
than rubble
than bone
than your child body
in pieces.
i want to go home,
but home is the mouth of a shark
home is the barrel of the gun
and no one would leave home
unless home chased you to the shore
unless home told you
to quicken your legs
leave your clothes behind
crawl through the desert
wade through the oceans
drown
save
be hunger
beg
forget pride
your survival is more important

no one leaves home until home is a sweaty 

voice in your ear
saying-
leave,
run away from me now
i dont know what i’ve become
but i know that anywhere
is safer than here

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

Sergio Guttilla - Αν ήταν ο γιος σου (Se fosse tuo figlio / Si c'était ton fils/ If he was your son)

Αν ήταν ο γιος σου
θα γέμιζες την θάλασσα
με όλα τα πλοία του κόσμου.
Θα ήθελες όλοι μαζί, μυριάδες,
να γινόμασταν μια γέφυρα
να περπατήσει πάνω μας
και να περάσει απέναντι.
Αν ήταν ο γιος σου
δεν θα τον άφηνες μόνο του ποτέ.
Θα σκίαζες προσεκτικά το πρόσωπό του
να μην το κάψει ο ήλιος.
Θα τον τύλιγες στην αγκαλιά σου
να μη μουσκέψει από την αλμύρα της θάλασσας.

Αν ήταν ο γιος σου,
θα βούταγες στα κύματα,
θα τα βαζες με τον ψαρά που δεν σας
ανεβάζει στη βάρκα του.
Θα φώναζες για βοήθεια,
θα χτυπούσες τις πόρτες της εξουσίας
για να αξιώσεις τη ζωή του.

Αν ήταν ο γιος σου,
σήμερα θα ήσουν βυθισμένος στο πένθος,
θα ‘φτανες να μισήσεις τον κόσμο,
για τα δεμένα πλοία στα λιμάνια,
για αυτούς που σας κρατούν μακριά,
και για κείνους που σε λίγο,
θα καλύψουν τα ουρλιαχτά με θαλασσινό νερό.

Αν ήταν ο γιος σου,
θα τους έλεγες απάνθρωπους, δειλούς,
θα τους έφτυνες.
Θα έπρεπε τότε να βρουν τρόπο να σε σταματήσουν, 
να σε κρατήσουν, να σε αποκλείσουν
γιατί η ανεξέλεγκτη οργή σου θα σε έκανε
να τους πάρεις μαζί σου στο βυθό της ίδιας θάλασσας.

Αλλά μείνε ήσυχος, στο ζεστό σου σπιτάκι
δεν είναι ο γιος σου… δεν είναι ο γιος σου…
Μπορείς να κοιμηθείς ήσυχα
και πάνω από όλα ασφαλής.
Δεν είναι ο γιος σου.
Είναι απλώς ένα παιδί της χαμένης ανθρωπιάς,
ένα παιδί της βρόμικης ανθρωπότητας, που δεν κάνει θόρυβο.
Δεν είναι ο γιος σου… Δεν είναι ο γιος σου…
Κοιμήσου ήσυχος, φυσικά
δεν είναι ο δικός σου.

Όχι ακόμα…

Se fosse tuo figlioif he was your son


Τετάρτη 7 Ιουνίου 2023

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἐλεγεῖο πάνω στὸν τάφο ἑνὸς μικροῦ ἀγωνιστῆ

Child's tomb Hando Henno
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου λέμε τ᾿ ὄνομά μας.
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου σχεδιάζουμε τοὺς κήπους
καὶ τὶς πολιτεῖες μας
Πάνω στὸ χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.
Ἔχω κρατήσει μέσα μου τὴ ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερὸς ἦχος τοῦ πολυβόλου.
Θυμᾶμαι τὴν καρδιά σου ποὺ ἄνοιξε,
κ᾿ ἔρχονται στὸ μυαλό μου
κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα
ποὺ μοιάζουνε
σὰν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρὸς τὸν ἄνθρωπο
-ἔτσι μας μίλησε ἡ καρδιά σου.
Κ᾿ εἴδαμε πὼς ὁ κόσμος εἶναι μεγαλύτερος,
κ᾿ ἔγινε μεγαλύτερος γιὰ νὰ χωρᾷ ἡ ἀγάπη.
Τὸ πρῶτο σου παιγνίδι: Ἐσύ.
Τὸ πρῶτο σου ἀλογάκι: Ἐσύ.
Ἔπαιξες τὴ φωτιά. Ἔπαιξες τὸ Χριστό.
Ἔπαιξες τὸν Ἀη-Γιώργη καὶ τὸ Διγενῆ.
Ἔπαιξες τοὺς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ ποὺ κατεβαίνουνε
ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα.
Ἔπαιξες τὴ φωνὴ τῆς ἐλπίδας, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φωνή.
Ἡ πλατεῖα ἦταν ἔρημη. Ἡ πατρίδα εἶχε φύγει.
Ἦταν καιρός! Δὲ βάσταξε ἡ καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ἀκοῦς κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη σου τ᾿ ἀνθρώπινα μπουμπουνιτὰ τῆς Εὐρώπης!
Ἄναψες κάτω ἀπ᾿ τὸ σακκάκι σου τὸ πρῶτο κλεφτοφάναρο...
Καρδιὰ τῶν καρδιῶν! Σκέφτηκες τὸν ἥλιο, καὶ προχώρησες...
Ἀνέβηκες στὸ πεζοδρόμιο κ᾿ ἔπαιξες τὸν ἄνθρωπο!


Από τη συλλογή «Η παραμυθένια πολιτεία» (1947)

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος υπήρξε ο πιο ανθρώπινος, ίσως, από τους νεοέλληνες ποιητές. Μεγάλος Ουμανιστής ανάλωσε τα ογδόντα του χρόνια στην υπηρεσία της πατρίδας και του λαού, του πολιτισμού, της γλώσσας με σπάνια αφιλοκέρδεια και ανεξικακία απέναντι στους διώκτες του. Στάθηκε πάντα όρθιος και παρών σε κάθε σημαντική στιγμή της πολιτικής, της κοινωνικής και της πνευματικής ζωής του τόπου.
Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου περιλαμβάνεται στην συλλογή «Η παραμυθένια πολιτεία» (1947) και ανήκει στην δεύτερη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας (1939–1960), η οποία χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία και αγωνιστικότητα, ο ποιητής υμνεί τους αγώνες των Ελλήνων για την απόκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας, συγκινείται ιδιαίτερα από την αυτοθυσία των νέων αγωνιστών και εκφράζει την πίστη του ότι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος γίνεται ισότιμος με τον Θεό. Επίσης, κατά την περίοδο αυτή, ο ποιητής – απογοητευμένος από τη συντριβή των ιδεολογικών ιδανικών του – καταφεύγει στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια και στην πατρική γη.
Σύμφωνα με τον Θανάση Γκότοβο, ο οποίος μελέτησε σε βάθος το έργο του ποιητή, τα ποιήματα της περιόδου αυτής συνδέονται στην αρχή με την θαυμαστική στάση του ποιητή που οφείλεται σε ένα ξάφνιασμα μπροστά στο ψυχικό μεγαλείο του ανθρώπου, όπως αυτό πηγάζει από το πνεύμα της αυτοθυσίας και της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς των αγωνιστών της αντίστασης στην υπόθεση του συνανθρώπου. Ο θαυμασμός του ποιητή μπροστά στην αφοβία και την αυτοθυσία των ανώνυμων απλών ανθρώπων και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών θα τον οδηγήσει αρχικά στην υποκατάσταση του Θεού από τον αγωνιστή άνθρωπο και αργότερα στην θεοποίηση του ανθρώπου.
Το ποίημα αποτελεί έκφραση του συγκλονισμού που νιώθει ο ποιητής για το πνεύμα αυτοθυσίας των απλών μαχητών και ιδίως των παιδιών που έδωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας κατά την περίοδο της κατοχής. Οι πράξεις τους αυτές τους ανυψώνουν και τους καθιστούν πρότυπα ανθρωπισμού και υπέρτατου χρέους.
Ο μικρός αγωνιστής είναι ανώνυμος γιατί ο ποιητής δεν θέλει να αναφερθεί σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά να λειτουργήσει η θυσία του μικρού αγωνιστή ως σύμβολο, καθολικοποιώντας την. Έχουμε έτσι μια σύντομη διαδικασία ατομικής περίπτωσης, που κλείνει όμως μέσα της μια θαυμαστή καθολικότητα, αφού το ατομικό πεπρωμένο του μικρού ήρωα μεταμορφώνεται, με την ανωνυμία του, σε σύμβολο που συμπεριλαμβάνει και το πεπρωμένο του καθένα μέσα.
Είναι γνωστό ότι ο Βρεττάκος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στο Πεσταλότσι, στο Τρόγγεν των Ελβετικών Άλπεων, όπου βρίσκεται η Διεθνής Παιδούπολη που στεγάζει τα ορφανά παιδιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί, μαζί με τα παιδιά του ελληνικού σπιτιού, ζει αυτοεξόριστος ο ποιητής από τον Οκτώβριο του 1967, όταν εγκατέλειψε την Ελλάδα εξαιτίας της δικτατορίας, έως το 1970 που εγκαθίσταται στο Παλέρμο της Σικελίας.
Χαρακτηριστική είναι και οι αναφορές του στα παιδιά της κατοχής και στα παιδιά των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Στο ποίημα το οποίο θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε περιέχονται τα κύρια θεματικά μοτίβα και τα σημαντικότερα σύμβολα της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου.


Ξεκινώντας ο ποιητής χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, τονίζει πως ο τάφος του μικρού αγωνιστή είναι το σημείο απ’ όπου όλοι οι κατοπινοί αντλούν έμπνευση και θάρρος για να παλέψουν στις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ελλάδα μετά την κατοχή. Πάνω στον τάφο του μικρού αγωνιστή ο ποιητής και όσοι συμφωνούν μ’ αυτόν σχεδιάζει τους κήπους και τις πολιτείες. Το χώμα του τάφου μέσα στον οποίο βρίσκεται ο μικρός αγωνιστής θα είναι το χώμα, το υλικό με το οποίο θα χτίσουμε την νέα πατρίδα αυτή που ονειρευτήκαμε κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης. Είναι η καινούργια πολιτεία που δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά της παλιάς αλλά μια καινούργια στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι και όπου θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη. Τα όνειρα για κοινωνική δικαιοσύνη που δεν πραγματοποίησε ο μικρός αγωνιστής αφού σκοτώθηκε νωρίς αγωνιζόμενος για τα ιδανικά του θα προσπαθήσουν να τα εκπληρώσουν αυτοί που μένουν πίσω και εμπνέονται από την θυσία του.

Ο κήπος συμβολίζει τον πλούτο και την ομορφιά, την πολυχρωμία που θα έχει ο καινούργιος κόσμος όπου θα μπορούν να ανθίζουν όλα τα λουλούδια, όπου θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη της φύσης η οποία μοιράζει τα αγαθά της εξίσου σε όλα τα πλάσματά της.
Η νέα πολιτεία λοιπόν θα έχει τα χαρακτηριστικά ενός κήπου της Εδέμ όπου όπως οι πρωτόπλαστοι θα αρχίσει μια νέα ζωή για τους ανθρώπους και την ανθρωπότητα.

Πάνω λοιπόν σ’ αυτό το χώμα λέει ο ποιητής Είμαστε, υπάρχουμε ως άνθρωποι και αγωνιστές Έχουμε πατρίδα. Γιατί πατρίδα δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτοί που αγωνίστηκαν για να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι αυτοί που έδωσαν τα καλύτερα χρόνια τους και αρκετοί όπως ο μικρός αγωνιστής και την ζωή τους για την υπόθεση της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Στην επόμενη ενότητα ο ποιητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ως αυτόπτης μάρτυρας του θανάτου του μικρού αγωνιστή και τονίζει πόσο τον συγκλόνισε ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου τον οποίο ήχο τον ακούει ακόμη και σήμερα μετά από καιρό να γυρίζει μέσα του μην αφήνοντας τον να ησυχάσει. Ο Βρεττάκος όπως είναι γνωστόν συμμετείχε στον ελληνοιταλικό πόλεμο και στην συνέχεια στην Εθνική Αντίσταση. Κινδύνευσε και ο ίδιος πολλές φορές να σκοτωθεί, άρα γνωρίζει από πρώτο χέρι τον θάνατο και την αγωνία του. 

Ο Βρεττάκος υπήρξε πάντα παρών στο πόστο του/ στη μέσα πύλη της Ελλάδας και στάθηκε αταλάντευτα ορθός/ με τη λόγχη του στίχου του/ευγενικός δακρυσμένος φρουρός/της ποίησης και της Ελευθερίας όπως γράφει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος στο ποίημα που αφιέρωσε το 1974 στον Βρεττάκο.

Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε 

κι έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα


Το ρόδο-τριαντάφυλλο έχει χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα σε πολλά λογοτεχνικά, θεολογικά και λαογραφικά κείμενα. Ο Όμηρος αποκαλεί την Ηώ «ροδοδάκτυλον» (Ζ.175.Β1)` την θεά, που με τα δάκτυλα της ανοίγει τις πόρτες του ουρανού, για να περάσει το άρμα του Ηλίου. Είναι το Ιερό Άνθος των Ορφικών. Συμβολίζει την Ουράνια τελείωση, την ολοκλήρωση, το μυστήριο της ζωής, το κέντρο της καρδιάς. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι ο ποιητής συσχετίζει την καρδιά με το ρόδο. «Ρόδο το αμάραντο» αποκαλείται η Θεοτόκος από τον υμνωδό Ιωσήφ.
...........
Το ρόδο είναι επίσης το άνθος της απόλυτης ομορφιάς της χαράς και της ευτυχίας. Η ομορφιά του ρόδου σχετίζεται με την ομορφιά του νέου ο οποίος βρίσκεται στην πιο ωραία ηλικιακά περίοδο της ζωής, αυτής της νεότητας..
................
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.


Ο κόσμος λοιπόν μεγάλωσε τόσο όσο να χωρέσει η αγάπη. Ερχόμαστε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε ένα από τα βασικότερα μοτίβα της ποιητικής μυθολογίας του Βρεττάκου που είναι η έννοια της αγάπης. 

Ο ποιητής σύμφωνα με τον Ερατοσθένη Καψωμένο αναγνωρίζει μια ενιαία υπαρκτική ουσία στον άνθρωπο, τη φύση και το σύμπαν, η οποία αποκαλύπτεται ως αξία κοινωνική , φυσική και κοσμική. 
Η ουσία αυτή κατά τον Βρεττάκο είναι η αγάπη, που συνιστά το θεμέλιο της κοσμολογία και ανθρωπολογίας του. Αγαπώ άρα υπάρχω είναι το αξίωμα που συνοψίζει αυτή την οντολογία. 
Η αγάπη είναι η απλή και άπειρη ουσία που συνθέτει την ενότητα του Κόσμου, της ανθρώπινης καρδιάς με το ασύνορο Σύμπαν. Και που ορίζει τον προορισμό του ανθρώπου και του Κόσμου. Είναι ταυτόχρονα η ενοποιητική αρχή της φύσης και η ενοποιητική αρχή της κοινωνίας.

Μιλώντας ο Κ. Φράιερ, για το ίδιο θέμα τονίζει ότι ο Βρεττάκος «πιστεύει πως η αγάπη ως απολύτρωση, ως ανάσταση, ως έμφυτη δύναμη στον άνθρωπο, είναι αυτή που, τελικά, θα επιζήσει και θα κάνει άσπιλο ακόμα και το κακό».


Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.


Στην συνέχεια ο ποιητής αναφέρεται στα παιχνίδια που έπαιξε ο μικρός αγωνιστής από την βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι να φτάσει να παίζει παιχνίδια με τον θάνατο και τελικά να σκοτωθεί από τα πυρά των εχθρών. 

Αξιοσημείωτο είναι εδώ να αναφερθούμε στα τρία πρόσωπα και την σημασία και την θέση που έχουν αυτά στην ποιητική μυθολογία του Βρεττάκου. 

Το πρώτο πρόσωπο είναι ο Χριστός. Σύμφωνα με τον ποιητή ο Χριστός μαζί με τον Προμηθέα είναι τα δύο σύμβολα της αυτοθυσιαστικής αγάπης, δύο πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το μαρτύριο των ανιδιοτελών πρωτοπόρων. Τα πρότυπα που είχε ο μικρός αγωνιστής ήταν πρότυπα αγωνιστικά και αυτοθυσιαστικά κάτι που θα οδηγήσει και τον ίδιο αργότερα να θυσιάσει την ζωή του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Όπως ο Χριστός θυσίασε το εξουσιαστικό εγώ για το σύνολο έτσι και ο μικρός αγωνιστής μέσα από την θυσία του καταστρέφει το δικό του πρόσωπο για να ενωθεί με όλην την ανθρωπότητα και να διαχυθεί σ’ αυτήν μέσω της θυσίας του.
Το δεύτερο πρόσωπο είναι πάλι από τον χώρο της θρησκείας. Είναι ο Αι-Γιώργης, από τους πιο αγαπητούς αγίους και των νεοελλήνων ποιητών αλλά και ιδιαίτερα του Βρεττάκου. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι στο κτήμα του Βρεττάκου στην Πλούμιτσα υπάρχει ναός που είναι αφιερωμένος στον Αι-Γιώργη. Ο ίδιος ο ποιητής στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο Οδύνη γράφει: «Πιο πάνω από το σπίτι μας, βρισκόταν το εκκλησάκι του Αι-Γιώργη, που ήταν δικό μας. Είχε τέσσερες μεγάλες εικόνες, από τις οποίες ο Αι- Γιώργης, με το ωραίο του άσπρο άλογο και η Παναγία με τα γλυκά της μάτια μου άρεσαν περισσότερο».
............
Ο Άγιος Γεώργιος δεν είναι απλά ένας άγιος, αλλά είναι και ένας ήρωας. Ο Ηρωισμός του εκδηλώνεται από τη νεαρή ηλικία, όπου μάχεται ενάντια στο φοβερό αυτοκράτορα Διοκλητιανό, και δε διστάζει να του πει: ”δε λογαριάζω τα αξιώματα, δε με συγκινούν οι δόξες και τα πλούτη, δε φοβάμαι το θάνατο”

Αυτά τα λόγια τον οδηγούν σε σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια, σε δοκιμασίες, που ο κάθε ήρωας, ο κάθε ιππότης πρέπει να περάσει. Αυτός λοιπόν ο ήρωας με την δυνατή καρδιά γίνεται το πρότυπο του νεαρού αγωνιστή να τα βάλει με το θηρίο που είναι το κάθε κακό και να φέρει σε πέρας την αποστολή του.

Το τρίτο πρόσωπο είναι ο Διγενής.
......................
Ο Διγενής συμβολίζει την διαχρονική γενναιότητα και ανδρεία των Ελλήνων που παλεύουν με τις αντιξοότητες και τους εχθρούς χωρίς ποτέ να ανέχονται την υποταγή. Η λαϊκή μούσα ξεχώρισε ...

............
περισσότερα εδώ: oanagnostis

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Το Νερό στην Ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου

Δίχως ἐσέ 
Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
νερὸ τὰ περιστέρια
δίχως ἐσὲ δὲ θἄναβε
τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του
Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
τ᾿ ἄνθη της, στὴν ποδιά σου
φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό,
φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου
φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.

**** *** ****
Ήπια και πότισα δάση και γέμισα στέρνες.
Το νερό σου περίσσεψε-
Τα ποτάμια του σύμπαντος,
δεν έχουνε κοίτες.
Βυθίζονται.
Τρέχουνε μες από σένα.
Αν μπορούσες να υπάρχεις
έναν αιώνα μετά,
τότε θά 'βλεπες πώς
το φιλί που σου ακούμπησα πάνω στο μέτωπο
έγινε άστρο.

**** *** ****
Ἤσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου ὅλες τὶς στέρνες.
Ἤσουνα φῶς, διαμοιράστηκες. Ὅλες
οἱ φλέβες μου ἔγιναν ἄξαφνα ἕνα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στῆθος, στὸ μέτωπο.
Τ᾿ ἄστρα τὸ βλέπουνε, ὅτι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες καὶ πλέον 
κατοικοῦμε τὴ γῆ

**** *** ****
Ἄν συχνά σοῦ μιλῶ
γιά ἕνα φύλλο, γιά μιά
σταγόνα νεροῦ ἤ γιά ἕνα αγριολούλουδο,
εἶναι γιατί, κοιτώντας τόν κόσμο,
θαρρῶ πώς ἐγώ δέν κατόρθωσα ἀκόμη
νά γράψω ἕνα ποίημα.

* *** *** ****
Το βάρος των πραγμάτων
Όταν εσύ δεν θάσουν μαζί μου
κάθε στέγη θα μούπεφτε τότε μεγάλη.
Μια σταγόνα νερού, ένα φύλλο, μι’ αχτίδα
που κρέμασε ο ήλιος στο ένα μου δάχτυλο,
τι να τα κάμω; Για τόσο μεγάλα
πράγματα μόνος μου δεν είμαι άξιος.
Είναι οι δρόμοι στενοί, δεν χωρώ να περάσω,
τρικλίζω απ’ το βάρος. Πάνω στον ώμο
μεταφέρω ένα άσπρο
άνθος στον άνθρωπο

**** *** ****
Ο άνθρωπος και τα φαινόμενα
Το χέρι σου είναι ένα σπαθί.
Πριν χτυπήσει την πέτρα, δεν ήξερα.
Αδιάκοπα, τώρα, νερό θαλασσί
αναβλύζει η καρδιά μου.
Πόσες μέρες και νύχτες,
πόσα χρόνια, δεν ήξερα. 
Θα ’μουνα φαίνεται γιομάτος ραγίσματα.
Πολύς ουρανός καταστάλαξε μέσα μου.

**** *** ****
Ἡσύχασε ποίηση
Νερό μου βυθίσου. Ὅταν θἆναι καιρός
θά μᾶς στείλουνε μήνυμα.
Ἔλα,
τραγούδι μου, ἥλιε μου, ὄνειρο, μέλλον,
βυθίσου νερό μου. Ξαναγύρνα στήν κοίτη σου μές
στά κλαδιά τῆς χρυσῆς ἀρτηρίας πού τυλίγει
μ’ ἕνα δίχτυ ἀπό ἀμέτρητες φλέβες τό σῶμα μου.
Βυθίσου. Στο κόκκαλο. Μέσα. Στό βάθος.
Πιό μέσα. Ἀκούγεσαι. Ἀκόμα. Βυθίσου
νερό μου, βυθίσου, βυθίσου.

pyroessa

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Γιάννης Ρίτσος — Ἐπιτάφιος

Θεσσαλονίκη, Μάης του 1936

Ο «Επιτάφιος», μια σύνθεση από 20 τραγούδια (ποιήματα), από 8 ομοιοκατάληκτα δίστιχα το καθένα και 9 δίστιχα, τα δύο τελευταία, από πολλούς θεωρήθηκε συνέχεια του δημοτικού μας τραγουδιού και του ρεμπέτικου. 
Σε πρώτο πλάνο ο ανθρώπινος πόνος, η πανανθρώπινη Μάνα, η χήρα και φτωχιά που θρηνεί τον μονάκριβό της και μαζί της και ο ποιητής συμπάσχει, διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη επέμβαση στη ζωή των απλών, απροστάτευτων ανθρώπων.

– I –
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχειᾶς αὐλῆς, ἀνθέ τῆς ἐρημιᾶς μου,

Πῶς κλεῖσαν τὰ ματάκια σου καὶ δέ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δέ σαλεύεις, δέ γρικᾶς τά ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσύ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγε κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

Τώρα δέ μὲ παρηγορᾶς καὶ δέ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δέ μαντεύεις τὶς πληγές ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσύ ποὺ μοὔφερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δέ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κ’ εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δέ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγώ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιά ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

– II –
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρά τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιά νερό καὶ φῶς κι ἀνθό κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινό τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποῦ θὰ κρατηθῶ, ποῦ θὰ σταθῶ, ποῦ θἄμπω,
που ἀπόμεινα ξερό δεντρί σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δέ σοὐναι βολετό νἀρθεῖς ξανά σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκά θὰ σὲ κρατήσω.

– III –
Μαλλιά σγουρά ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
– καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμμένο –

Μάτια γλαρά ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μήν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατειά σὰν τὰ στρωτά φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερά σὰν πέρδικες κλειστές στὰ παντελόνια
που οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτό μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

– IV –
Γιέ μου, ποιά Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιά μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνό-πουρνό μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακρυά ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνά-πυκνά ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζί κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειά κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλή κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνή ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιά-μιά τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θώρι
κι ἀγάλλομουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρός τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτές μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὤ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

– V –
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλούζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερό τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργός θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιές ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
– VI –
Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, που ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω

Στὸ λιακωτό καὶ κοίταζες καὶ δίχως νὰ χορταίνεις
ἄρμεγες μὲ τὰ μάτια σου τὸ φῶς τῆς οἰκουμένης

Καὶ μὲ τὸ δάχτυλο ἁπλωτό μοῦ τἄδειχνες ἕνα-ἕνα
τὰ ὅσα γλυκά, τὰ ὅσα καλά κι ἀχνά καὶ ροδισμένα

Καὶ μοὔδειχνες τὴ θάλασσα νὰ φέγγει πέρα, λάδι,
καὶ τὰ δεντρά καὶ τὰ βουνά στὸ γαλανό μαγνάδι

Καὶ τὰ μικρά καὶ τὰ φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αὐτές τὶς διαμαντόπετρες που ἵδρωνε δίπλα ἡ στάμνα.

Μά, γιόκα μου, κι ἂν μοὔδειχνες τ' ἀστέρια καὶ τὰ πλάτια,
τἄβλεπα ἐγὼ πιό λαμπερά στὰ θαλασσιά σου μάτια.

Καὶ μοῦ ἱστοροῦσες μὲ φωνὴ γλυκειά, ζεστή κι ἀντρίκια
τόσα ὅσα μήτε τοῦ γιαλοῦ δέ φτάνουν τὰ χαλίκια

Καὶ μοὔλεες, γιέ, πὼς ὅλ' αὐτά τὰ ὡραῖα θἆναι δικά μας,
καὶ τώρα ἐσβήστης κ' ἔσβησε τὸ φέγγος κ’ ἡ φωτιά μας.

– VII –

Εἴσουν καλός κ' εἴσουν γλυκός, κι εἶχες τίς χάρες ὅλες,
ὅλα τὰ χάδια τοῦ αγεριοῦ, τοῦ κήπου ὅλες τίς βιόλες.

Τό πόδι ἐλαφροπάτητο σάν τρυφερούλι ἐλάφι,
πάταγε τὸ κατώφλι μας κι ἔλαμπε σὰ χρυσάφι.

Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει

Ὤχ, δὲν ἀκούστηκε ποτές καὶ δέ μπορεῖ νὰ γίνει
νὰ καίγουνται τὰ χείλια μου καὶ νἆμαι μπρός στὴν κρήνη,

Νἆμαι κοντά σου, ἀγόρι μου, καὶ νὰ σὲ κράζω ὠιμένα,
καὶ σύ μήτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φτωχούλα ἐμένα.

Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.

Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.

Δόστε μου ἀϊτοί, νύχια, φτερά γιὰ νάν τους κυνηγήσω
καὶ τὴν καρδιά τους, μύγδαλο νάν τηνε ροκανίσω.

– VIII –
Ποῦ πέταξε τ' ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ' ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.

Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ' ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ' ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ' ἔχω σάν σπουργίτι,

Νὰ ταΐζω σε στὴ φοῦχτα μου σπυρί-σπυρἰ τὴ ζωή μου
καὶ μὲς στὸν ἴσκιο σου νὰ ζῶ, καμαρωτό δεντρί μου.

Καμμιᾶς κοπέλας θησαυρό δέ στάθηκες νὰ πάρεις –
ἔφευγες πάντα ἐμπρός λαμπρός καὶ πάντα καβαλλάρης.

Κ' εἴταν χαρά σου νὰ σκορπᾷς, καὶ δόξα σου νὰ παίρνουν –
ν' ἀνασηκώνεις ἀπ' τὴ γῆς τὰ ὅσα βογγοῦν καὶ γέρνουν.

Κι ὅλα τὰ πλούτια σου, γλυκέ, στὸν κόσμο ἐχάριζές τα –
κι ὅλα τὰ χάρισες, κ' ἐμέ μ' ἀφῆκες δίχως ζέστα.

Γιέ μου, δέν ξέρω ἂν πρέπει μου νὰ σκύβω, νὰ σπαράζω,
γιά πρέπει μου ὄρθια νὰ σταθῶ, νὰ σέ χιλιοδοξάζω.

Πότε τὶς χάρες σου, μιά-μιά, τὶς παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τὶς δένω μοιρολόι.

– IX –
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα!

Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἄν εἰσουν δίκαιος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορά που ὡρμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Ἐ μ ε ῖ ς ταγίζουμε τὴ ζωή στὸ χέρι περιστέρι,
κ᾿ ἐ μ ε ῖ ς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δέν ἔχουμε στὸ χέρι –

Ἐ μ ε ῖ ς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοί κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιά δέ μοὔμεινε καμμιά χαρά καὶ πίστη –
καὶ τὸ χλωμό καὶ τὸ στερνό καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπά’ σὲ ποιά φωτιά τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;

– Χ –
Ὅλα μοῦ τἄδειχνες ἐσύ, παιδί μου κι ἄρχοντά μου,
κι ὡς τἄβλεπες ὅὁα ἔφεγγαν σὰ νἄταν σ’ ὥρα γάμου.

Κι ὅλα κοντά μου τἄφερνες, γνέφια, πουλιά κι ἀστέρια,
ποὔλεγα κ’ ἔτσι νἄκανα θὰ τἄπιανα στὰ χέρια.

Καί, νάσου ἑνα ἀνοιξιάτικο ποὐρχόταν συγνεφάκι
στὰ γόνατά σου νὰ τριφτεῖ σὰν ἄσπρο προβατάκι.

Κ’ ἔτσι στητός μοῦ φαίνοσουν τοῦ κόσμου ὁλου πατέρας
καὶ πάλι τόσο ἀνάλαφρος σά φῶς καὶ σάν ἀγέρας.

Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι,
ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει

Πάνου ἀπ’ τὶς στέγες τῶν σπιτιῶν, πάνου ἀπ’ τὰ δεντροκήπια
– χτύπος καρδιᾶς στῶν ἀστεριῶν τὰ πρῶτα καρδιοχτύπια –

Κεῖ πάνου που ἀχνοσβήνανε τοῦ σύθαμπου τὰ ρόδα
κι ἀνάμεσά τους βούλιαζε χρυσή τοῦ γήλιου ἡ ρόδα.

Κ’ ἔτσι πάει κ’ ἔλα ἡ ὄψη σου, μιά φῶς μιά σκιά καλέ μου,
μ’ ἴσκιωνε καὶ μὲ φώτιζε σά διάνεμα τοῦ ἀνέμου.

– ΧΙ –
Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα –
μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα.

Καὶ μάθαινα ἀπὸ τὴν ἀρχή πιό ὡραία τὰ μαθημένα
καὶ μέτραγα στὰ δάχτυλα καὶ τἄβρισκα ὅλα ἕνα.

Ἕνα κ’ ἡ γῆς καὶ ὁ οὐρανός, τὸ φῶς, τὸ χρῶμα, ἡ βιόλα
καὶ τοῦτο τὸ ἕνα εἰσουνα ἐσύ καὶ πάλι ἐσύ ‘σουν ὅλα!

Κ’ ἔψαχνα ποῦ τὰ γνώρισα, ποῦ τάιδα, ποῦ καὶ πότες;
κ’ ἔτσι σκυφτή ὁπως τάιζα ἑνα σούρουπο τὶς κόττες,

Ἔνιωθα πάνω μου βαθύς ὁ θόλος ν’ ἀνασαίνει
καὶ τ’ ἄστρα ὡς νὰ μὲ χτένιζαν μὲ σιντεφένιο χτένι...

Καὶ ξάφνου ἀνανοήθηκα τὸ τί ‘ταν ἡ ἀναγάλλια
ποὺ μ’ ἔπαιρνε καὶ μ’ ἔφερνε στὰ οὐράνια ἀγάλια-ἀγάλια.

Κ’ εἶδα τὸ πότε καὶ τὸ ποῦ, τὶς φωτοσκιές τοῦ δάσου:
στὴν πόρτα ἐστέκοσουν ἐσύ καὶ μ’ ἔβλεπε ἡ ματιά σου!

Τώρα τὰ μάτια σου ἔκλεισαν καὶ γώ κλείστηκα ἀπ’ ἔξω
κι οὔτε ἔχω πέτρα νὰ σταθῶ καὶ δρόμο πιὰ νὰ τρέξω.

– ΧΙΙ –
Γιέ μου, ἄν πονᾶς τὴν ὀρφανή ποὺ στέκει ἐξω ἀπ’ τὴ θύρα,
ἄνοιξε τὰ ματάκια σου καὶ μιά στιγμούλα τήρα

Τούτη τὴ γριά τὴν ἄμοιρη, τὴ γριά τὴ διακονιάρα
π’ οὐδε ἄνθρωπος κι οὐδέ θεός τῆς ρίχνει μιά δεκάρα

Καὶ κάθεται καὶ μύρεται στὴ ματωμένη ρούγα
μὲ ξεγδαρμένη τὴν καρδιά, σπασμένη τὴ φτερούγα.

Γιέ μου, ὁλα κάνανε φτερά κι ὅλα μ’ ἀφῆκαν πίσω
δέν ἐχω μάτι γιὰ νὰ ἰδῶ, στόμα γιὰ νὰ μιλήσω,

Μόνο βαθιά κι ἀπόμακρα κάτι σὰ βουή διαβαίνει
κι ἀκούω τὴν ἴδια μου φωνή καὶ φαίνεταί μου ξένη,

Ξένη φωνή, πικρή φωνή – τί λέει καὶ ξαναλέει; –
καὶ κλαίω γιὰ σέ καὶ κλαίω γι’ αὐτή ποὺ τὴν ἀκούω νὰ κλαίει

Καὶ χαίρουμαι νὰν τὴν γροικῶ γιὰ ν’ ἀνεβαίνει νάμα
πιὸ δυνατό ἀπ’τὴ ρίζα μου καὶ πιὸ στριγγό τὸ κλάμα.

Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις
κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης.

– ΧΙΙΙ –
Γιέ μου, τὸ στόμα σου καρδιά, τὸ φρύδι χελιδόνι,
τὸ μάτι δρόσο καὶ φωτιά, τανάλια τὸ σαγόνι.

Σάν τὸ λιοντάρι δυνατός, κ’ ἤρεμος σάν πιτσούνι
κ’ ἡ ἀνάσα σου ὡς τ’ ἀποσπερνό του κοπαδιοῦ κουδούνι.

Μα ὡς κάτι νὰ σὲ φώναζε μὲς στὴ χρυσήν ἑσπέρα,
πάντα σου ἀγνάντευες ψηλά καὶ πάντα πάρα πέρα,

Σάν κάποιος φίλος μπιστικός νὰ σφύρε νὰ σ’ ἐκάλει
γιὰ μιὰ κρυφήν ἀντάμωση σ’ ἀνέγνωρο ἀκρογιάλι...

Κ’ ἔστηνα ἡ ἔρημη τ’ αὐτί νὰ ἰδῶ, νὰ καταλάβω
τί σ’ ἤθελαν καὶ τί ’θελες, σὲ ποιόνα ἐστριβες κάβο.

Κ’ ἔψαχνα μὲ τὰ μάτια μου νὰ ἰδῶ ποῦ πάει ἡ ματιά σου
κι ὡς νἄνιωθες που ἀμίλητη σοῦ ’κραζα «γιέ μου, στάσου!»

Γύρναγες, μ’ ἀχνογέλαγες κ’ ἔλεγες «δῶ εἰμαι μάνα...»
κι ἀκούγονταν ἀπόμακρα τοῦ ἑσπερινοῦ ἡ καμπάνα.

Κ’ ἔπινα μὲ τὸ σάλιο μου μιᾶς τρυφεράδας γέψη
ποὺ εγώ δέ μάντευα καὶ σύ τἄχες ὅλα μαντέψει!

– ΧΙV –

...Ἄχ, γιέ μου, γιέ μου, γιόκα μου, δέ δύναμαι ἄλλο ἡ ἔρμη,
χτυποῦν, χτυποῦν τὰ δόντια μου σά νὰ μὲ πιάνει θέρμη

Καὶ θέλω νὰ κουκουλωθῶ πιὸ πάνου ἀπ’ τὸ κεφάλι
κι οὔτε ἥλιο πιά νὰ ματαιδῶ, καὶ νά, πετιέμαι πάλι

Νὰ πῶ, νὰ πῶ τὶς χάρες σου, νὰν τὶς ξαναστήσω
σὰ νἄταν, γιέ μου, μπορετό νὰ σὲ γυρίσω πίσω.

Γιατι ὅσο ἐδῶ εἰσουν, γιόκα μου, θάμπος βαθύ μ’ ἐκράτει
κ’ ἡ σιγαλιά μὲ κλείδωνε σὲ μαγικό παλάτι.

Καὶ μόνο τὰ δυό μάτια μου σὲ παῖρναν τὸ κατόπι
σὰ δυό πιστά, πικρά σκυλιά ποὺ τἄσκιαξαν οἱ ἀνθρῶποι.

Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσα –
καὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα

Καὶ λέω καὶ λέω, ἀγόρι μου, δίχως νὰ ξαποστάσω,
σά νὰ κρατῶ ἑνα θησαυρό καὶ τρέμω μήν τὸ χάσω,

Καὶ ν’ ἀποθέσω θέλω τον στὰ γόνατα τῆς πλάσης
πιό πλούσια νὰ γενεῖ ἡ ζωή καὶ σύ νὰ μήν περάσεις!

– XV –
Στὸ παραθύρι στέκοσουν κ' οἱ δυνατές σου οἱ πλάτες
φράζαν ἀκέρια τὴν μπασιά, τή θάλασσα, τίς στράτες.

Κι ὁ ἴσκιος σου σάν ἀρχάγγελος πλημμύριζε τὸ σπίτι
καὶ κεῖ στ' αὐτί σου σπίθιζε ἡ γαζία τοῦ ἀποσπερίτη.

Κ' εἴταν τὸ παραθύρι μας ἡ θύρα ὁλου τοῦ κόσμου
κ' ἔβγαζε στόν παράδεισο ποὺ τ' ἄστρα ἀνθίζαν, φῶς μου!

Κι ὡς στέκοσουν καὶ κοίταζες τὸ λιόγερμα ν' ἀνάβει,
σάν τιμονιέρης φάνταζες κ' ἡ κάμαρα καράβι.

Καὶ μές στὸ χλιό καὶ γαλανό το απόβραδο – ἔγια λέσα! –
με ἀρμένιζες στὴ σιγαλιά τοῦ γαλαξία μέσα.

...Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι
καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη.

Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνω –
κάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω

Τὸ φύκι σπάει κι ὁ ὠκεανός μὲ σέρνει στὰ νερά του
κι οὔδε γνωρίζω τώρα ποιό τὸ πάνου ποιό τὸ κάτου.

– XVI –

Τί ἔκανες, γιέ μου, ἐσὺ κακό; Γιὰ τοὺς δικούς σου κόπους
τὴν πλερωμή σου ζήτησες ἀπ’ ἄδικους ἀνθρώπους.

Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίρι,
τὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.

Δέν εἴσουν ζήτουλας ἐσύ νὰ πᾷς παρακαλιῶντας,
μὲ τὴ γερή σου τὴν καρδιά πῆγες ὀρθοπατῶντας

Καὶ χύμηξαν ἀπάνου σου τὰ σμουλωχτά κοράκια
καὶ σοὔπιαν τὸ αἷμα, γιόκα μου, σοῦ κλείσαν τὰ χειλάκια

Τώρα οἱ παλάμες σου οἱ ἀχνές, μονάκριβέ μου κρίνε,
σὰ δυό πουλάκια ἀνήμπορα καὶ λυπημένα μοῦ εἶναι,

Ποὺ τὰ φτερά τους δίπλωσαν καὶ πιά δέ φτερουγᾶνε
καὶ τὰ κρατάω στὰ χέρια μου καὶ δέ μοῦ κελαϊδᾶνε.

Ὤ, γιέ μου, αὐτοί ποὺ σ’ ἔσφαξαν σφαγμένα νὰ τὰ βροῦνε
τὰ τέκνα τους καὶ τοὺς γονιούς καὶ στὸ αἷμα νὰ πνιγοῦνε.

Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψω,
καὶ νὰ χορέψω... Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.

– XVII –
Βασίλεψες, ἀστέρι μου, βασίλεψε ὅλη ἡ πλάση,
κι ὁ ἥλιος, κουβάρι ὁλόμαυρο, τὸ φέγγος του ἔχει μάσει.

Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει
κ' ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει.

Καὶ δές, μ' ἀνασηκώνουνε... χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μά, γιόκα μου, ἀπ' τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω.

Ὅμοια ὡς ἐσένα μοῦ μιλᾶν καὶ μὲ παρηγορᾶνε
καὶ τὴν τραγιάσκα σου ἔχουνε, τὰ ροῦχα σου φορᾶνε.

Τὴν ἄχνα ἀπ' τὴν ἀνάσα σου νοιώθω στὸ μάγουλό μου,
ἄχ, κ' ἕνα φῶς, μεγάλο φῶς, στὸ βάθος πλέει τοῦ δρόμου.

Τὰ μάτια μου σκουπίζει τα μιά φωτεινή παλάμη,
ἄχ, κ’ ἡ λαλιά σου, γιόκα μου, στὸ σπλάχνο μου ἔχει δράμει.

Καὶ νά ποὺ ἀνασηκώθηκα, τὸ πόδι στέκει ἀκόμα –
φῶς ἱλαρό, λεβέντη μου, μ' ἀνέβασε ἀπ' τὸ χῶμα.

Τώρα οἱ σημαῖες σὲ ντύσανε. Παιδί μου, ἐσύ, κοιμήσου,
καὶ γώ τραβάω στ' ἀδέρφια σου καὶ παίρνω τὴ φωνή σου.

– XVIΙI –
Τὰ ποὔλεγες κι οὐτ’ ἤθελα πιστέψω καὶ γροικήσω
κι ἀπόπαιρνά σε, μάτια μου, χωρίς νὰ σὲ γνωρίσω,

Τὰ ποὺ δὲ μοὔπαν οἱ καιροί κι ὄλου τοῦ κόσμου οἱ γλῶσσες,
μοῦ τἄπε μόνο ἡ μιά στιγμή, ξεχωριστή στὶς τόσες.

Ποὖσαι, καλέ μου, νὰ χαρεῖς καὶ νὰ σταθεῖς κοντά μου;
Ἄκου, τὰ λόγια σου λαλῶ καὶ πλάτυνε ἡ καρδιά μου

Κι ὅλο τὸν κόσμο, σὰν κ’ ἐσέ, δύνεται νὰ σφαλίσει
καὶ γέρεψε καὶ δύνεται νὰ πλάσει, νὰ γκρεμίσει.

Δέν εἶναι ξόδι τοῦτο δῶ, πιότερο γάμος μοιάζει,
δάκρυ καὶ γέλιο, ἀγάπη, ὀργή, τὸ κάθε μάτι στάζει.

Γιόκα μου τὸ φρυδάκι σου τί σούφρωσες, γιὰ πέ μου,
μήπως κακοκαρδίστηκες ποὺ φεύγω σου, καλέ μου;

Πουλί μου, χίλιες δυό ζωές μὲ σένανε μὲ δένουν,
κι ὅσοι ἀγαπιοῦνται καὶ νεκροί ποτέ τους δέν πεθαίνουν.

Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω,
γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.

– XIX –
Νἆχα τ'ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα
νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα,

Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ'ὄνειρό σου
νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.

Βροντᾶνε στράτες κι ἀγορές, μπαλκόνια καὶ σοκάκια
καὶ σοῦ μαδᾶνε οἱ κορασιές λουλούδια στὰ μαλάκια.

Γιὰ τὸ αἷμα ποὔβαψε τὴ γῆς ἀντριεύτηκαν τὰ πλήθια,
– δάσα οἱ γροθιές, πέλαα οἱ κραυγές, βουνά οἱ καρδιές, τὰ στήθεια –

Ἔσμιξε ἡ μπλούζα τὸ χακί, φαντάρος τὸν ἐργάτη
κι ἀστράφτουν ὅλοι μιά καρδιά – βουλή, σφυγμός καὶ μάτι.

Ὤ, τί ὄμορφα σάν σμίγουνε, σάν ἀγαπιοῦνται οἱ ἀνθρῶποι,
φεγγοβολᾶνε οἱ οὐρανοί, μοσκοβολᾶνε οἱ τόποι,

Κι ὅπως περνᾶν, λεβέντηδες, γεροί κι ἀδελφωμένοι,
λέω καὶ θὰ καταχτήσουνε τὴ γῆς, τὴν οἰκουμένη.

Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα
– μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –

Ὤ, ποὖσαι, γιόκα μου, νὰ δεῖς, πουλί, ν’ ἀναγαλλιάσεις,
καί, πρὶν κινήσεις μοναχό, τὸν κόσμο ν’ ἀγκαλιάσεις.

– XX –
Γλυκέ μου, ἐσὺ δέ χάθηκες, μέσα στὶς φλέβες μου εἶσαι.
Γιέ μου, στὶς φλέβες ὁλουνῶν, ἔμπα βαθιά καὶ ζῆσε.

Δές, πλάγι μας περνοῦν πολλοί, περνοῦν καβαλλαραίοι –
ὅλοι στητοί καὶ δυνατοί καὶ σὰν κ’ ἐσένα ὡραῖοι.

Ἀνάμεσά τους, γιόκα μου, θωρῶ σε ἀναστημένο –
τὸ θώρι σου στὸ θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Καὶ γώ ἡ φτωχή καὶ γώ ἡ λιγνή, μεγάλη μέσα σ’ ὅλους,
μὲ τὰ μεγάλα νύχια μου κόβω τὴ γῆ σὲ σβώλους

Καὶ τοὺς πετάω κατάμουτρα στοὺς λύκους καὶ στ’ ἀγρίμια
ποὺ μοὔκαναν τῆς ὄψης σου τὸ κρούσταλλο συντρίμμια.

Κι ἀκολουθᾶς καὶ σύ νεκρός, κι ὁ κόμπος τοῦ λυγμοῦ μας
δένεται κόμπος τοῦ σκοινιοῦ γιὰ τὸ λαιμό τοῦ ὀχτροῦ μας.

Κι ὡς τὄθελες (ὡς τὄλεγες τὰ βράδια μὲ τὸ λύχνο)
ἀσκώνω τὸ σκεβρό κορμί καὶ τὴ γροθιά μου δείχνω.

Κι ἀντίς τ’ ἄφταιγα στήθειά μου νὰ γδέρνω, δές, βαδίζω
καὶ πίσω ἀπὸ τὰ δάκρυα μου τὸν ἥλιο ἀντικρύζω.

Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου,
σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.