Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Τι όμορφο που είναι να ζεις να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο τη
ζωή να τη νοιώθεις τραγούδι χαράς τι όμορφο που είναι να ζεις σαν
παιδί να απορείς και να ζεις.
Κι όμως είναι ν’ απορείς πώς αυτό το ωραίο τραγούδι πώς αυτή η
ζωή η γεμάτη χαρά έχει γίνει σκληρή, έχει γίνει φτηνή και τόσο
πικραμένη που είναι πονεμένη.
Τι όμορφο που είναι να ζεις να
σου λεν καλημέρα του κόσμου τα χείλη τη ζωή να την κάνεις τραγούδι
αγάπης τι όμορφο που είναι να ζεις σαν παιδί να απορείς και να
ζεις!
Τhe field of words (translated by Marjorie Chambers)
Like the bee round a wild flower, so am Ι. Ι prowl continuously around the word.
Ι thank the long lines of ancestors who moulded the voice. Cutting it into links, they made meanings. Like smelters they forged it into gold and it became Homer, Aeschylus, the Gospels and other jewels.
With the thread of words, this gold from gold, which comes from the depths of my heart, Ι am linked, Ι take part in the world. Consider: Ι said and wrote, "Ι love."
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία κι ενώ μεν
απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει. Μου
φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας κι ότι ένα φιλί,
μου φαίνεται, στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου, έτσι
αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα, ποτισμένη απ’ τη δική μου
ψυχή. Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι, σαν
όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.
Μ’ αρέσεις άμα
σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά. Κι άμα κλαις μου
αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ. Κι ενώ μεν
απ’ τα πέρατα με ακούς, η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει: Άσε
με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας μες τη δική σου σιωπή.
Άσε
με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή τη δικιά σου που είναι
απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων και που λάμπει σαν αστραπή. Είσαι
όμοια με την νύχτα, αγάπη μου, η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη. Απόμακρη
και τόση δα και απ’ τα αστέρια φτιαγμένη είναι η δικιά σου σιωπή.
Μ’
αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία. Μακρινή κι
απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα. Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο
– μου αρκεί για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.
Παρ’ όλο που ακόμα, και τότε, καρδιά μου, σα να κάνεις σεισμό, θα σειέται κάθε άνοιξη πάνω σου ο βράχος του.
Πώς να κλείσει κανείς μια πληγή με τα χέρια του; Θάναι σα να παλεύει με την ίδια τη γη. Θάναι σα να ζητά ν’ αφαιρέσει απ’ την κίνηση μια της στροφή. Θάναι σα ν’ αντιστέκεται στο κράτος της μοίρας του. Μπορείς να βροντάς λοιπόν το ποτάμι σου, καρδιά μου, μπορείς, όσο που ο Κύριος να κυλήσει ένα βράχο, να σου φράξει το στόμα που αναβρύζει απ’ την άβυσσο αίμα και λάμψη. Παρ’ όλο που ακόμα, και τότε, καρδιά μου, σα να κάνεις σεισμό, θα σειέται κάθε άνοιξη πάνω σου ο βράχος του.
Πέσε στα γόνατα, προσκύνα το πανάγιο χώμα με την ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη, όποιος και να σαι, όθε και να σαι κι ό,τι — άνθρωπος να σαι!
Πιότερο, αν είσαι του λαού ξωμάχος, χερομάχος, φτωχόπαιδο, που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις τον αδερφό σου αντίκρα σου — με μάνα εσύ και κείνος! Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου. Σ’ αφτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο. Είτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κ’ έξω (έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη) που αράδειασε πα στο σοβά, πιστάγκωνα δεμένους και θέρισε με μπαταριές οχτρός ελληνομάχος, όχι έναν, όχι δυο και τρεις, διακόσια παληκάρια. Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα, μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι. Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος*. Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω. Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα. Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους, δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας. Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες, που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν, και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν! Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους! Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι, θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου. Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.
*Ο «Ναπολέος» του ποιήματος, που είναι «δυο μπόγια πάνου απ’ όλους, κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου» είναι βέβαια ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο άνθρωπος που με μια λέξη του μόνο μπορούσε να σώσει τη ζωή του, αλλά αρνήθηκε, αφού θα έμπαινε κάποιος άλλος στη θέση του.
Η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη είναι κάτι σαν απάντηση, στην ιστορία που προχωρεί, στο μέγα ψεύδος μας, στο κενό μας: τον Σεπτέμβριο του 1943 οι Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι οδηγήθηκαν στο νεοσύστατο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Ο Σουκατζίδης καθώς ήξερε γερμανικά, χρησιμοποιούνταν ως διερμηνέας. Μια επίθεση των ανταρτών εναντίων του στρατηγού Κρεντς στους Μολάους, φέρνει την διαταγή να εκτελεστούν ως αντίποινα διακόσιοι κρατούμενοι. Λίγο πριν από το χάραμα της Πρωτομαγιάς του 1944 η Γερμανική Διοίκηση μαζεύει τους κρατούμενους και δίνει στον Σουκατζίδη να διαβάσει την διαταγή και τα ονόματα. Ο Σουκατζίδης διαβάζει’ στο όνομα 167 –το όνομά του- φωνάζει «Παρών» και δίνει τον κατάλογο στον Γερμανό υπαξιωματικό για να σταθεί στην πλευρά των μελλοθανάτων. Ο Φίσερ, διοικητής του Στρατοπεδου, κάνει νόημα στον Σουκατζίδη να μείνει στην θέση του. Εκείνος τον ρωτά: «Εάν εγώ γλυτώσω, θα εκτελεστεί ένας λιγότερος;». Ο Φίσερ του απαντά «έχω διαταγή να εκτελέσω διακόσιους». «Άρα θα είμαι στη σειρά μου» του αντιγύρισε οι Σουκατζίδης. Ο Ψαθάς γράφει πως τότε «ο Φίσερ, το ανθρώπινο κτήνος, στάθηκε σε στάση προσοχής». Έτσι ο Ναπολέων Σουκατζίδης κράτησε τη σειρά του του στον κατάλογο των μελλοθανάτων, το νούμερο 167: ego sum qui sum… Μια ώρα αργότερα, οι Διακόσιοι εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής τραγουδώντας κάτι ολότελα διαφορετικό από έναν εθνικό ύμνο. Ξημέρωνε Πρωτομαγιά κι ήσαν όλοι στη σειρά τους – όλοι παρόντες.