Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Konstantin Simonov — Περίμενέ με! (“Жди меня” / Wait for Me)

Περίμενέ με, και σίγουρα θα γυρίσω
μόνο περίμενέ με αρκετά
περίμενε κι όταν κίτρινες βροχές 
θα γεμίζουν τις νύχτες με θλίψη
περίμενε στους αποπνικτικούς καύσωνες
και στις άγριες χιονοθύελλες
περίμενε κι όταν κανείς πια 
δεν περιμένει κανέναν
περίμενε κι όταν τα γράμματα 
από μακριά σταματήσουν
Περίμενέ με ακόμη κι όταν κανείς 
άλλος δεν βαστά να περιμένει
Μην τους ακούσεις σαν σου πουν
πως ήρθε η ώρα να ξεχάσεις
κι ότι οι ελπίδες σου ψεύτικες είναι
Ακόμη κι αν ο γιος κι η μάνα μου πουν πως χάθηκα
κι αν οι φίλοι μου κουραστούν να περιμένουν
άσε τους δίπλα στη φωτιά να πιουν πικρό κρασί
περίμενε
και μην καθίσεις μαζί τους
μην πιεις τίποτε…

Περίμενέ με, και σίγουρα θα γυρίσω
Όλοι οι θάνατοι δεν θα με σκοτώσουν
κι ας πουν αυτοί που δεν περίμεναν:
“Τι τύχη!”
Αυτοί που δεν ξέρουν να περιμένουν
δεν θα καταλάβουν ποτέ
ούτε κανείς θα καταλάβει, αγαπημένη,
πώς εσύ που με περίμενες,
μου έσωσες τη ζωή
Μόνο εσύ κι εγώ θα ξέρουμε
πώς επέζησα απ' τη φωτιά
Απλά, εσύ ήξερες να περιμένεις
όπως κανείς άλλος στον κόσμο.


Wait for Me

Wait for me, I will return.
Wait for all you’re worth.
Wait, when sulphurous rains they burn
Snuffing out all mirth,
Wait, as drifting snow it drops,
Wait, when heat’s too much.
Wait, when wait for others stops,
Past has lost its clutch.
Wait, when from that distant land
Letters do not come.
Wait, when all are weary and
Leave the wait to some.

Wait for me, I will return,
Don’t indulge the rest
Who too quick their thoughts adjourn,
Feel amnesia’s best.
Let my son and mother think
That I’m lost in mire,
Let my friends from waiting shrink,
Sitting by the fire,
Let them drink wine’s bitter cup,
Toast abandoned wait…
Wait. Refuse with them to sup,
Don’t bemoan my fate.

Wait for me, I will return,
Spiting death with pluck.
Let them say, who waiting spurn,
“It’s his happy luck.”
Those un-waiting ones won’t get
That amidst the flames
‘Twas your yearning saved me yet,
Vanquished mortal claims.
I survived, we both shall know –
Only you and I –
Just because you waited so,
Wouldn’t let me die.

::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

Жди меня, и я вернусь.
Только очень жди,
Жди, когда наводят грусть
Желтые дожди,
Жди, когда снега метут,
Жди, когда жара,
Жди, когда других не ждут,
Позабыв вчера.
Жди, когда из дальних мест
Писем не придет,
Жди, когда уж надоест
Всем, кто вместе ждет.

Жди меня, и я вернусь,
Не желай добра
Всем, кто знает наизусть,
Что забыть пора.
Пусть поверят сын и мать
В то, что нет меня,
Пусть друзья устанут ждать,
Сядут у огня,
Выпьют горькое вино
На помин души…
Жди. И с ними заодно
Выпить не спеши.

Жди меня, и я вернусь,
Всем смертям назло.
Кто не ждал меня, тот пусть
Скажет: — Повезло.
Не понять, не ждавшим им,
Как среди огня
Ожиданием своим
Ты спасла меня.
Как я выжил, будем знать
Только мы с тобой, —
Просто ты умела ждать,
Как никто другой.

Translation by Rupert Moreton

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2022

Γιάννης Ρίτσος — Ο Λαός

Τούτος ο λαός, αφέντη μου, δεν ξέρει πολλά λόγια,
σωπαίνει, ακούει, κι όσα του λες τα δένει κομπολόγια.
Και κάποιο βράδυ – πες σαν χτες – υψώνει το κεφάλι
κι αστράφτουνε τα μάτια του κι αστράφτει ο νους του πάλι.
Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν, μαδάει ο αγέρας ρόδα
κι από τη λάσπη ξεκολλά της Ιστορίας η ρόδα.
Και τούτο το περήφανο, τ’ άμετρο ψυχομέτρι,
μόνη σημαία το φως κρατεί, μόνο σπαθί το αλέτρι.
Κι από τους τάφους ξεκινάν όλοι οι νεκροί του Αγώνα
και μπαίνουν πάλι στη σειρά με σιδερένιο γόνα.
Και φέγγουνε τα μάτια τους σ’ όλο το μέγα βάθος
σάμπως Ανάστασης κεριά μετά από τ’ Άγιο Πάθος.
Νάτος, περνάει ο αδούλωτος στρατός της δικαιοσύνης
και πάει να σπείρει όλη τη γης με στάρι κι άστρα ειρήνης.
Κι ως πάνω τους η Λευτεριά πάλλοντας ανατέλλει
φουσκώνει η άκρατη καρδιά του ανθρώπου σαν καρβέλι.

Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2022

Νικηφόρος Βρεττάκος — Αποχαιρετισμός στον ελληνικό ήλιο

Της πατρίδας μου ήλιε, καθαρέ,
σαν ψυχή αγγέλου που σκέπτεται,
πλούτε ακαταμέτρητα που θαυματουργείς
χρώματα πάνω στις πέτρες μας,
ψωμί και γάλα ενός φτωχού παιδιού
που χρύσωσε τα χείλη του με τ’ όνομα σου
γράφοντας στίχους να τιμήσει ετούτον τον ωραίο
κόσμο˙ που γινόσουν ουσία και πράγματα της ζωής
φρούτα ή άνθη της μυρτιάς και σε χάιδευα,
που δίπλωνα με σε τις λύπες μου όπως μ’ έναν
μαντύα χρυσό που κουμπώνει στο στήθος
κ’ ήμουν ο πιο καλοντυμένος πρίγκιπας-
ήλιε μου, σε αποχαιρετώ σήμερα˙ εγκαταλείπω
τις προστατευτικές ετούτες πλάτες των βουνών
που είναι γυμνά σαν τη μοίρα μου και τα βάσανα μου,
σαν τη μοίρα και τα βάσανα ενός όμηρου λαού
που μες στο σπαραγμό του, αβοήθητος,
νέος κι ωραίος, συστρέφεται
λαβωμένος ο Άδωνις.

Παρά να ζω κάτω από το βλέμμα των εκπορνευτών
της Παναγίας της Αθηνάς και της Δίκης,
προτίμησα παίρνοντας ένα ραβδί
κ’ ένα σάκο ν’ αφήσω τον υπόδουλο κλήρο μου.
Πιο γλυκιά θα ‘ναι η έρημος και η εξορία˙ η άμμος
μαλακό χόρτο θα ‘ναι κάτω απ’ τα πόδια μου,
αρκεί να σώσω την ψυχή μου, ήλιε μου, και το λόγο μου.
Εσύ όμως ο πιστός που ποτέ δε θα φύγεις,
αλλά το ίδιο διαυγής θα γυρίζεις απάνω
απ’ αυτό το προαιώνιο λίκνο της πέτρας, επίβλεψε
τα παιδιά που στα μάτια τους κατοπτρίζεται η μοίρα
των Ψαρών και του Δίστομου˙ επίβλεψε
τον λαό Δωρητή
που έχει στραγγίξει την καρδιά του μέσα στο παγκόσμιο
θυσιαστήριο - κάτωχρον ανάμεσα στους ληστές.

Εσύ μακροχρόνιος, κραταιός και ανεξάρτητος
γυρνάς πάνω απ’ όλα, αλλά εγώ δεν μπορώ
στα προσβλημένα ιερά να κάθομαι ανάμεσα
με σκυμμένο το μέτωπο˙ δεν αντέχω να βλέπω
την αρετή γυμνή, με το ρούχο της
κουρελιασμένο να κρέμεται
απ’ τα δόντια του τσακαλιού,
λεκέδες το φως σου να γιομίζει απ’ το ψεύδος.

Εμπειρογνώμονες με ψυχή από νάιλον,
πραιτωριανοί σπουδαγμένοι στο Άουσβιτς
πυροβολούν την αλήθεια
τραυματίζουν τον Παρθενώνα
και τους «τήδε κειμένους», δεν επιτρέπουν
να υπάρχουν ποιητές στο χώρο της Δάφνης,
σβήνουν τα γράμματα του αλφαβήτου.

Τα δάκρυα μου γέμισαν όλες τις κοίτες.
Τα κόκαλα μου θα γίνουν αιώνια ποτάμια
Αναζητώντας να βρουν μια συνείδηση που ν’ ακούει.
Αφήνοντας τώρα τούτα τα πνεύματα
-τους ξερόβραχους της πατρίδας μου-
και την κορφή του Ταΰγετου
που με δίδαξε το ύψος,
ήλιε μου,
φεύγω
χωρίς μοίρα και χωρίς πατρίδα, ελπίζοντας
στους απογόνους αυτών που σημείωσαν
στη διαθήκη τους την Ελλάδα,
γιατί είμαι μια πέτρα κ’ εγώ, ένα άνθος
μια σπίθα της, μια κραυγή της:

«μέσα σε όλα τα όνειρα των Ελλήνων
στρατονιστήκανε οι βάρβαροι!
Αν δεν είναι ώριμος ο κόσμος παρά μόνο για να καταστραφεί,
λησμονήσετε τότε και την πατρίδα μου˙ αν όμως
ακόμα υπάρχουνε ψυχή και αγάπη, τότε απλώστε
τα χέρια όλοι οι ευγενείς του κόσμου και βοηθείστε τη.»
Αθήνα 1967

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

Νικηφόρος Βρεττάκος — Πρωί

Η ψυχή μου ανεβαίνει, τραβάει κατακόρυφα,
άσπρο βέλος που φεύγει μες από αμέτρητα
γαλανά δαχτυλίδια —  Γιατί σήμερα ο ήλιος,
ο ήλιος κ' εγώ, εγώ και τα πλάσματα,
γιατί σήμερα ο ήλιος είναι ένας ίλιγγος
γιατί σήμερα ο ήλιος είναι ένας άγγελος
αντάρτης που τρέχοντας ξέφυγε απ' τη
           γεωγραφία του σύμπαντος.

Ενότητα «Το βάθος του κόσμου», Β, 179

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Τάσος Κόρφης — Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά

Δεν ωφελεί να περιορίζεις τα πουλιά
με ξόβεργες, με σκιάχτρα, με κλουβιά,
να περιμένεις στις διαβάσεις των αποδημητικών
μερόνυχτα, να ρίχνεις τουφεκιές.
Ό,τι μπορεί να φτερουγίσει δε σκλαβώνεται∙
προετοιμάζεται στα θερμοκήπια των στερήσεων
προσμένοντας αργά ή γρήγορα την ώρα του.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022

Μενέλαος Λουντέμης — Το αληθινό μας ρούχο

Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.
Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαψό.