Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Bertolt Brecht — “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”
Questions of a Worker Who Reads
FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Η ιστορία έχει καταγράψει στις σελίδες της, κυρίως τους ηγέτες, τύραννοι, τρελοί, παλαβοί, ληστές, ήρωες, δειλοί, ευγενικοί, δολοπλόκοι ή οτιδήποτε άλλο. 
Όμως οι εκατομμύρια ψυχές που χρειάστηκαν για ν' αποκτήσουν τ' όνομά τους και χάθηκαν ακολουθώντας τους – με ή χωρίς τη θέλησή τους – έμειναν για πάντα ανώνυμοι. 
Ο Bertolt Brecht (1935), έχει γράψει κάτι πολύ ωραίο σχετικά μ' αυτό:
Famous People Painting
“Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει” 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;
Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,
πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς
θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,
τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.
Mοναχός του;
O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.
Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;
O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Kάθε σελίδα και μια νίκη.
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

Πόσες και πόσες ιστορίες.
Πόσες και πόσες απορίες.
Απόδοση ποιήματος: Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα εκδ. Κοραντζή
antikleidi

Robert Stacy-Judd’s “Destruction of Atlantis” (1936)
Questions of a Worker Who Reads (Bertolt Brecht, 1935)

Who built Thebes of the seven gates?
Books have the names of kings.
Did the kings haul the boulders?
And Babylon, destroyed over and over,
Who rebuilt it so many times?
In which houses in shining Lima did the builders live?
In the evening, when the Great Wall of China was complete,
Where did the masons go? Great Rome
Is full of triumphal arches. Who was it that the Caesars
Triumphed over? Did Byzantium, the stuff of many songs,
Have only palaces for its residents? Even in storied Atlantis,
On the very night when the sea devoured it,
Drunken men called for their slaves.
The young Alexander conquered India.
Was he alone?
Caesar defeated the Gauls.
Had he not at least one cook with him?
Philip of Spain wept when his Armada
Sank. Did no one else weep?
Fredrick the Second won the Seven Years War.
Who won besides him?
On every page a victory.
Who cooked the victory feast?
Every decade a great man.
Who paid the expenses?

So many accounts.
So many questions.

Egyptian workers making bricks much like described in the Bible

FRAGEN EINES LESENDEN ARBEITERS

Wer baute das siebentorige Theben? 
In den Büchern stehen die Namen von Königen. 
Haben die Könige die Felsbrocken herbeigeschleppt? 
Und das mehrmals zerstörte Babylon, 
Wer baute es so viele Male auf ? In welchen Häusern 
Des goldstrahlenden Lima wohnten die Bauleute? 
Wohin gingen an dem Abend, wo die chinesische Mauer fertig war, 
Die Maurer? Das große Rom 
Ist voll von Triumphbögen. Über wen 
Triumphierten die Cäsaren? Hatte das vielbesungene Byzanz 
Nur Paläste für seine Bewohner? Selbst in dem sagenhaften Atlantis 
Brüllten doch in der Nacht, wo das Meer es verschlang, 
Die Ersaufenden nach ihren Sklaven. 
Der junge Alexander eroberte Indien. 
Er allein? 
Cäsar schlug die Gallier. 
Hatte er nicht wenigstens einen Koch bei sich? 
Philipp von Spanien weinte, als seine Flotte 
Untergegangen war. Weinte sonst niemand? 
Friedrich der Zweite siegte im Siebenjährigen Krieg. Wer 
Siegte außer ihm? 
Jede Seite ein Sieg. 
Wer kochte den Siegesschmaus? 
Alle zehn Jahre ein großer Mann. 
Wer bezahlte die Spesen? 

So viele Berichte, 
So viele Fragen.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Σμυρναίικο μινόρε - Τα λιανοτράγουδα

Τα λιανοτράγουδα είναι δίστιχα δημοτικά ποιήματα. Αναφέρονται στους καημούς και στα βάσανα της αγάπης, στην ομορφιά της αγαπημένης, στην παντρειά. 
Garmash Dreaming of Love
Άλλοτε πάλι είναι επαινετικά ή σκωπτικά, δηλαδή έχουν χαρακτήρα περιπαικτικό, κοροϊδευτικό.
Το είδος των σύντομων τραγουδιών αυτών είναι πολύ συνηθισμένο στην Κρήτη και στην Κύπρο.
Ψαριανός:
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει
ένα που βγαίνει το πουρνό όταν γλυκοχαράζει.

Νταντωνάκη:
Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει,
που στέκεις πάντα δροσερό, κι ανθείς και λουλουδίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω
κι όταν σε συλλογίζομαι, τρέμω κι αναστενάζω.

Νταντωνάκη:
Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις
και την ψυχή και την καρδιά εσύ μου την ορίζεις.

μαζί:
Να ’χα το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι
το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Ψαριανός:
Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω,
καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.

Νταντωνάκη:
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει
ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει.

μαζί:
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
χωρίς αγάπη δε βαστούν κόρη και παλληκάρι.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω
γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Νίκος Γκάτσος — Το ταξίδι: «Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή.»

Τρέχω πετάω κυνηγάω πουλιά και όνειρα, 
και κάθε μέρα κολυμπάω σε πιο βαθιά νερά 
Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή. 
Travellers On The Moor Hugh Munro
Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό 
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω, 
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. 

Θέλω τον κόσμο να αγκαλιάσω με ένα ζεστό φιλί, 
και από τη δύση μου να φτάσω ως την ανατολή. 

Τρέχω,πετάω, χαιρετάω τα πιο τρελά παιδιά 
Και κάθε πέτρα που πατάω ανοίγει σαν καρδιά 
Δείχτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή, 
Θέλω τον κόσμο ν' αγκαλιάσω και πάλι απ' την αρχή. 

Μα είναι φίδι το ταξίδι 
είναι χολή μαζί και ξύδι, 
σε ένα μεγάλο αγκάθινο σταυρό 
όμως εγώ δεν κάνω πίσω 
ούτε τον δρόμο μου θ' αφήσω, 
ώσπου λιμάνι σίγουρο να βρω. 

Δείξτε μου δρόμο να περάσω με ήλιο με βροχή, 
Θέλω τον κόσμο να διαβάσω και πάλι απ' την αρχή.
Η μουσική είναι από την ταινία του Ηλία Καζάν 
«Αμέρικα- Αμέρικα» 

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος 
Μουσική: Μάνος, Χατζιδάκις 
Ερμηνεία: Βασίλης Γισδάκης

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Νίκος Γκάτσος — «Μεγάλη Παρασκευή»

Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ’ άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή

Νύχτες κι άλλες νύχτες
γύρισε η χρονιά
του πολέμου οι δείχτες
σήμαναν εννιά
κι είδαμε να βγαίνει
μ’όψη κολασμένη
μέσα απ’το κλουβί
το φριχτό τσακάλι
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή

Τα παιδιά φευγάτα
έρμα τα χωριά
πάλευαν τα νιάτα
για τη λευτεριά
κι όταν ήρθα λίγο
να σε δω πριν φύγω
έκλαιγες βουβή με
σκυφτό κεφάλι
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή.
https://www.youtube.com/watch?v=wV4zp-16tOk

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Στέλιος Σπεράντσας — Ὁ Μυστικός Δεῖπνος

Καὶ λέει ὁ Ναζωραῖος στοὺς μαθητάδες:
«Τὸ αἰώνιο εἶμαι τὸ φῶς καὶ σεῖς λαμπάδες
Φῶς ἀπὸ φῶς, στὰ σκότη,
ἐσεῖς πιστοὶ ὁδηγοὶ καὶ οἱ πρῶτοι
καταλυτὲς τῶν γήινων θρήνων,
ποῦ θεῖο μήνυμα θὰ φέρετε παντοῦ,
κι ἀκόμα κι ὡς τὴ χώρα τῶν Ἑλλήνων.

Caravaggio 1573 – 1610
The Betrayal of Christ
Τοῦ δείπνου μας χαρῆτε ἀπόψε τὴ χαρά.
Καὶ τὴν καρδιὰ στυλώσετε γερὰ
μὲ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί,
ποὺ αἷμα καὶ σῶμα εἶναι δικό μου,
μὴν ἀποστάσετε χλωμοὶ
μὲς τὴν ἀνηφοριὰ τοῦ δρόμου».
Καὶ λέει στὸν Ἰσκαριώτη: «Ἐσύ,
τοῦτο τὸ ξέχωρο ὁλοκόκκινο κρασὶ
θὰ πάρῃς,
τὰ φλογισμένα χείλη νὰ δροσίσῃς,
πρὶν στὸ Ραββὶ ἕνα φίλημα χαρίσῃς.
Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια!...»

Ὁ Ἰούδας σκύβει,
πὼς τάχα τὸ ψωμὶ θέλει νὰ κόψῃ.
Τὰ φρύδια κατεβάζει, ἔτσι ποὺ κρύβει
μὲ στενοχώρια
τὸ φόβο, ὡς καθρεφτίζεται στὴν ὄψη.
Καὶ λέγει του ξανὰ ὁ Χριστός: «Ἂς γίνῃ,
ὅ,τι γραμμένο ὑπάρχει νὰ γενῇ.
Νύχτα εἶν᾿ ἀκόμη σκοτεινὴ
καὶ -μὴ φοβᾶσαι- εἶναι γεμάτοι καλωσύνη
τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίκοι.
Κι εἶν᾿ ὅλο ἀγάπη τὸ τριφύλλι,
κι ἀνθεῖ κατάσπρο στὴν πλαγιὰ τοῦ Γολγοθᾶ
τὸ χαμομήλι.
Σύρε καὶ μὴν ἀργεῖς.
Χτυπάει ἐπίμονα ἡ καρδιὰ τῆς γῆς.
Σύρε πιὸ γρήγορα, ἀκουμπώντας στὸ ραβδί,
πρὶν βγῇ καὶ τὸ φεγγάρι καὶ σὲ ἰδῇ.
»
Κατάχλωμος ὁ Ἰούδας σὰν σουδάρι,
ἁπλώνει τὸ ποτήρι του νὰ πάρῃ.
Μὰ τὸ ποτήρι πέφτει ἀπὸ τὴ φούχτα του
καὶ πλέρια
βάφει μὲ τ᾿ ἄλικο πιοτό,
τὸ δυνατό,
τοῦ Ναζωραίου τὰ θεῖα χέρια.
Χαμογελᾷ ὁ Χριστός. Μὰ τοῦ Ἰσκαριώτη
πόσο δονεῖται ἀκόμα τὸ κορμί!
Τῆς προδοσίας βαρὺ τὸ κρῖμα... Καὶ μὲ ὁρμὴ
τὸν σπρώχνει νὰ χαθῇ σκυφτὸς στὰ σκότη.

ΙΙ
Ὡραῖος, καθὼς τοῦ ἥλιου ἀνατολή,
ἀνάμεσα ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάδες,
ὀρθώνεται καὶ πάλι ἀργομιλεῖ:
«Τὸ αἰώνιο εἶμαι τὸ φῶς καὶ σεῖς λαμπάδες...
Στὰ χείλη ἡ προσευχὴ πρὶν ἀνεβῇ,
τὴν πόρνη, ἂς συχωρέσουν, τὸν τελώνη.
Μὲ ἀνόμους θὰ περάση καὶ ὁ Ραββί.
Τὴν πρώτη πέτρα ὁ ἀναμάρτητος σηκώνει.
Ἀγάπη κόσμου ὁ νικητής. Κι ἐγὼ ἡ πηγὴ
γιὰ ὅποιον διψᾷ στοργὴ δικαιοσύνη.
Εἰρήνη... Ἂν ἀψηλώσω ἀπὸ τὴ γῆ,
ἕνα μὲ τ᾿ ἄστρα κι ἡ ψυχή σας θέλει γίνει»
Εἶπε κι ἀνάβλεψε τὰ μάτια του ὁ Χριστός.
«Πατέρα μου, κι ἡ ἀγάπη Σου ἂς πληθαίνῃ.
Σὲ μὲ ἔθνη καὶ λαοὶ καὶ ἡ οἰκουμένη.
Τὸ ἔργο μου ἐτελείωσε. Καὶ νά,
τώρα ὁ δικός μου ὁ διαλεχτὸς
στὰ σκοτεινὰ
τοῦ ξεροπόταμου τῶν Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τὰ νέφη ὡς σκίζει τὸ φεγγάρι,
ἀπ᾿ τὸν ψηλὸ καγκελλωτὸ φεγγίτη,
θεία χάρη,
μιὰ δέσμη κατεβαίνει μὲς στὸ σπίτι.
Δέσμη ἀπὸ φῶς, σὰν φίλημα ἐλαφρό,
στὰ θεῖα μαλλιὰ τοῦ Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μὰ κι ἕνας ἤσκιος ἀπ᾿ τὰ κάγκελα, ποὺ κάνει
πίσω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους Του, στὸν τοῖχο, ἕνα σταυρό.
Μὲ πόνο οἱ μαθητάδες τοῦ Κυρίου,
ποὺ τρέμει στῶν ματιῶν τους τὸ ἀκροκλώνι,
τὸ σύμβολο κοιτοῦν τοῦ μαρτυρίου,
Κι ἐκεῖνος μὲ χαμόγελο γλυκὸ
στὸ δεῖπνο τὸ στερνό, τὸ μυστικό,
σκορπάει τὸ θάρρος κι ἐμψυχώνει.
Κι ἔξω, στὰ σκότη τῆς νυχτιᾶς, τρεμάμενος,
καταραμένος,
τὴν ὥρα αὐτὴ τὴν ἴδια,
τρικλίζει ἀκόμα ὁ Ἰούδας παγωμένος.
Κι ἀγκομαχώντας, ζώνεται τὰ φίδια,
ξεσκίζοντας τ᾿ αὐτιά του, γιατί ὁ λόγος,
ὁ λόγος τοῦ Ἄκακου
στριφογυρίζει ἀκόμα μέσα σὰν ξερόφυλλο
ποὺ τὸ σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου ἐσὺ καὶ στέκεις τόσο χώρια...».

Στέλιος Σπεράντζας

Τετάρτη 24 Απριλίου 2019

Νίκος Γκάτσος — 4. «Μεγάλη Τετάρτη»
«Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.»

Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες.
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον
Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε να αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα.
Μείζων δε τούτων η αγάπη.

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;

Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.