Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Μανόλης Αναγνωστάκης — Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ. | Thessaloniki, Days Of 1969 A.D. - Jahrestage 1969 n. Ch.

Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων. 
 από το «Ποιήματα 1941-1971», Νεφέλη 2000
💵💶💵💶💵
THESSALONIKI, DAYS OF 1969 A.D. - Poem by Manolis Anagnostakis

In Egyptou Street -first turning right
There now stands the Transaction Bank Building
Tourist agencies and emigration bureaus
And kids can no longer play with all the trafficpassing
...
more

💵💶💵💶💵
Thessaloniki, Jahrestage 1969 n. Ch.

An der Ägyptischen Allee - erste Nebenstraße links -
Schießen heute das Hochhaus der Handelsbank,
Reisebüros und Emigrationsbehörden in die Höhe.
Und die Kleinen können nicht mehr wegen des dichten Verkehrs,
der vorbeirauscht, auf der Straße spielen.
..........

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Λευτέρης Παπαδόπουλος — Το παλιό ρολόι

Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Ερμηνευτής: Γιάννης Καλατζής

Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού
στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.
Είχε βασιλέψει και με φίλαγες
κοίταζες τα τρένα και δεν μίλαγες.

Χάθηκες μέσα στ' απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.

Στο παλιό μας σπίτι κάθε δειλινό
βγαίνω στο κατώφλι και σε καρτερώ
Και περνούν τα τρένα και σφυρίζουνε
μα τα χελιδόνια δεν γυρίζουνε.

Χάθηκες μέσα στ' απόβραδο
μέσα στη μπόρα, τον καπνό
και τη νυχτιά.
Κι έγινε το Σαββατόβραδο
ένα λουλούδι πεταμένο στη φωτιά.

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος — Η νύχτα και το κερί
«Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν/και να σκέφτονται.»

The coalminers: In the shadow of disaster …
Φαγωμένα, καμπούρικα, τρέχουν τα χέρια.
Το μεροκάματο είναι το μόνο τους άνθος.
Φουχτιάζουν το μέταλλο φουχτιάζουν το κάρβουνο,
γαντζώνουν σαν νύχια γερακιού το ψωμί.
Ο μισθός των ανθρώπων δε φτάνει να βλέπουν.
Δε φτάνει ν’ ακούν, ν’ αγαπούν
και να σκέφτονται.
Η μεγάλη στρατιά τους:
ένα ποτάμι, ατέλειωτο, άμορφο.
Ο μισθός τους δε φτάνει να γίνουνε πρόσωπα.
Κι ο λόγος, το ξέρω, δεν φτάνει ως τη μαύρη
μάζα τους, ούτε σαν σταγόνα λαδιού.
Κι ο λόγος μου, λόγος του καιόμενου αίματος,
δε φτάνει για τίποτα. Σε μι’ απέραντη νύχτα
μοιάζει σα νάχω μόλις ανάψει
ένα κερί.

Το βάθος του κόσμου (1961)

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Γιῶργος Σεφέρης — Σχέδια γιά ἕνα καλοκαίρι. «Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στήν πράσινη θάλασσα μέ φλέβες πού μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες»

Ἄνθη τῆς πέτρας μπροστὰ στὴν πράσινη θάλασσα
μὲ φλέβες ποὺ μοῦ θύμιζαν ἄλλες ἀγάπες
γυαλίζοντας στ᾿ ἀργὸ ψιχάλισμα,
ἄνθη τῆς πέτρας φυσιογνωμίες
ποὺ ἦρθαν ὅταν κανένας δὲ μιλοῦσε καὶ μοῦ μίλησαν
ποὺ μ᾿ ἄφησαν νὰ τὶς ἀγγίξω ὕστερ᾿ ἀπ᾿ τὴ σιωπὴ
μέσα σε πεῦκα σὲ πικροδάφνες καὶ σὲ πλατάνια.

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Σώμα του καλοκαιριού
«Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.»

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες
Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους
Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά
Και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας
Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο.
Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

Ω σώμα του καλοκαιριού, γυμνό, καμένο
Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
Άχνα βασιλικού πάνω από το σγουρό εφηβαίο
Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά
Που μελανιάζει στα βαθιά μ' αγριεμένα κύματα
Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών
Όμως και πίσω απ' όλα αυτά χαμογελάς ανέγνοια
Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου
Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος
Όπως μες στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

Κώστας Βάρναλης — «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα». Γιώργος Αυγουστάτος — ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6

Βασίλης Βαγιάννης
Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο,
όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια,
οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σαν μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα,
τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα
κι αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι από τους μαύρους κολασμένους

Πρόλογος «Στο φως που καίει»


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ Ν.6 ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ «ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ»
ΤΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ
ΠΙΑΝΟ-ΒΙΝΤΕΟ:ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΣ