Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η καμπάνα
Πεινᾶμε, δὲν πεινᾶμε, τρῶμε· περιμένοντας πάντα,/ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ἕνα μεγάλο ἀόρατο χέρι νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα

Ποιὸς ἦταν ποὺ κρέμασε (καὶ πότε;) πάνω ἀκριβῶς ἀπ᾿ τὸ τραπέζι
καταμεσὶς στὸ ταβάνι, αὐτὴ τὴ μαύρη καμπάνα; - πρὶν μῆνες; πρὶν χρόνια;
The Potato Eaters, 1885 Vincent van Gogh
Σκυμμένοι στὸ πιάτο μας, δὲν τὴν εἴχαμε δεῖ. Ποτὲ δὲ σηκώσαμε
λίγο πιὸ πάνω τὸ κεφάλι, - ποιὸς ὁ λόγος ἄλλωστε; Μά, τώρα,
τὸ ξέρουμε· εἶναι ἐκεῖ, ἀμετάθετη. Ποιὸς τάχα τὴν πρωτό ῾δε; ποιὸς μᾶς τό ῾πε
ἀφοῦ κανείς μας δὲ μιλάει; Ἴσως, μιὰ νύχτα, ἀκολουθώντας τὸ ποτήρι,
στραγγίζοντας τὴν τελευταία σταγόνα τοῦ κρασιοῦ, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ ἄδειο
θαμπωμένο ποτήρι, νὰ τὴν πῆρε τὸ μάτι μας. Σκύψαμε ἀμέσως
ἀκόμη πιὸ πολύ. Πεινᾶμε, δὲν πεινᾶμε, τρῶμε· περιμένοντας πάντα,
ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή, ἕνα μεγάλο ἀόρατο χέρι νὰ χτυπήσει τὴν καμπάνα
ἐννέα ἢ δώδεκα φορὲς ἢ μία καὶ μόνη, ἀπέραντα μόνη, ἀπειθάρχητα μόνη,
ἐνῷ, ἀπὸ μέσα μας, μετρᾶμε κιόλας, μήπως συμπέσουμε τουλάχιστον στοὺς χτύπους.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Δέκα ποιήματα από τη συλλογή «Υπερώον» / Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν.

Μια σημείωση του ποιητή
Η ποιητική συλλογή Υπερώον γράφτηκε στην Αθήνα, απ' την 1 του Μάρτη ως τις 21 του ίδιου μήνα. Η Β’ γραφή των ποιημάτων έγινε πάλι στην Αθήνα, απ’ τις 6-29 του Απρίλη και στον Κάλαμο απ’ τις 30 του Απρίλη ως την 1 του Μάη 1985.
🌼🌼🌼🌼🌼🌼🌼🌼

Π Ρ Ο Σ Ε Γ Γ Ι Σ Η

Μιλούσε για μυστικές αρτηρίες,
για σιωπηλά εφόδια,
για κείνο το ανάλαφρο βάρος στις πλάτες
όταν η Μαρία λύνει την ποδιά της και κοιτάει απ’ το παράθυρο,
όταν δυο νέοι εμπορεύονται στο πεζοδρόμιο
λαθραία υφάσματα,
όταν ο Λαοδίκης στον εξώστη, με ριγέ πιτζάμες,
κλείνει τα μάτια του στο μέγα φως,
κι η θάλασσα μας πλησιάζει
όλους ανεξαιρέτως
διδακτική, αμερόληπτη, αμνησίκακη.

Αθήνα, 13.ΙΙΙ.85

ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσά τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει
όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.

Αθήνα, 14.ΙΙΙ.85

Ε Π Ι Τ Ε Λ Ο Υ Σ

Πριν από εσένα ήσουν εσύ;
Έξω στο δρόμο δεν περνάει κανένας.
Το φως του δωματίου πέφτει κάθετα
τονίζοντας τα ζυγωματικά, σβήνοντας το σαγόνι
μέσα στην ίδιαν απορία: «υπήρξαμε;». Έτσι
πέταξα το ποτήρι απ’ το παράθυρο.
Έτσι άκουσα τουλάχιστον κάτω στο πεζοδρόμιο τον κρότο:
«υπάρχουμε».

Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85

Δ Ι Ε Ι Σ Δ Υ Σ Η

Τα πιο πολλά, τα πιο ωραία,
τα δες απ’ την κλειδαρότρυπα –
λουλούδια πεσμένα στο πάτωμα
και μέσα στα παπούτσια σου.
Καλύτερα λοιπόν
να περπατάς ξυπόλητος
μη σ’ ακούσουν.
Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85

ΤΟ ΑΔΙΑΒΑΤΟ

Άνθρωποι ριψοκίνδυνοι ήταν·
δεν το περηφανεύονταν ωστόσο.
Έσπασε το θερμόμετρο,
ο υδράργυρος σκόρπισε.
Σαν φτάσαμε στα σύνορα
μας σταμάτησαν.
Τα ψεύτικα διαβατήρια
ήταν έγκυρα.
Εμείς δεν περάσαμε.
Αθήνα, 15.ΙΙΙ.85

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.
Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85

ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΑΡΚΟ

Στη μικρή λίμνη τα χρυσόψαρα κι ένας κύκνος.
Στο παγκάκι η Περσεφόνη σταυροπόδι. Τα γόνατά της
λάμπουν ωραία. Όμως, προπάντων,
αυτός ο κύκνος ακριβώς ήταν το επιχείρημα σου
να συνεχίσεις να γράφεις μετά θάνατον.
Αθήνα, 19.ΙΙΙ.85

Υ Α Λ Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Α

Οι φούρνοι των υαλουργείων· φλόγες, διαθλάσεις,
κρυστάλλινες μορφές, αγαλμάτια, δοχεία.
Το σώμα της Άρτεμης διάφανο,
ο κλόουν, ο υπνοβάτης, η θλιμμένη χελώνα,
τα δίδυμα άλογα. Σχήματα οικεία –
μακρινές μνήμες επιστρέφοντας στον εαυτό τους,
πραγματωμένη διαφάνεια. Πρόσεχε –είπε–
αχ, η ονειρεμένη, η εύθραυστη, η διαψευσμένη,
η προδοτική.
Αθήνα, 20.ΙΙΙ.85

Π Α Ρ Α Π Λ Α Ν Η Τ Ι Κ Ο

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ’ την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.
Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

Τ’ ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες· με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.
Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

🌼🌼🌼🌼🌼🌼🌼🌼

Το σημείωμα της Έρης Ρίτσου από την έκδοση

Υπερώον. Μια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Μία απ’ τις πολλές, σχεδόν πενήντα, που άφησε πίσω, μετά το θάνατό του, ολοκληρωμένες, έτοιμες για έκδοση. Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν αμέσως μετά στον τόμο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» και κάποιες άλλες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους τόμους Ποιήματα που ακολούθησαν, με καθαρά χρονολογικά κριτήρια.

Στο διάστημα που προηγήθηκε, μετά την ανακοίνωση αυτής της έκδοσης, δέχτηκα διάφορα ερωτήματα σχετικά. Δύο είναι τα κυρίαρχα: Γιατί αυτή η συλλογή –ή και πολλές άλλες– δεν είχε εκδοθεί στη διάρκεια της ζωής του Ρίτσου; Γιατί η αυτόνομη έκδοση αυτής της συγκεκριμένης συλλογής τώρα;
Είναι γνωστό –ή τουλάχιστον εγώ το έχω ξαναπεί– πως ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητη για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του. Έγραφε λοιπόν καθημερινά, ώρες πολλές, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστια ποιητική παραγωγή. Τρεις και τέσσερις και πέντε ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές μέσα σ’ ένα χρόνο είναι λογικό πως για λόγους πρακτικούς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στη διάρκεια του έτους γραφής τους. Ούτε οι εκδότες του μα ούτε και το αναγνωστικό κοινό θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια τέτοια παραγωγή. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να επιλέξει τι θα εκδοθεί και τι όχι.
Οι επιλογές του δεν είχαν χαρακτήρα «αυτολογοκρισίας», όπως έχω ακούσει να λέγεται, αλλά εξαρτιόνταν από τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και από τη συγκυρία.
Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια και του ηθικού εκείνου ελλείμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα. Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση.

Έρη Ρίτσου

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινός Επισκέπτης (1972)
Έρημος σταθμός - Δολοφονία - Ο εφημέριος

Έρημος σταθμός
Μόλις πέθανα, βγήκα απ΄το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού

σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλε-
γε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολουθού-
σαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χε-
ρια των τυφλών, που εντούτοις ανάβαν την λάμπα,
ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις
γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν
μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο
φοβισμένος που αν μ΄ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο
Θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε
ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την
υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχα-
νε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μα
κριά κι απ΄ τους νεκρούς κι ο αμαξάς των παιδικών καιρών έξω
απ΄ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμα
ρωμένα άλογα.

Δολοφονία
«Ποιος είναι;», « ησύχασε κανείς» είπε, οι μύγες πνίγονταν με-

σα στ’ απομεινάρια του κρασιού, σκεπάζοντας με μαύρες κηλίδες
τη λάμψη του φθινοπώρου, «που πάμε;» ρώτησα, « σ’ έπαιξα, είπε,
κι έχασα»
τ’ αγάλματα μου γνέφαν, μα ήταν κάτι το ανεξήγητο, που το
ξέρουν αλήθεια, αναρωτιόμουν, και τις νύχτες έσκυβα, « είσαστε
καλά;» ρώταγα, γιατί εγώ δεν είχα θάψει τους νεκρούς μου,
η αμαρτία μου ήταν ότι προσπάθησα να ξεφύγω το πεπρωμένο,
γέμισα ξανά τα ποτήρια, « πιες, κάθαρμα» είπα, παλέψαμε με λύσ-
σα πάνω στο χαλί, όταν με πέταξε απ’ το παράθυρο, μια μακρι-
νή γυναίκα άνοιξε το φεγγίτη και με σκέπασε με τα βλέφαρα της,
τότε φάνηκε το φεγγάρι, έπρεπε να βιαστώ, έπρεπε να κρύψω
όλα αυτά τα πτώματα που πλημμύριζαν το υπόγειο – Θεέ μου,
πόσες φορές με είχαν σκοτώσει,
κι όπως άνοιξε την πόρτα, είδα πάνω στο τραπέζι σαν χυμένο
κρασί το μακρινό μας ταξίδι, « αν ξανάρθω, θα συναντηθούμε, άρα-
γε;» είπε, « ναι, του λέω, γιατί εγώ θα βρίσκομαι πάντα στην
άκρη».

Ο εφημέριος
Την άλλη νύχτα ξανάρθε, κι όπως ανέβαινε, σκέφτηκα τα ραπί-

σματα στο πρόσωπο του Ιησού, που αναλήπτονταν τώρα κι αυτά
μαζί του, «επιτέλους, ποιος είσαι:» ρώτησα, «πάντα ήμουν αλλού»
είπε, κι οι τοίχοι ράγισαν απ΄το θανάσιμο αμάρτημα,
εγώ, γονατισμένος κάτω στο πάτωμα, έγλειφα αυτήν την κηλί-
δα από μια παλιά παιδική γιορτή, δυνατός αγέρας φυσούσε στο
διάδρομο, ο φωταγωγός είχε γεμίσει φωνές, ματωμένα πανιά, δού-
λες βογκούσαν στο υπόγειο,
κάποιο έγκλημα γινόταν χρόνια στο σπίτι, κι όταν το αίμα έτρε-
ξε κι έφτασε μέχρι κάτω τα σκαλοπάτια, είδα τις μέρες μου σαν
τις νεκρές ψείρες στο φτωχό φέρετρο των απόρων,
και τις νύχτες ταξίδευα με τον παλιό καναπέ, ήταν βέβαια κι οι
ανταύγειες του κεριού που ανοίγαν τους τοίχους, μα πιο πολύ βοη-
θούσαν οι ταπεινώσεις,
κι όταν έφεξε η αυγή, ο εφημέριος δίπλωσε σε μια εφημερίδα το
κομμένο κεφάλι μου, σαν δανεισμένη εικόνα.

poiein

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης — Συμφωνία αρ. 1 (Αποσπάσματα)
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.

Egon Schiele, “The Family” (1918).
O ουρανός αμίλητος και σταχτύς
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιώτων
την πικρή θέληση να ζήσουν!

Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.
οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…

…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
απο τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.


Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…

Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.


Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.

…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.


Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…

Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.

Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πιά
να μας προδώσουν…

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…


1957

Αρχείο ήχου: Συμφωνία αρ.1 mp3 4,8mb

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Νίκος Γκάτσος — Κοίτα με στα μάτια (1976)

Κοίτα με στα μάτια κι έλα πιο κοντά
άγια μου καρδιά κι αγαπημένη
άκουσα κι απόψε πόρτα να χτυπά
πέτρες θα κυλάν οι πεθαμένοι.

Love over war/ amor por encima de la guerra
Πώς να το ξεχάσω κείνο το παιδί
στο περιβολάκι τ’ Αϊ Νικόλα;
Έπινε τον ήλιο σαν χλωρό κλαδί
πριν το θυμηθούν τα πολυβόλα.

Κοίτα με στα μάτια και με το σουγιά
πάρε από τη φλέβα μου μελάνι
γράψε τ’ όνομά του στην αστροφεγγιά
χέρι φονικό να μην το φτάνει.

Πού είσαι Πέτρο; Πού είσαι Γιάννη;
Στου κάτω κόσμου το σιντριβάνι.
Νεράκι πίνω να λησμονήσω.
Γύρισε πίσω! Γύρισε πίσω!
  

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης: ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ - ΤΑ ΠΑΘΗ Β,α — Στον αιθέρα ερίζοντας * ανέβηκαν κι ένιωσα / Πως για σένα τα αίματα * για σένα τα δάκρυα



Στον πηλό το στόμα

*

μου ακόμη και σε ονόμαζε

Ρόδινο νεογνό

*

στικτή πρώτη δροσιά

.Κι από τότε σου πλάθε

*

βαθιά στα χαράματα

Τη γραμμή των χειλιών

*

και τον καπνό της κόμης

Την άρθρωση σου 'δινε

*

και το λάμδα το έψιλον

Την αέρινη άσφαλτη

*

περπατηξιά

Κι απ' την ίδια εκείνη

*

στιγμή μέσα μου ανοίγοντας

Άγνωστη φυλακή

*

φαιά κι άσπρα πουλιά

Στον αιθέρα ερίζοντας

*

ανέβηκαν κι ένιωσα

Πως για σένα τα αίματα

*

για σένα τα δάκρυα

Στους αιώνες το πάλεμα

*

το φριχτό και το υπέροχο

Η σαγήνη για σένα και

*

η ομορφιά

Στα πνευστά των δέντρων

*

και κρούοντας ο πυρρίχιος

Δόρατα και σπαθιά

*

να λες άκουσα Εσύ

Μυστικά προστάγματα

*

και παρθενοβίωτα

Με την έκλαμψη πράσινων

*

αστέρων λόγια

Και πάνω απ' την άβυσσο

*

αιωρούμενη γνώρισα

ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ

*

ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!