Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Νίκος Καρούζος — Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας

Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.
.
.
Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης «Το άξιον εστί» [Ψαλμός ΙΕ΄] - Ανάλυση / «Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα στεριώνω στον άνεμo κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού, που συ τη θέλησες!»

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα,
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;
Beyond, © Kathryn Beals

Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει,
που συ τη θέλησες!
Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!
Υψώνω χόρτα σα να φωνάζω μ’ όλα τα φρένα μου
και να τα που πάλι καταπέφτουν
από το κάμα του Ιουλίου,
που συ το θέλησες!
Τι λοιπόν, τι άλλο, τι νέο μου μέλλεται;
Ιδού που εσύ μιλείς κι εγώ αληθεύω.
Σφεντονάω την πέτρα και βρίσκει επάνω μου.
Ορυχεία βαθαίνω και τους ουρανούς εργάζομαι.
Τα πουλιά κυνηγώ και στο βάρος τους χάνομαι.
Θεέ μου συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω.
Τα στοιχεία που είσαι,
ημέρες και νύχτες,
ήλιοι κι αστέρες, θύελλες και γαλήνη,
ανατρέπω στην τάξη κι εναντίον τα βάζω
του δικού μου θανάτου
που συ τον θέλησες!

Ανάλυση
Στον 15ο Ψαλμό ο Οδυσσέας Ελύτης καταγράφει σε α΄ πρόσωπο τη δοκιμασία που βιώνει ο ίδιος ως ποιητής και ως άνθρωπος, καθώς στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το έργο του έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με την επίγνωση της προσωρινότητας που διακρίνει καθετί το ανθρώπινο.
Πασχίζει με όλες τους τις δυνάμεις να αντιπαλέψει τις πλείστες δυσκολίες του ανθρώπινου βίου, μόνο και μόνο για να δει το μόχθο του να εξανεμίζεται απέναντι σ’ ένα νέο εμπόδιο∙ απέναντι σε μια νέα πραγματικότητα. Το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης και υπόστασης καθιστά επί της ουσίας ανίσχυρο τον ποιητή -μα και κάθε άνθρωπο-, απέναντι στις υπέρτερες δυνάμεις του χρόνου και του θανάτου.
Το ποίημα λαμβάνει τη μορφή ενός παραπόνου που διατυπώνεται από τον ποιητή προς τον Θεό, προς τον δημιουργό της φύσης και του κόσμου, ο οποίος εν γνώσει του υποβάλλει τους ανθρώπους σε μια συνεχή διαδικασία δοκιμασίας.
Η αίσθηση ματαιότητας που διατρέχει τη σκέψη του ποιητή προκύπτει ακριβώς λόγω των πλείστων δυσκολιών που ο ίδιος ο Θεός θέτει καθημερινά στο δρόμο των ανθρώπων, κι υπ’ αυτή την έννοια τα λόγια του ποιητή, αν και δοσμένα σε α΄ πρόσωπο, εκφράζουν την πολλαπλώς απαιτητική πορεία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να αγωνιστεί και να παραμείνει δημιουργικός, έστω κι αν έχει πλήρη επίγνωση του επερχόμενου τέλους του.

ΘΕΕ ΜΟΥ συ με θέλησες και να, στο ανταποδίδω
Τη συγγνώμη δεν έδωσα,
την ικεσία δεν έστερξα,
την ερημιά την άντεξα σαν το χαλίκι.
Τι, τι, τι άλλο μου μέλλεται;

Ο ποιητής, όπως και κάθε άνθρωπος, υπάρχει διότι αυτή ήταν η θέληση του Θεού.
Δημιουργήματα όλοι μιας ανώτερης βούλησης που ελέγχει κάθε πτυχή του βίου, χωρίς να επιτρέπει, ωστόσο, στους ανθρώπους να γνωρίζουν το τι επέρχεται. Η ζωή είναι ένα θείο δώρο, μα δεν παύει να είναι γεμάτη δυσκολίες και δοκιμασίες, όλες γεννήματα ενός απρόσιτου στους ανθρώπους θεϊκού σχεδίου.
Διαρκής προσπάθεια του ποιητή είναι να ανταποδώσει στον Θεό την ευγνωμοσύνη του για το δώρο της ύπαρξης, διατηρώντας πάντοτε και, μάλιστα, απέναντι σε ισχυρότατες πιέσεις, την ακεραιότητά του.
Δεν παραχώρησε ποτέ τη συγχώρεσή του σ’ εκείνους που με τις πράξεις τους έβλαψαν τους άλλους, μήτε καταδέχτηκε να ικετεύσει εκείνους που βρίσκονταν σε θέση ισχύος απέναντί του.
Στάθηκε εντελώς μόνος στην πορεία της ζωής του, μα κατάφερε ν’ αντέξει την οδύνη της ερημιάς σαν το χαλίκι που αντιστέκεται σθεναρά απέναντι στα στοιχεία της φύσης.
Ο ποιητής υπέμεινε τις προσωπικές, μα και τις εθνικές δοκιμασίες, χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση στις αρχές του προκειμένου να διευκολύνει τη θέση του και να γλιτώσει κάποιες τουλάχιστον απ’ τις δυσκολίες που αντιμετώπισε. Ωστόσο, τώρα στέκει απέναντι στον Θεό και ρωτά με εμφατική αγωνία, τι άλλο του είναι γραφτό να ζήσει. Πόσες ακόμη δυσχέρειες θα κληθεί ν’ αντιπαλέψει;

Τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου
κι η Αυγή, πριν προλάβω,
στα δίχτυα της τα ‘χει μακριά παρασύρει,
που συ τη θέλησες!

Ο ποιητής δεν αγωνίστηκε μόνο να διατηρήσει την ακεραιότητα του, προσπάθησε κιόλας να αποδώσει με την ποίησή του το θαυμασμό που του ενέπνευσε η ωραιότητα του θεϊκού δημιουργήματος.
Θέλησε με την ποίησή του να εξυμνήσει το κάλλος της ουράνιας φύσης -τα κοπάδια των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σου-, μα πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε πως το έργο του αυτό, η ποιητική του προσπάθεια, δεν είναι εφικτό να ολοκληρωθεί, μιας κι η πραγματικότητα λειτουργεί κατά τρόπο πλήρως ανασταλτικό σε κάθε ανάλογη απόπειρα∙ η Αυγή παρασύρει μακριά τ’ αστέρια προτού προλάβει ο ποιητής να αντικρίσει και να αποτυπώσει σ’ όλη της την έκταση την ομορφιά τους.
Η πραγματικότητα, βέβαια, που έρχεται και αναιρεί την προσπάθεια του δημιουργού, που έρχεται σαν την αυγή και σκορπίζει τα όνειρα της νύχτας, υπηρετεί κι αυτή τη θέληση του Θεού. Είναι κι αυτή μέρος των δυσκολιών που θέτει ο Θεός στον ποιητή.

Λόφους με κάστρα και πελάγη με καρποφόρα
στεριώνω στον άνεμο
κι η καμπάνα τα πίνει, αργά, του δειλινού,
που συ τη θέλησες!

Ο ποιητής προσπάθησε, συνάμα, να αποδώσει στην ποίησή του, όχι μόνο το στοιχείο της φυσικής ομορφιάς, μα και τη ...
.........
η συνέχεια εδώ: tovivlio

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού. Άξιον εστί - Τα Πάθη ΙΔ'


ΝΑΟΙ στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά των βράχων τ’ αγάλματα!



Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Του Αιγαίου. Del Egeo - Odiseas Elitis — Ο έρωτας Το αρχιπέλαγος - El amor El archipiélago

Το βίντεο είναι δουλειά των μαθητών της Α' Λυκείου
του σχολείου της Mungia (Χώρα των Βάσκων)
Μουσική: "Κύματα" Σταμάτης Σπανουδάκης
Ι
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό

II
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας -

Και τ' αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή
Της μέρας
Ήλιος -

Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά-
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή -

III
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη του άμμο - Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
Αφρισμένη απόκριση στ' αυτιά των κοχυλιών
Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει - Φλοίσβος.

El video es un trabajo que hicimos
con los alumnos de 4o de ESO, del IES Mungia (País Vasco)
musica: " Kimata" (olas) Stamatis Spanoudakis

Del Egeo

I
El amor
El archipiélago
Y la proa de sus espumas
Y las gaviotas de sus sueños
En la vela más alta el marinero hace ondear
Una canción

El amor
Su canción
Y los horizontes de su viaje
Y el eco de su nostalgia
En la roca más mojada la novia espera
Un barco

El amor
Su barco
y la despreocupación por sus vientos etesios
Y el foque de su esperanza
En su más suave oleaje una isla acuna
La llegada.

II
Juguetes las aguas
En los sombríos vados
Anuncian con sus besos el alba
Que despunta
Horizonte -

Y las palomas torcaces un eco
Hacen resonar en su cueva
Despertar azul en la fuente
Del día
Sol-

Da el mistral la vela
Al mar
Las caricias de los cabellos
A la indolencia de su sueño
Relente -

Una ola en la luz
Hace renacer los ojos
Donde la Vida boga hacia
La contemplación
Vida-

ΙΙΙ
Murmullo beso en su arena acariciada - Amor
Su libertad azul la gaviota
Entrega al horizonte
Olas vienen y van
Espumosa respuesta en los oídos de las caracolas
¿Quién se llevó a la muchacha rubia y quemada por el sol?
La brisa con su soplo transparente
Inclina la vela del sueño
A lo lejos
Amor su promesa murmura - Bisbiseos.

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μελαγχολία του Αιγαίου

Ποιος ειρμός ψυχής στις αλκυόνες του απογέματος!
Ποια νηνεμία στις φωνές της μακρινής στεριάς!
Ο κούκος μες στων δέντρων το μαντίλι
Κι η μυστική στιγμή του δείπνου των ψαράδων
Κι η θάλασσα που παίζει με τη φυσαρμόνικα
Το μακρινό μαράζι της γυναίκας
Της ωραίας που γύμνωσε τα στήθη της
Όταν η θύμηση μπήκε στις φωλιές
Κι οι πασχαλιές ράντισαν με φωτιά τη δύση!

ΑΣΠΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΙΟΓΡΑΦΙΑ
Με το καΐκι και με τα πανιά της Παναγίας
Έφυγαν κατευόδιο των ανέμων
Οι εραστές της ξενιτιάς των κρίνων
Αλλά η νύχτα πώς εδώ κελάρυσε τον ύπνο
Με γάργαρα μαλλιά στους φεγγερούς λαιμούς
Ή στις μεγάλες άσπρες παραλίες
Και πώς με το χρυσό σπαθί του Ωρίωνα
Σκόρπισε και ξεχύθηκε ψηλά
Η σκόνη από τα όνειρα των κοριτσιών
Που ευώδιασαν βασιλικό και δυόσμο!

Στα τρίστρατα όπου στάθηκεν η αρχαία μάγισσα
Καίοντας με ξερό θυμάρι τους άνεμους
Οι λυγερές σκιές αλαφροπερπατήσανε
Μ' ένα σταμνί γεμάτο αμίλητο νερό στο χέρι
Εύκολα σαν να μπαίναν στον Παράδεισο
Κι από την προσευχή των γρύλων που άφρισε τους κάμπους
Οι όμορφες ξεπροβάλανε με δέρμα φεγγαριού
Για να χορέψουνε στο μεσονύχτιο αλώνι...

Ω σημάδια που περνάτε μες στο βάθος
Του νερού που κρατάει έναν καθρέφτη
Εφτά κρινάκια που λαμποκοπάτε

Όταν ξαναγυρίσει το σπαθί του Ωρίωνα
Θα 'βρει φτωχό ψωμί κάτω από το λυχνάρι
Αλλά ψυχή στη χόβολη των άστρων
Θα 'βρει μεγάλα χέρια διακλαδωμένα στο άπειρο
Έρημα φύκια στερνοπαίδια του γιαλού
Χρόνια πετράδια πράσινα

Ω πράσινο πετράδι - ποιος θυελλομάντης είδε
Να σταματάς το φως στη γέννηση της μέρας
Το φως στη γέννηση των δυο ματιών του κόσμου!

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Στο όρυγμα «παρέα» με τον Κάλβο
και τον Καβάφη


Ο Οδυσσέας Ελύτης όπως είναι γνωστό πήρε μέρος στον πόλεμο του ’40 κατατασσόμενος σαν ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α’ Σώματος Στρατού. 
Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του 1941 μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο νοσοκομείο Ιωαννίνων.
Στο όρυγμα «παρέα» με τον Κάλβο και τον Καβάφη

«Μου έτυχε, χωρίς διόλου να ‘μαι θαρραλέος, να βρεθώ δυο τρεις φορές πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Στον πόλεμο, φυσικά. Λοιπόν, ήταν κάτι εντελώς αντίθετο απ’ αυτό που περίμενα. 

Εγώ που τα ‘χανα στην Αθήνα με το παραμικρό και που ένας απλός πονόδοντος μ’ έκανε να στέλνω στο διάβολο όλα μου τα προβλήματα, εδώ αισθανόμουνα μια διαύγεια καταπληκτική, μια δύναμη ικανή, θα έλεγα, να κυριαρχεί τα πράγματα και προς τα εμπρός και προς τα πίσω, χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτα ανάμεσά τους, μια ηρεμία ουράνια, όπου μπροστά της η ταραχή του κόσμου, εκείνη κατησχυμένη και όχι εγώ, σταματούσε. Καμιά φορά συλλογίζομαι πως ίσως γι αυτό σώθηκα.

Είχα, θυμάμαι, βρεθεί σ’ αρκετή απόσταση κι από το πλησιέστερο όρυγμα κι από την παραμικρότερη ανωμαλία του εδάφους όπου θα υπήρχε τρόπος να προφυλαχθώ, τη στιγμή που όλες μαζί συγκεντρωμένες οι πυροβολαρχίες των Ιταλών, προετοιμάζοντας την επίθεση που ακολούθησε, άρχισαν, μπορεί να πει κανείς, με συχνότητα βολών πολυβόλου, να εξαποστέλλουν τις οβίδες τους στις γραμμές μας. 

Μέσα σε λίγα λεπτά ο τόπος ολόκληρος ντουμάνιασε από τους καπνούς και τη βρόμα της μπαρούτης. Στήλες από πυκνό χώμα υψώνονταν στον αέρα και ξαναπέφτανε, με πέτρες και ξύλα, βροχή πάνω στη ράχη μου. Κι αυτό το κακό ήξερα ότι θα κρατήσει- όπως και κράτησε- τουλάχιστον δυο ώρες. Να μετακινηθώ δεν υπήρχε περίπτωση. Έμενα μόνος, καθηλωμένος στο έδαφος, γραπωμένος απ’ το χώμα, ένα σώμα μαζί του, κι άκουγα τις κοντές αναπνοές μου, ένα είδος λαχάνιασμα που βέβαια κι αυτό δεν το είχε προκαλέσει κανένα τρέξιμο αλλά η αντίδρασή μου στον αιφνιδιασμό.
Ήτανε και το μόνο άλλωστε. Γιατί σε λίγο άρχισα, με κατάπληξη, να αισθάνομαι κάτι άλλο, που μήτε ούτε ο ίδιος ήθελα να το παραδεχτώ: ότι συνεχίζω τις σκέψεις που είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ, μη μπορώντας να κοιμηθώ, για την ποίηση του Κάλβου. 

Ναι, τώρα το έβλεπα, θα έπρεπε, άμα γυρίσω στην Αθήνα, να ολοκληρώσω το δοκίμιο για την εντελώς προδρομική θέση που είχε η εικονοπλαστική φαντασία του μέσα στη νεοελληνική έκφραση. Εκείνος ο καπνός που “θλίβει το διάστημα γαλάζιον των αέρων”, και το πρόσωπο της παρθένου “υγρόν υπό το σύγνεφον της δυστυχίας”, και το βράδυ που “εισπνέει μέσα εις τα πολύδενδρα δάση το τεθλιμμένον φύσημα”, και το “αναπαυμένον μέτωπον της οικουμένης”- βρε τον άτιμο! Αμ κείνες οι ελπίδες των θνητών που “χάνονται ως λεπτόν βόλι εις άπειρον βάθος πελάγου”; Τι τόλμη για κείνη την εποχή. Έτσι έπρεπε να ονομάσω τη μελέτη μου “Η Λυρική Τόλμη του Ανδρέα Κάλβου”.

Βέβαια είναι δύσκολο να το πιστέψει κανένας. Ίσως και να υπερβάλλω λιγάκι. Αλλά το ξαναλέω: έβλεπα πολύ καθαρά ότι αυτό ήταν παραλογισμός, ότι από τη μια στιγμή στην άλλη κινδύνευα να τιναχτώ στον αέρα ή να μείνω μ’ ένα ποδάρι, κι όμως θυμόμουνα έναν άλλο ποιητή, τον Καβάφη, και σχεδόν γελούσα με την ικανότητα που είχε η σκέψη του- η σκέψη του; Η ποίησή του;- να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις. Αυτό πια καταντούσε passé- partout. “Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό, επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται”

Κι αλήθεια, είχα γίνει κι εγώ ένας καβαφικός Φερνάζης*. Η ποιητική ιδέα πήγαινε κι ερχότανε. Οι πιο κοντινές εκρήξεις, που με την πίεση των αερίων με κοπανούσανε χάμου κυριολεκτικά, δε με τρομάζανε τόσο, όσο μ’ ενοχλούσε εκείνος ο φαντάρος που είχε βρεθεί λίγα μέτρα παρακάτω και φώναζε όλη την ώρα: “κερατάδες! κερατάδες!”».

(Ο. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Το χρονικό μιας δεκαετίας, εκδόσεις Ίκαρος)