Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Βουρκωμένη έρημη νύχτα Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει, εξασθενεί. Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα -καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του η τελευταία ανάμνηση. Το τελευταίο χτύπημα. Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα. Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία. Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα. Βροχή από αλάτι Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει την προσπάθεια για ύπνο λευκό. Τώρα είμαι ξυπόλητος γυμνός πάνω από τα μαχαίρια κάτω απ’ τις μυλόπετρες του μελανιού. Μόνος με τα χέρια μου γεμάτα με πετράδια απ’ τα μαλλιά της. Καθώς με νιώθω ακίνητο στη μέση του στενού αυτού δωματίου Η μοναξιά τυλίγει αυτό που άγγιξα με τα μάτια. Αυτήν την χαίτη, της βουρκωμένης έρημης νύχτας. Καθώς με βλέπω αΰπνωτο Σπίτι έρημο Και πρωινό θολό Σαν χώρα μοιάζω Ανάλυση
Ο Θάνος Ανεστόπουλος αποτυπώνει με ιδιαίτερη ενάργεια την οδυνηρή συναισθηματική πραγματικότητα που προκαλείται από την απουσία της αγαπημένης γυναίκας.
Ό,τι αποτελούσε στο παρελθόν πηγή ευχαρίστησης και ευδαιμονίας δεν υπάρχει πια∙ ό,τι απομένει είναι μια πικρή αίσθηση κενότητας που υπονομεύει και την ελάχιστη ακόμη πιθανότητα να δοθεί στο ποιητικό υποκείμενο το προνόμιο της ψυχικής γαλήνης.
Βουρκωμένη έρημη νύχτα Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει, εξασθενεί.
Η νύχτα, βουρκωμένη κι έρημη -όπως ακριβώς κι ο ίδιος ο ποιητής-, εντείνει την απομόνωσή του, καθιστώντας αδύνατη την όποια πραγματική επαφή τόσο με τον εξωτερικό κόσμο όσο και με τον εαυτό του. Οι φωνές των παιδιών που βρίσκονται στον πεζόδρομο κάτω απ’ το σπίτι του, φτάνουν σ’ αυτόν υπόκωφες, πνιγμένες απ’ τη θλίψη του∙ μοιάζουν περισσότερο με μια ακατάληπτη βοή, που με τη νεανική ζωντάνια που τη διακρίνει έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στασιμότητα και την επώδυνη ψυχική αδράνεια του ποιητικού υποκειμένου.
Ο ποιητής παραμένει εγκλωβισμένος στον πόνο του, χωρίς να μπορεί μήτε να βρει ειρμό και νόημα στις δικές του σκέψεις, μα μήτε και να αφεθεί στους περισπασμούς της ζωής που συνεχίζει γύρω του την αδιάκοπη πορεία της. Τα εξωτερικά ερεθίσματα φτάνουν σ’ αυτόν ολοένα και πιο εξασθενημένα, καθώς η νύχτα δίνει τη θέση της στη μέρα που έρχεται.
Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα
-καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας
Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα
Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του
η τελευταία ανάμνηση.
Το τελευταίο χτύπημα.
Η αποχώρηση της νύχτας, που τον αφήνει άυπνο και καταπονημένο, επισφραγίζεται απ’ τον ποιητή με το να κλείσει τα στόρια των παραθύρων του.
Μια απλή κίνηση που του δημιουργεί εντούτοις δυσοίωνους συνειρμούς, μιας και τα κλεισμένα στόρια μοιάζουν με καπάκια από φέρετρα, σαν να έγινε μόλις η κηδεία μιας άγονης νύχτας∙ μιας νύχτας που ό,τι είχε να του προσφέρει ήταν ένας παρατεταμένος μηρυκασμός του πόνου και της οδύνης του.
Συνάμα, ωστόσο, το κλείσιμό τους δημιουργεί και μιαν ακόμη υποδήλωση με θετικότερη χροιά, καθώς είναι σαν να επισφραγίζεται ο αρραβώνας με την καινούρια ημέρα, που θα μπορούσε ίσως να φέρει κάτι καλύτερο απ’ το γιόρτασμα της θλίψης που συνόδευε τη νύχτα που πέρασε.
Η τελευταία εικόνα, πάντως, της νύχτας λειτουργεί σαν μια ισχυρή υπόμνηση του πόσο ευάλωτοι και αδύναμοι είναι οι άνθρωποι απέναντι στον πόνο∙ ένα παιδί που δακρύζει πάνω απ’ την κιθάρα του, έρχεται να καθρεφτίσει τη συναισθηματική κατάσταση του ίδιου του ποιητή, που αισθάνεται ακριβώς έτσι, σαν ένα θλιμμένο παιδί αντιμέτωπο με τις πρώτες πληγές του έρωτα.
Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα.
Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.
Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.
Βροχή από αλάτι
Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει
την προσπάθεια για ύπνο λευκό.
Έτσι είναι πλέον οι νύχτες του ποιητή∙ άυπνες κι αφιερωμένες σ’ όλες εκείνες τις μνήμες που απέμειναν χωρίς υπόσταση, εφόσον «εκείνη» δεν είναι πια κοντά του για να προσφέρει με την παρουσία της πνοή στην κοινή τους πορεία. Κάθε σκέψη και κάθε...
Τα χρόνια της διαμονής του στο Παρίσι (1969 - 1971), ο Οδυσσέας Ελύτης
συνθέτει «Το Μονόγραμμα», που έμελλε να περάσει στη συνείδηση των αναγνωστών ως ένα από τα ερωτικότερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Το βιβλίο θα τυπωθεί αρχικά (1971) στις Βρυξέλλες
και τον αμέσως επόμενο χρόνο στην Ελλάδα (1972).
Στα 60 του χρόνια ο ποιητής θα δημιουργήσει έναν
ερωτικό ύμνο γεμάτο νεανικότητα και πάθος, που κατορθώνει ν’
αποδώσει ακόμη και τις πιο λεπτές εκφάνσεις του ερωτικού
συναισθήματος.
Κινούμενος σε δύο βασικές θεματικές: α) στην ιδέα πως στο πρόσωπο της αγαπημένης του βρίσκει το
απολύτως αναγκαίο συμπλήρωμα του εαυτού του, το άλλο του μισό, και
β) στην αίσθηση πως ο κόσμος δεν είναι ακόμη έτοιμος να δεχτεί
έναν έρωτα τέτοιας έντασης και αγνότητας, ο ποιητής μιλά στην εσώτατη
προσδοκία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να βρει το ιδανικό του ταίρι για να
ζήσει έναν έρωτα ανέλπιστα μοναδικό, έναν έρωτα πρωτόφαντο.
Ο τίτλος Μονόγραμμα είναι ένα γράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων
γραμμάτων, συνήθως τα αρχικά ονόματος, για τη δημιουργία μιας σφραγίδας.
Μπορούμε οπότε να σκεφτούμε το μονόγραμμα ως τα αρχικά του ονόματος της
αγαπημένης του ποιητή ή το
συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων από τα ονόματά τους, σε μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας, φέρνοντας του δύο αγαπημένους
για πάντα μαζί.
Η υπόθεση του ποιήματος Ο Ελύτης δημιουργεί εδώ μια σύγχρονη ερωτική τραγωδία, με ελλειπτική όμως αποτύπωση του μύθου, ώστε ο κάθε αναγνώστης να
μπορεί να βρει τις δικές του προεκτάσεις και να ταυτιστεί με ποικίλους
τρόπους με το ερωτευμένο ζευγάρι.
Τα βασικά σημεία, πάντως, είναι πως οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν
μια σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους από τους άλλους ανθρώπους, σε
σημείο που η κοπέλα, μη αντέχοντας προφανώς την κατακραυγή, αυτοκτονεί.
Ο τρόπος που πεθαίνει η κοπέλα υπονοείται στο ποίημα με τη διακειμενική
αναφορά στην Οφηλία, ενισχύοντας έτσι τη σύνδεση του ποιήματος με τις
ερωτικές τραγωδίες, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι καλείται ν’
αντιμετωπίσει τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειας και του γενικότερου
κοινωνικού περιβάλλοντος.
Ο ποιητής αφήνει ασαφή τα περισσότερα στοιχεία του μύθου, όπως για
παράδειγμα το λόγο για τον οποίο ο έρωτάς τους δε γίνεται αποδεκτός,
ώστε
το ποίημα να είναι ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις.
Εκείνο, άλλωστε, που κυρίως ενδιαφέρει τον ποιητή είναι η απόδοση της
αγάπης, είναι ο θρήνος για την ιδανική αγάπη, για το μοναδικό αυτό έρωτα
που όμοιός του δεν έχει βιωθεί ποτέ πριν.
Ό,τι επομένως προσδίδει στο ποίημα την απαιτούμενη τραγική διάσταση και
φέρνει την εξιδανίκευση του ερωτικού συναισθήματος, είναι ο χαμός της
αγαπημένης. Με το ποιητικό υποκείμενο να περνά στο θρήνο του από την
άρνηση, όπου εμφανίζεται να βιώνει ως ευλογημένο παρόν τη συνύπαρξη με την
αγαπημένη, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση της μεγάλης απώλειας.
Ο πρόωρος θάνατος της αγαπημένης, λοιπόν, τερματίζει τον έρωτα
αυτό που ξεπερνά τ’ ανθρώπινα μέτρα, προσδίδοντάς του όμως συνάμα τον
αναγκαίο εξαγνισμό και διασώζοντάς τον από την αναπόφευκτη φθορά του
χρόνου.
Το ποίημα, αν και είναι επί της ουσίας ένας θρηνητικός μονόλογος,
κερδίζει σε δραματικότητα, καθώς ο ποιητής απευθύνει όλα του τα λόγια
προς την αγαπημένη γυναίκα. Έτσι με τη χρήση του β΄ προσώπου, αλλά και με τη φράση
«μ’ ακούς» που λειτουργεί ως επωδός, το ποίημα λαμβάνει το
χαρακτήρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, έστω κι αν δεν υπάρχει πια η
δυνατότητα να λάβει απόκριση.
Θα πενθώ πάντα -μ’ ακούς; -για σένα, μόνος, στον Παράδεισο
Ο ποιητής στην πρώτη αποστροφή του προς την αγαπημένη γυναίκα τη
διαβεβαιώνει πως το πένθος του για εκείνη θα είναι παντοτινό. Μόνος του
στον Παράδεισο θα πενθεί πάντα για εκείνη.
Δεν υπάρχει πια για το ποιητικό υποκείμενο κανένα μέρος -ούτε καν ο
παράδεισος- που να μπορεί να του προσφέρει ευτυχία ανάλογη μ’ αυτή που
έζησε μαζί της.
............ η συνέχεια εδώ: latistor
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
GREECE — FISKARDOS — PALETTE KNIFE Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov
VI Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου! Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί Πριν από την αγάπη και μαζί Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!
The Monogram
I have seen many and the land inside my mind seems more beautiful More beautiful in the golden steams The sharp stone,more beautiful The depths of the isthmus and our roofs inside the waves More beautiful the beams where without stepping you pass by But unbeaten the godness of Samothrakis over the mountains of the sea
Like this I have looked at you and it's enough for me All the time to have been acquited In the small water course that your passing leaves behind Following like an inexperienced dolphin
And my soul to play with the white and the cyan!
Victory,victory that I've been beaten Before love and with For the time and the giul-birshimi Go,go and let me be lost
Alone and let the sun be that you keep a child new born Alone,and let me be the country that mourns Let it be the reason that I sent it to keep you a bay leaf Alone,the air strong and alone the entirely round Pebble in the blinking of the dark bottom The fisherman that lifted and threw back in the times the Heaven!
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους Από τι να’ ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να’ ρθω Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου Βυθού, μέσα στό σπίτι με το σκρίνιο το παλιό Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο Για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
Ανάλυση
V Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Στην 5η ενότητα του ποιήματος, κι αφού έχει προηγηθεί ο δραματικός θρήνος για την απώλεια της αγαπημένης, ο ποιητής περνά στην εξύμνηση του σωματικού και ψυχικού κάλλους της κοπέλας. Η αγαπημένη του υπήρξε για εκείνον πάντοτε ένα υπέροχο αίνιγμα, καθώς συνδύαζε τόσο μυστηριώδεις αρετές, που είχαν κατορθώσει να εγκλωβίσουν την κάποτε ανυπόταχτη καρδιά του.
Για σένα, λέει ο ποιητής, για το δικό σου μυστήριο, έχω μιλήσει σε παλιούς καιρούς, σα να σε προσδοκούσα χρόνια προτού έρθεις, με σοφές παραμάνες αλλά και με άντρες που έχουν αποσυρθεί από τη μάχη, έχω μιλήσει με γυναίκες που έχουν μεγαλώσει πολλά παιδιά και γνωρίζουν τα κρυφά της ανθρώπινης φύσης κι έχω μιλήσει με άντρες που έχουν γυρίσει απ’ τους κινδύνους του πολέμου.
Κι έχω ρωτήσει από που μπορεί να πηγάζει η θλίψη του αγριμιού στο βλέμμα σου, τι μπορεί να είναι αυτό που σε κάνει να φαίνεσαι τόσο θλιμμένη, σαν μοναχικό αγρίμι που δεν έχει μάθει τη χαρά της συντροφιάς και πώς γίνεται στο πρόσωπό σου να καθρεφτίζεται το τρεμάμενο νερό, πώς γίνεται να μοιάζεις τόσο άπιαστη σα να βρίσκεσαι σε μια διαρκή κίνηση, σε μια διαρκή αναζήτηση νέων τόπων. Κι εγώ, πώς είναι γραφτό να έρθω κοντά σου, εγώ που δεν αναζητώ την αγάπη και που το μόνο που θέλω είναι η ελευθερία του ανέμου, τον καλπασμό της ανοιχτής θάλασσας που δεν τη δεσμεύει τίποτα. Πώς γίνεται οι δυο ψυχές μας, που δεν πόθησαν ποτέ τη συνύπαρξη, ν’ αναζητήσουν η μία την άλλη;
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Παρά τις ερωτήσεις του ποιητή, παρά την αναζήτησή του για μιαν απάντηση, κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε για την αγαπημένη του, κανείς δεν την γνώριζε, κανείς δεν είχε δει κάτι ανάλογο, ούτε το δίκταμο (φυτό που ευδοκιμεί στο όρος Δίκτη της Κρήτης) ούτε το μανιτάρι στα μέρη τα ψηλά της Κρήτης. Για να βρεθεί ο ποιητής κοντά στην αγαπημένη του, μόνο ο ίδιος ο Θεός δέχτηκε να τον καθοδηγήσει, μόνο εκείνος κατόρθωσε να ενώσει τις ζωές τους.
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Ο Θεός καθοδήγησε το χέρι του ποιητή σ’ όλο το γύρο του προσώπου της, στα μαλλιά, στους κόλπους του κορμιού της, πιο εδώ, πιο εκεί, παντού προσεχτικά, για να μην τρομάξει εκείνη, για να μην διαφύγει αναζητώντας εκ νέου την ελευθερία της. Το σώμα της σαν πεύκο που έχει μάθει να ζει μόνο του, κυμάτιζε στο λόφο, και στα μάτια της η περηφάνια της αδάμαστης ψυχής, μια ψυχής διάφανης, που δεν έχει μυστικά, που δεν έχει τίποτε να κρύψει. Μια γυναίκα ελεύθερη, που δεν μπορούσε να ....
V For you I have talked in old times With wise nurses and insurgents veterans From what is it that you have the sorrow of the venison The reflection on the forehead of the shaking water And why,it says,to care to come close to you That I don't want love.but I want the wind But I want the galloping of the open standing sea
And no one had heard about you For you neither the dittany nor the mushroom None inn the high places of Crete Only for you God accepted to guide my hand
Here,there,everything carefully in the circle of the coast of the face,the bays,the hair In the hill waving left
Your body in the position of the lonely pine Eyes of the pride and of the transparent Sea bottom,in the home with the old china cabinet The yellow laces and the cypress wood Alone waiting to be first seen
High in the roof or back in the flat stones of the yard With the Saint's horse and the egg of Easter
Like from a destroyed wall painting As old as the young life wanted you To fit in the candle the huge volcanic glow That no one has seen and heard Nothing in the solitude and the abandoned houses Neither the buried ancestor side by side in the yard wall For you neither the old woman with all her herbs For you,only I,maybe and the music That I chase of but she comes back stronger For you the unshaped breast of the twelve years The turned in the future with a red crate For you like a pin the bitter smell That finds in the body and drills the will And there's the soil,there's the pigeons,there's our ancient land