Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) I / Μιά στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός / Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα πενθώ πάντα — μ' ακούς; — για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μιά στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Andre Kohn - The Kiss
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
“Saint Marks Square in October”

I will always mourn — do you hear me? — for you,
alone, in heaven

The Fate will turn away the furrows of
The palm, like the keeper of the keys
Sometime the Time will consent

How else, since people are loved


The sky will represent our entrails
And the innocence will hit the world
With the scythe of the black death


Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης — Περιμένοντας τὸ βράδυ

Beautiful women crying near candle light at night picture
Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Αναγνωστάκης Μανώλης - Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Vakhtang Tato Akhalkatsishvili - Childhood memories frozen in time.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων

Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια* της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Γιάννης Ρίτσος
Ο Ποιητής της 'Εντασης και ο Ποιητής Ποταμός

Θα αρχίσω με μιαν ομολογία πίστης, που όμως δεν εκπηγάζει από άκριτο θαυμασμό, μα από τη χρόνια τριβή μου με τα κείμενα και τα πρόσωπα (τα δεύτερα όπως αποτυπώνονται στα πρώτα):
Ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Ρίτσος είναι οι δύο σπουδαιότεροι σύγχρονοι ποιητές μας. Θέλω να πω οι δυο σπουδαιότεροι ποιητές μας, απ’ αυτούς που γεννήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα.

Τον Σεφέρη, μ’ όλες τις ενστάσεις μας, οφείλουμε να τον τιμούμε: ήταν αυτός, που με τον στιβαρότερο τρόπο, ανταποκρίθηκε στα αισθητικά κελεύσματα του καιρού του. Εισήγαγε τη λογοτεχνία μας, πρώτος αυτός και με τον εγκυρότερο τρόπο, στην ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Με τον Σεφέρη, πιο επίσημα απ’ ό,τι με τον Καβάφη, η Ελλάδα λογοτεχνικά παύει να είναι «επαρχία των Παρισίων». Χαμογελούσα ευφρόσυνα -θυμάμαι- σαν έβλεπα να μνημονεύει κριτικές του απόψεις μια Yourcenar. 
Ωστόσο ας μην κρυβόμαστε: ο Σεφέρης δεν διαθέτει το πηγαίο ταλέντο του Ελύτη και του Ρίτσου.
Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο ποιητές πιο διαφορετικούς απ’ τον Ελύτη και τον Ρίτσο. 
Είναι ευλογία για τα γράμματα μας αυτά τα ετερόκλητα δίδυμα: Σολωμός - Κάλβος, Σικελιανός - Καβάφης και τέλος, Ελύτης- Ρίτσος.
Ποιητής-ποταμός ο Ρίτσος, ποιητής της έντασης ο Ελύτης. 
Μουσικός ο Ρίτσος
εικαστικός κι ενορατικός ο Ελύτης
Συνεπαρμένος από ένα ιδεώδες ύψους - με την έννοια που έδωσε σ’ αυτόν τον όρο ο Λογγίνος, ο Ελύτης («τα βουνά τα χιονόδοξα»), 
στραμμένος μόνιμα στα βάθη ο Ρίτσος
Ιδιοφυής ο Ελύτης
χαρισματικός «είπερ τις άλλος» ο Ρίτσος
Ποιητής του θέρους ο Ελύτης
του φθινοπώρου ο Ρίτσος
Στοιχειωμένος απ’ τον νόστο και τη μνήμη ο Ρίτσος
ριζωμένος σε ένα παρόν που εμπεριέχει «κάθε παρελθόν και κάθε μέλλον» ο Ελύτης
Πολιτικός και δοσμένος στους κοινωνικούς αγώνες ο Ρίτσος
ιδιότυπος αναχωρητής, στην προσωπική του Θηβαΐδα, ο Ελύτης
Πολεμιστής του αλβανικού μετώπου ο Ελύτης, όπου κινδύνεψε να πεθάνει, 
αγωνιστής της εξορίας ο Ρίτσος.
Συχνά σκέφτομαι πόσο καθορίζει τον άνθρωπο και το έργο του η βαθύτερη συγκρότηση του οργανισμού του, η βιολογική του αλήθεια. Πόσα λ.χ. οφείλει το έργο του Ελύτη στα σκιρτήματα ενός υγιεινού σώματος αλλά και στη νευροπάθεια και πόσα χρωστά εκείνη η εξαΰλωση, που διακρίνεις στα κείμενά του Ρίτσου, στα σανατόρια και τη φυματίωση.
Αν δεν είναι οργή είναι θλίψη να βλέπεις να χαρακτηρίζεται σήμερα ο Ελύτης «ακροδεξιός» κι ο Ρίτσος «δειλός κομμουνιστής». 
Χρειάζεται κάποια έκτακτη διανοητική ικανότητα για να καταλάβει κανείς πως ο Ελύτης ήταν πρόδρομος της γενιάς του λουλουδιών ( «βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών», έγραφε στο Άξιον Εστί); Ή μήπως χρειάζεται ιδιαίτερη μεγαλοψυχία για να νιώσεις πόση γενναιότητα απαιτείται να δηλώνεις αριστερός την εποχή του Μεταξά και του Παπάγου;
Θα ήθελα να σταθώ λίγο στη μέθοδό τους, για να καταδείξω τη διαφορά της τέχνης τους. 
Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος η γυναίκα με τα μαύρα εξομολογείται πως στις καταβυθίσεις της στους βυθούς ανακαλύπτει «εκεί, στο βάθος του πνιγμού, / κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, / απρόοπτες συναντήσεις, και χθεσινά και σημερινά και μελλούμενα». 
Είναι φανερό πως ο Ρίτσος ανανεώνει εδώ την αλχημεία των παλαιών συμβολιστών: τα κοράλλια, τα μαργαριτάρια κι οι θησαυροί των ναυαγισμένων πλοίων συμβολίζουν τον εσωτερικό πλούτο, τα μυστηριώδη βάθη της ψυχής. 
Παρόμοια, λ.χ., ο Καβάφης, όταν γράφει, στην «Ιθάκη» του «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους», εννοεί τα πολύτιμα βιώματα, τα τιμαλφή της ζωής. Σ’ αυτή τη μέθοδο το σύμβολο καταβροχθίζει το υλικό του αποτύπωμα. Η ιδέα απομυζά το απτό αντικείμενο πάνω στο οποίο προσκολλάται: τα κοράλλια, τα μαργαριτάρια, τα σεντέφια ή τον έβενο.

Στη «Μαρίνα των Βράχων» υπάρχει μια παρόμοια εικόνα βυθού. Εκεί η ηρωίδα παρουσιάζεται ν’ ανεβαίνει «ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών / όπου σελάγιζε ο δικός [της] αστερίας.» 
Εδώ ο βυθός κι ο αστερίας εκφράζουν μεν τον εσωτερικό κόσμο της κοπέλας, αλλά ταυτόχρονα είναι υπαρκτοί: είναι ο αληθινός βυθός της θάλασσας κι ένας αληθινός αστερίας. 
Στον Ελύτη το πράγμα κι η ιδέα συνυπάρχουν: η ιδέα γίνεται πράγμα και τούμπαλιν. Επιτυγχάνεται η ταύτιση του μέσα και του έξω, της υλικής και της ιδεατής πραγματικότητας. 
Ο Ελύτης προχωρά ένα βήμα πιο πέρα από τους συμβολιστές: αποκαθιστά τα πράγματα, δίχως όμως να τους αφαιρεί το ψυχικό τους βάθος.

Ο Ελύτης ανήκει σ’ εκείνη τη δράκα των λιγοστών καλλιτεχνών που ευθυγράμμισαν την νεοελληνική τέχνη με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Μιλώ για καλλιτέχνες σαν τον Μόραλη και τον Γκίκα, τον Σκαλκώτα και τον Πικιώνη. Ιδίως οι Έξι και μια τύψεις συγκαταλέγονται στα πιο προωθημένα εκφραστικά ποιήματα του εικοστού αιώνα.
Ο Ρίτσος είναι πιο μετριοπαθής: κινείται σ’ ένα κλίμα μετασυμβολικό. Ίσως όμως για αυτό τα καλύτερα έργα του συγκινούν πιο άμεσα.

~ του ποιητή, Γιώργου Βαρθαλίτη

Jacques Prévert — Τα νεκρά φύλλα — Les feuilles mortes

Zaozersky Vitali. Autumn thaw
Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…

Φθινόπωρο – John William Godward (1900)
Les feuilles mortes
Jacques Prévert

Oh, je voudrais tant que tu te souviennes,
Des jours heureux quand nous étions amis,
Dans ce temps là, la vie était plus belle,
Et le soleil plus brûlant qu'aujourd'hui.

Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Tu vois je n'ai pas oublié.
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Les souvenirs et les regrets aussi,

Et le vent du nord les emporte,
Dans la nuit froide de l'oubli.
Tu vois, je n'ai pas oublié,
La chanson que tu me chantais.

C'est une chanson, qui nous ressemble,
Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.
Nous vivions, tous les deux ensemble,
Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.

Et la vie sépare ceux qui s'aiment,
Tout doucement, sans faire de bruit.
Et la mer efface sur le sable,
Les pas des amants désunis.

Nous vivions, tous les deux ensemble,
Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.
Et la vie sépare ceux qui s'aiment,
Tout doucement, sans faire de bruit.

Et la mer efface sur le sable
Les pas des amants désunis...