Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Alexander Pushkin — Αγκάθι

The Rose Among the Thorns. It is because of His blood...

Η ψυχή μου είναι τριαντάφυλλο
κι είμαι πάνω της αγκάθι...
Μην το πείτε και τ` ακούσουνε
η καλή μου μην το μάθει...


Θε ναρθεί γλυκιά κι υπέροχη
την αυγούλα κάποιου Απρίλη
με χαμόγελο στα μάτια της,
μ` ομορφιά πάνω στα χείλη.

Θαμπωμένη από την κόκκινη
καταματωμένη μου όψη
με τ` αργό της το βημάτισμα,
θα σιμώσει να με κόψει.

Μα το κάτασπρο χεράκι της
που αγαπώ και τρέμω τόσο
θα χαρώ -χαρά περήφανη-
με κακία να τ` αγκυλώσω.

Και μια στάλα απ` το αίμα πέφτοντας
πέταλά μου ματωμένα
θα χαθεί μέσα στο χρώμα σας
θα γενεί μαζί σας ένα...
.
Το ποίημα αρχίζει με μία δήλωση δύο στίχων που συνοψίζει όλο το νόημα του ποιήματος και εμπεριέχει όλη την έμπνευση που πυροδότησε την ιστορία που ακολουθεί:
«Η ψυχή μου είναι τριαντάφυλλο
κι είμαι πάνω της αγκάθι...»
Ποιος μιλάει; Το αγκάθι.
Η ψυχή είναι ένα τριαντάφυλλο, αλλά ο ερωτικός πόθος είναι ένα αγκάθι που τη χρησιμοποιεί σαν δόλωμα για να προσελκύσει το «αντικείμενο του πόθου» του και, κρυμμένο μέσα στο ελκυστικό ρόδο, να καταφέρει το πλήγμα που επιθυμεί.
Για να πετύχει το στόχο του δεν πρέπει να αποκαλυφθεί:
«Μην το πείτε και τ` ακούσουνε
η καλή μου μην το μάθει...».
Η παράκληση αυτή, φαινομενικά τόσο αθώα, στην πραγματικότητα κάνει τον αναγνώστη συνένοχο του μυστικού και της παγίδας που στήνει το πονηρό αγκάθι στην «καλή» του.
Αφού λοιπόν έχει στηθεί το (θεωρητικό) πλαίσιο του ποιήματος, αρχίζει η εξιστόρηση της ιστορίας που θα κάνει κατανοητό το πλαίσιο αυτό:

Θε ναρθεί γλυκιά κι υπέροχη
την αυγούλα κάποιου Απρίλη
με χαμόγελο στα μάτια της,
μ' ομορφιά πάνω στα χείλη.

Εμφανίζεται η «εκλεκτή» του πόθου σαν ζωγραφιά.

Δεν πρόκειται για μια πραγματική εικόνα, μια αναπόληση, αλλά για μια φαντασίωση, μια ιστορία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο αόριστο μέλλον, «την αυγούλα κάποιου Απρίλη», όταν δηλαδή θα έρθει το πλήρωμα του ερωτικού χρόνου.
Τα χαρακτηριστικά της μορφής αυτής είναι δύο: το χαμόγελο στα μάτια της, που δείχνει ότι έχει γοητευθεί από το τριαντάφυλλο, που με τη θέα του την τραβάει προς το μέρος του, και η ομορφιά πάνω στα χείλη της, που δηλώνει την ερωτική επιθυμία του ποιητή.

Θαμπωμένη από την κόκκινη
καταματωμένη μου όψη
με τ` αργό της το βημάτισμα,
θα σιμώσει να με κόψει.

Στη στροφή αυτή κυριαρχεί η έλξη που ασκεί η ψυχή του ποιητή στην «καλή του», η οποία όλο και πλησιάζει για να κόψει το τριαντάφυλλο, νομίζοντας ότι θα το οικειοποιηθεί, με το αργό της βημάτισμα να επιμηκύνει το χρόνο της αναμονής, ενώ κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα χωρίς να υπάρχει η λέξη.
Θα μπορούσε αν κινηματογραφούσε κανείς το ποίημα να αποδώσει τη σκηνή αυτή με αργή κίνηση.

Μα το κάτασπρο χεράκι της
που αγαπώ και τρέμω τόσο
θα χαρώ -χαρά περήφανη-
με κακία να τ` αγκυλώσω.

Στη στροφή αυτή έχει πλησιάσει πια τόσο πολύ, ώστε μέσα στο πλάνο φαίνεται μόνο το κάτασπρο χεράκι της (με φόντο το καταματωμένο κόκκινο του τριαντάφυλλου που πάει να κόψει), ενώ εμείς ακούμε τρομερά καθαρά τη φωνή του αγκαθιού που εκείνη αγνοεί, σχεδόν δίπλα στο αυτί μας να μας εξομολογείται με πυρετώδη ειλικρίνεια την κορύφωση του πάθους του, την επιθετικότητα της κατάκτησης που ονομάζει «κακία».

Και μια στάλα απ` το αίμα πέφτοντας
πέταλά μου ματωμένα
θα χαθεί μέσα στο χρώμα σας
θα γενεί μαζί σας ένα...

Σε αυτό το φαινομενικά απλό ρομαντικό ποίημα, θα μπορούσε κανείς να εφαρμόσει τόσο μια φροϋδική, όσο και μια χριστιανική ανάλυση.
Στη φροϋδική ανάλυση το αγκάθι είναι ένα τόσο φανερά φαλλικό σύμβολο, που κυριαρχεί στην εφηβική φαντασίωση, καθώς ο ακόμα άπειρος νέος συνειδητοποιεί τη φυσιολογία και τη λειτουργία του πόθου και ονειρεύεται την πραγματοποίησή του.
Στη χριστιανική ανάλυση η ψυχή είναι ματωμένη γιατί ζει το Γολγοθά της που την εξαγνίζει και της δίνει την ευγενική ομορφιά της, την οποία όμως το πονηρό αγκάθι του πάθους χρησιμοποιεί σαν δόλωμα, για να παγιδέψει την άλλη ψυχή, που ούτε κι αυτή είναι τόσο αθώα αφού έχει κι αυτή το δικό της πόθο να κόψει το τριαντάφυλλο, για να ενωθούν τελικά τα δύο καταματωμένα κόκκινα σε ένα, ο πόθος να συναντήσει τον πόνο σε μία ουσιαστική επικοινωνία αγάπης.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ἀπροσάρμοστοι

Frederick Fenetty Oil Painting Still Life Violets
Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲς
ποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλία
μονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲς
καὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία.

Νὰ πάλλεται βαθιὰ ἡ καρδιά, ποὺ ἄξια εἴτανε γιὰ τὰ καλά,
κι ὅμως νὰ ζοῦμε πάντοτε στὴ σκοτισμένη ἀφάνεια·
οἱ ταπεινοὶ πατώντας μας νὰ δείχνουν μέτωπο ψηλὰ
καὶ τὰ δικά μας ἄπρεπα νὰ φέρουνε στεφάνια.

Τὸ πρόσωπό μας νὰ φορεῖ φρίκης γκριμάτσα τραγική,
φιλάρεσκα ν᾿ ἀφήνουμε νὰ λὲν πὼς μᾶς πηγαίνει
νὰ βλέπουμε νὰ φεύγει ἡ ζωὴ μακριά μας ξένη, βιαστικὴ
καὶ νὰ περνᾶμε, ἀθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Τὸ κάθε τί, καὶ πιὸ πολὺ τ᾿ ὄνειρο, νὰ μᾶς τυραγνᾷ
τὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν στὰ μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι νὰ δείχνουμε κι ὅμως τὰ χέρια μας τ᾿ ἁγνὰ
νὰ κράτησαν καὶ νὰ κρατοῦν ἀκόμα μενεξέδες.

Νὰ λαχταροῦμε σὰν παιδάκια εὐαίσθητα κι ἀσθενικὰ
-δικαίωση καὶ παρηγοριὰ τῆς ζωῆς μας- τὴν ἀγάπη
κι ἂν κάποτε τὴ βρήκαμε νὰ μᾶς προσμένει μυστικὰ
ὅμως τὸ χέρι ν᾿ ἁπλωθεῖ ζητώντας την ἐντράπη.

Τὰ μέτρια ν᾿ ἀποφεύγουμε μ᾿ ἀδιάλλαχτην ἀποστροφή,
(ἀμετανόητοι κυνηγοὶ τοῦ Ὡραίου καὶ τοῦ Ἀπολύτου)
νἆναι μας ἔπαθλο ἡ πληγή, τί μάταιο γνώση μας σοφὴ
- ἡ χρυσὴ σμίλη δημιουργοῦ, κασμᾶς τοῦ καταλύτου.

Νὰ ξεκινᾶμε τὶς αὐγὲς καὶ πάνω μας μαῦροι οἰωνοὶ
οἱ ἀμφιβολίες νὰ μᾶς κρατοῦν στὴν ἴδια πάλι θέση
κ᾿ ἐμεῖς μ᾿ ἀηδία νὰ φτύνουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ θρηνεῖ
καὶ νὰ φορᾶμε κόκκινο τῆς ἀνταρσίας τὸ φέσι.


Τότε νὰ ὀνειρευόμαστε μίαν ἀλλαγὴ κ᾿ εὐθὺς ξανὰ
νὰ σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σὲ ἱερὴ λατρεία τοῦ πόνου,
τὶς ἧττες ν᾿ ἀνεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινὰ
κι ἀξιοπρεπῶς νὰ παίρνουμε τὸ λάχτισμα καὶ τοῦ ὄνου.

Καχύποπτοι καὶ μίζεροι μέσα στὰ φρούρια τῆς σιωπῆς
νὰ κλειδωνόμαστε ἄβουλοι, νὰ κάνουμ᾿ ἔτσι χάζι
τὸν κόσμον ἐξετάζοντας πίσω ἀπ᾿ τὸν κύκλο μιᾶς ὀπῆς
καί, θαρραλέοι, σκιὰ μικροῦ πουλιοῦ νὰ μᾶς τρομάζει.

Δειλοὶ καὶ στὴν ἀγάπη μας μὰ καὶ στὸ μῖσος πιὸ δειλοὶ
κι ἀνίσχυροι κι ἀσάλευτοι νὰ ζοῦμε ἀνάμεσά τους,
νὰ μᾶς πληγώνουν καὶ τὰ δυὸ καὶ νὰ μετρᾶμε σιωπηλοὶ
στὰ παγωμένα δάχτυλα τοὺς ἴδιους μας θανάτους.

Ἐχθροὺς νὰ ὑποψιαζόμαστε παντοῦ κ᾿ οἱ ὁλόφωτοι οὐρανοὶ
νὰ ἰσκιώνονται ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο μας καί, φεύγοντας κινδύνους,
νὰ ζοῦμε μόνοι πλέκοντας γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δημίου σκοινὶ
καὶ νὰ κρεμᾶμε ἐμεῖς ἐμᾶς ἀθῴους ἀντὶ γιὰ κείνους.

Τρακτέρ, Ποιήματα 1930-1960

Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Το Βάθος του Κόσμου
Τα υπάρχοντά μου, είν΄όλος ο κόσμος...

man pulling moon by hand inspirational oil paintings collection
Τα υπάρχοντά μου, είν' όλος ο κόσμος,
τα μαζεύω σ΄αυτό το βιβλίο,
καθώς ο τσοπάνος τ΄αρνιά του,
μόλις πέφτει το σούρουπο στο λιβάδι
Όχι πως βράδιασε,
αλλά είναι θείες οι μέρες μας, οι ώρες τους,
θεία τα λεπτά, οι στιγμές τους.
Κι εγώ δε θυμάμαι καλά.
όμως έχω - δεν ξέρω- την εντύπωση πάντοτε,
πως κάποιος μου ζήτησε να ομορφύνω τον κόσμο


Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Το βάθος της σταγόνας

Οι αριθμοί μου εξαντλήθηκαν μετρώντας το βάθος
της σταγόνας που στάλαξε πάνω απ’ το φύλλο
του δέντρου στο χέρι μου. Ξανάρχισα πάλι
και πάλι εξαντλήθηκαν.
Κύριε,
Πού τελειώνει το φως;
Πού τελειώνει η αγάπη;
Πού τελειώνουν τα χρώματα;

Νικηφόρος Βρεττάκος, από τη συλλογή 

«Το βάθος του κόσμου» (1961)

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Μεταρσίωση*

Sunset Reflections on the Sea
Τὸ πνεῦμα μου, σὰν οὐρανός, σὰν ὠκεανός, σὰν θάλασσα,
λύνεται ἀπόψε στὸ ἄπειρο χωρὶς νὰ βρίσκει ἀναπαμό.
Τὶς ζῶνες γύρω του ἔσπασε καὶ ἀνατινάζεται θερμὸ
τὸ πνεῦμα μου σὰν οὐρανός, σὰν ὠκεανός, σὰν θάλασσα.

Σὰν γαλαξίας ἀπέραντος τὸ σύμπαν σέρνω στὸ χορό.

Ἥλιο τὸν ἥλιο γκρέμισα, θόλο τὸ θόλο χάλασα,
κι εἶμαι σὰν μίαν ἀπέραντη, πλατιὰ γαλάζια θάλασσα,
ποὺ οἱ στενοὶ πάνω μου οὐρανοὶ δὲ μοῦ σκεπάζουν τὸ νερό
.

Από τη συλλογή "Η εκλογή μου: Ποιήματα 1933-1991"

* Μεταρσίωση είναι η ανύψωση (μεταφορικά), η πνευματική εξύψωση 

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Ὁ μικρὸς Ναυτίλος

Monika Luniak, BOY WITH KITE
Ὅτι μπόρεσα ν΄ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ΄ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια.
Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια.
Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
Μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.