Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Φύγε! Ἐσὲ σοῦ πρέπει στέρεα γῆ. Ἦρθες νὰ μὲ δεῖς κι ὅμως δὲ μ᾿ εἶδες ἔχω ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα πνιγεῖ
χίλια μίλια πέρ᾿ ἀπ᾿ τὶς Ἐβρίδες.
Καθώς ο ναύτης οδηγεί το πλοίο του μέσα στην ομίχλη, παρουσιάζεται
μπροστά του μια οπτασία, με την οποία αρχίζει έναν νοερό διάλογο.
Στη συνεχεία περιγράφει την κοπέλα και τη ζωή μέσα στο πλοίο.
Το Πούσι, δε μας διηγείται συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά στιγμιότυπα
από τη ζωή του στα καράβια, ταυτόχρονα με τις προσωπικές του σκέψεις, οι
οποίες συμβολίζονται από τα ναυτικά ιδιώματα.
Με την προσεκτική επιλογή των λέξεων, μας υποβάλλει την ψυχική του
διάθεση.
Οι σκηνές που περιγράφει στο ΠΟΥΣΙ είναι σκοτεινές, νοσταλγικές,
μονότονες, όπως και τα συναισθήματά του.
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλων, συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν. Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη βήματα και χειρονομίες∙ δε θα τολμούσα να πω φιλήματα∙ και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί; Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα: καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων ή των θεών∙ η μοίρα μου που κυματίζει ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα και μιαν άλλη Σαλαμίνα μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι. Το φεγγάρι βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙ σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει. Που είν’ η αλήθεια; Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙ το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.
Αηδόνι ποιητάρη, σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο, κι ανάμεσό τους –ποιος θα το ‘λεγε;– η Ελένη! Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο. Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου∙ την άγγιξα μου μίλησε: «Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε. «Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».
Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό το ανάστημα ίσκιοι και χαμόγελα παντού στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα∙ ζωντανό δέρμα, και τα μάτια με τα μεγάλα βλέφαρα, ήταν εκεί στην όχθη ενός Δέλτα. Και στην Τροία; Τίποτε στην Τροία – ένα είδωλο. Έτσι το θέλαν οι θεοί. Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο∙ κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.
Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα. Τόσα κορμιά ριγμένα στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙ τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι. Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη. Κι ο αδερφός μου; Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι, τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Δακρυσμένο πουλί, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα, άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι, αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι, αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι δε θα ξαναπιάσουν τον παλιό δόλο των θεών∙ αν είναι αλήθεια πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια, ή κάποιος άλλος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια, δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε πως τόσος πόνος τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Ανάλυση
Το ποίημα Ελένη που ακολουθεί ανήκει στη συλλογή «Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν...» (1955), γράφτηκε όμως, κατά δήλωση του ποιητή, το 1953, όταν ο Σεφέρης ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Κύπρο. Ξαναπήγε το 1954 και το 1955. Το 1955 θ’ αρχίσει ο Κυπριακός αγώνας κατά της αγγλικής κατοχής. Ο Σεφέρης από τις θέσεις του στο διπλωματικό σώμα θα παρακολουθήσει από πολύ κοντά τις φάσεις του κυπριακού δράματος.
Για να κατανοήσουμε το ποίημα, πρέπει να έχουμε υπόψη μας πρώτα πρώτα δύο αρχαίους μύθους, που αποτελούν τον πυρήνα του:
α) Ο μύθος του Τεύκρου: Ο Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και αδελφός του Αίαντα, έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, όπου διακρίθηκε ως τοξότης. Όταν επέστρεψε στη Σαλαμίνα, ο πατέρας του δεν τον δέχτηκε, γιατί έκρινε ότι δε συμπαραστάθηκε αρκετά στον αδελφό του Αίαντα, που αυτοκτόνησε, επειδή οι Αχαιοί δεν έδωσαν σ’ αυτόν ως αριστείο τα όπλα του Αχιλλέα. Ο Τεύκρος τότε, υπακούοντας σε χρησμό του Απόλλωνα, έφυγε στην Κύπρο, όπου και ίδρυσε πόλη και της έδωσε το όνομα Σαλαμίνα (κοντά στη σημερινή Αμμόχωστο) ως ανάμνηση της πατρίδας του. β) Ο μύθος της Ελένης: Σύμφωνα με μια εκδοχή αυτού του μύθου η Αφροδίτη δεν έδωσε στον Πάρη την πραγματική Ελένη, αλλά ένα ομοίωμά της. Την Ελένη τη μετέφερε ο Ερμής, με εντολή της Ήρας, στην Αίγυπτο, στο παλάτι του βασιλιά Πρωτέα, όπου τη συνάντησε ο Μενέλαος επιστρέφοντας από την Τροία. Την εκδοχή αυτή του μύθου διαπραγματεύεται ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ελένη. Στην τραγωδία συναντάει την Ελένη στην Αίγυπτο και ο Τεύκρος, που περνάει από κει ταξιδεύοντας για την Κύπρο.
Teucer: . . . in sea-girt Cyprus, where it was decreed
by Apollow that I should live, giving the city the name of Salamis in memory of my island home. . . . . . . . . . . Helen: I never went to Troy; it was a phantom. . . . . . . . . . . Servant: What? You mean it was only for a cloud that we struggled so much?
Euripides, Helen
‘The nightingales won't let you sleep in Platres.'
Shy nightingale, in the breathing of the leaves, you who bestow the forest's musical coolness on the sundered bodies, on the souls of those who know they will not return. Blind voice, you who grope in the darkness of memory for footsteps and gestures — I wouldn't dare say kisses — and the bitter raving of the frenzied slave-woman.
‘The nightingales won't let you sleep in Platres.'
Platres: where is Platres? And this island: who knows it? I've lived my life hearing names I've never heard before: new countries, new idiocies of men or of the gods; my fate, which wavers between the last sword of some Ajax and another Salamis, brought me here, to this shore. The moon rose from the sea like Aphrodite, covered the Archer's stars, now moves to find the heart of Scorpio, and alters everything. Truth, where's the truth? I too was an archer in the war; my fate: that of a man who missed his target.
Lyric nightingale, on a night like this, by the shore of Proteus, the Spartan slave-girls heard you and began their lament, and among them — who would have believed it? — Helen! She whom we hunted so many years by the banks of the Scamander. She was there, at the desert's lip; I touched her; she spoke to me: ‘It isn't true, it isn't true,' she cried. ‘I didn't board the blue bowed ship. I never went to valiant Troy.'
Breasts girded high, the sun in her hair, and that stature shadows and smiles everywhere, on shoulders, thighs and knees; the skin alive, and her eyes with the large eyelids, she was there, on the banks of a Delta. And at Troy? At Troy, nothing: just a phantom image. That's how the gods wanted it. And Paris, Paris lay with a shadow as though it were a solid being; and for ten whole years we slaughtered ourselves for Helen.
Great suffering had desolated Greece. So many bodies thrown into the jaws of the sea, the jaws of the earth so many souls fed to the millstones like grain. And the rivers swelling, blood in their silt, all for a linen undulation, a filmy cloud, a butterfly's flicker, a wisp of swan's down, an empty tunic — all for a Helen. And my brother? Nightingale nightingale nightingale, what is a god? What is not a god? And what is there in between them?
‘The nightingales won't let you sleep in Platres.'
Tearful bird, on sea-kissed Cyprus consecrated to remind me of my country, I moored alone with this fable, if it's true that it is a fable, if it's true that mortals will not again take up the old deceit of the gods; if it's true that in future years some other Teucer, or some Ajax or Priam or Hecuba, or someone unknown and nameless who nevertheless saw a Scamander overflow with corpses, isn't fated to hear messengers coming to tell him that so much suffering, so much life, went into the abyss all for an empty tunic, all for a Helen. Giorgos Seferis
Καθώς εκείνος που φέρνει ένα σπουδαίο γράμμα στη θυρίδα μετά τις ώρες εργασίας:
κι η θυρίδα είναι πια κλειστή. Καθώς εκείνος που πασχίζει να ειδοποιήσει μια πόλη για τη πλημμύρα που ‘ρχεται:
αλλά μιλάει ξένη γλώσσα. Και κανένας δεν τον καταλαβαίνει.
Καθώς ο ζητιάνος που ξαναχτυπάει την πόρτα που του ΄χε ανοίξει τέσσερις φορές:
και την πέμπτη απομένει πεινασμένος. Καθώς ο λαβωμένος που τρέχει το αίμα του όσο περιμένει το γιατρό:
και το αίμα δεν σταματάει να τρέχει. Έτσι ερχόμαστε και ιστορούμε τα κακουργήματα που μας κάνανε. Την πρώτη φορά που ιστορήσαμε πως αργοσφάζανε τους φίλους μας, κραυγή φρίκης αντήχησε. Είχανε, τότε, σφάξει εκατό.
Μα όταν σφάξαν χίλιους και η σφαγή δεν είχε τελειωμό, απλώθηκε σιωπή.
Όταν οι κακουργίες πέφτουν σαν βροχή, κανένας πια δεν φωνάζει: Σταματήστε! Όταν σωρεύονται τα εγκλήματα, γίνονται αόρατα.
Όταν οι πόνοι γίνονται αβάσταχτοι, δεν ακούγονται πια οι κραυγές.
Και οι κραυγές πέφτουν κι αυτές σαν καλοκαιρινή βροχή.
Dann ruft niemand mehr: halt! Wenn die Verbrechen sich häufen, werden sie unsichtbar. Wenn die Leiden unerträglich werden, hört man die Schreie nicht mehr. Auch die Schreie fallen wie der Sommerregen.
Wir bitten euch ausdrücklich, findet Das immerfort Vorkommende nicht natürlich ------------------ When evil-doing comes like falling rain, nobody calls out “stop!” When crimes begin to pile up they become invisible. When sufferings become unendurable the cries are no longer heard. The cries, too, fall like rain in summer.
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη με του καιρού δεμένος τις κλωστές
Τ' αηδόνια σε χτηκιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια
γενιά καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία και να 'σουν ράφτρα μες στην
Κοκκινιά κι όχι να ζεις μ' αυτή την συμμορία κομπανία και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι απ' του καιρού την άγρια πληρωμή στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη παραμιλούν στην ακροθαλασσιά
Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά μαλαματένια λόγια στο χορτάρι ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή μέρα κακή τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς
Ανάλυση
Σημαντικά ιστορικά στοιχεία Την 1η Μαΐου του 1944 στο
«Σκοπευτήριο της Καισαριανής»,
εκτελούνται 200 Έλληνες αγωνιστές από τα κατοχικά στρατεύματα, ως
εκδίκηση για τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού.
Ο Ελευθερίου είναι μόλις 6 ετών, αλλά το γεγονός αυτό στιγμάτισε μια
ολόκληρη γενιά και στα μάτια των Κομμουνιστών τουλάχιστον, η εκτέλεση
συνδέθηκε άρρηκτα με τα ιδεολογικά ξαδέλφια των Ναζί στην Ελλάδα, τους
ακροδεξιούς.
Η Ελλάδα του 1946 είναι ιδεολογικά διχοτομημένη σε «αριστερούς» και
«δεξιούς» με αποτέλεσμα τον Ελληνικό εμφύλιο(1946-49). Είναι η
αρχή του Ψυχρού πολέμου και στην Ελλάδα θα παιχτεί το πρώτο
επεισόδιο.
Οι κομμουνιστές χάνουν τον πόλεμο κι υπόκεινται σε διώξεις, εξορία και
λογοκρισία. Οι συστηματικοί βασανισμοί, διωγμοί σε ξερονήσια (π.χ.
Μακρόνησος, Άη Στράτης), στρατοδικεία και φυλακισμοί των Κομμουνιστών θα
σταματήσουν το 1974 με την μεταπολίτευση. Ο Ελευθερίου ανήκει στους
αριστερούς και θα πέσει θύμα λογοκρισίας η δουλειά του την περίοδο της
επταετίας.
Ο στίχος «…παρά να ζεις με αυτήν την συμμορία και να μην ξέρεις τ’
άστρο του φονιά…» θα λογοκριθεί σε «…παρά να ζεις με αυτήν την
κομπανία και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά…» όπως επίσης κι ο
στίχος «… Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας
Παρασκευή …» θα αλλαχτεί σε «… Με 'δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας μέρα κακή …». Και οι δύο λέξεις που λογοκρίθηκαν,
αποτελούν άμεση αναφορά στην Χούντα των Συνταγματαρχών που
καταλαμβάνει την χώρα την 21η Απριλίου 1967, ημέρα Παρασκευή.
Σχετικά με τον Γιώργο Σεφέρη Σύμφωνα με λήμμα στην
wikipedia, Ο Μ. Ελευθερίου δημοσιεύει το τραγούδι στον δίσκο «Θητεία» το
1974, μετά την πτώση της Χούντας. Ο δίσκος - και πιθανότατα το
«Μαλαματένια λόγια» - γράφετε από το 1971, άρα γράφετε μέσα στην
επταετία. Το 1971 είναι σημαντική χρόνια για τον Μ. Ελευθερίου. Οι
σαφείς αναφορές των στίχων στον Γιώργο Σεφέρη δεν αφήνουν πολλά
περιθώρια για αμφιβολίες, ο θάνατος του Σεφέρη το 1971 αποτελεί την
αφορμή για να γραφτεί το τραγούδι.
Η αναφορά στον Σεφέρη, μπορεί να χρησιμοποιείται και γιατί αποτελούσε
πιθανότατα μέρος της διδακτικής ύλης στα σχολεία εκείνη την
περίοδο.
Ο Γ. Σεφέρης γεννήθηκε το 1900 και είναι ένας από τους τρεις
σημαντικότερους Έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα μαζί με τους Ο.
Ελύτη και Κ. Π. Καβάφη. Είναι ένας από τους δύο Έλληνες που έχει
βραβευθεί με Νόμπελ λογοτεχνίας (1963). Το γεγονός πως
προσωπικότητες όπως ο T. S. Eliot είχαν προτείνει τον Σεφέρη για
Νόμπελ το 1955 και το 1961 δείχνει την καθολική αναγνώριση στο πρόσωπο
του Έλληνα ποιητή, σε παγκόσμια κλίμακα, από τις αρχές της δεκαετίας του
50’. Ο Σεφέρης είναι ο αδιαμφισβήτητος πνευματικός ηγέτης της χώρας. Ο θαυμασμός του Μ. Ελευθερίου για τον Σεφέρη, αντανακλάται
ξεκάθαρα και στην κριτική που ασκεί το 2010 στον Κόλια (γνωστό ως
Ν. Καββαδία).
Ο Σεφέρης όμως δεν είναι «αριστερός». Τουλάχιστον όχι με την
συμβατική έννοια. Είναι «αστός» με ότι αυτό συνεπάγεται. Τονίζει την
ανωτερότητα του, περιφρονεί άλλους ποιητές (π.χ. Κόλλιας, Καρυωτάκης)
και διαφοροποιείται από την «κατώτερη τάξη» με κάθε ευκαιρία. Είναι
επίσης ξεκάθαρο πως δεν είναι «δεξιός» αλλά η Χούντα προσπαθεί να τον
πλησιάσει τα πρώτα χρόνια. Αν και θα συνεργαστεί με τον Θεοδωράκη
το 1960, θα αρνηθεί να συνδράμει σε δουλειά του ίδιου κι άλλων
«αριστερών» καλλιτεχνών το 1968, καθώς το θεωρεί αδιάφορο. Το 1969 θα
μιλήσει πρώτη φορά κατά της Χούντας δημόσια. Η κηδεία του Γ. Σεφέρη το 1971 αποτελεί μια από τις ελάχιστες
πορείες διαμαρτυρίας κατά της «Χούντας των Συνταγματαρχών» που έγιναν
μέσα στην επταετία.
Το ποίημα Το ποίημα θεωρώ πως αναφέρεται ευθέως στους σχολικούς μαθητές, από 7
έως 18 ετών, της εποχής εκείνης.
Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι,
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές,
τ’ αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι,
σου μάθαινε το αύριο και το χθες,
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη,
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Η πρώτη στροφή είναι άμεση αναφορά στα παιδιά που διδάσκονται Σεφέρη
και ταυτόχρονα μια αυτοκριτική, καθώς ο ποιητής θεωρεί πως δεν μπορεί
να ξεπεράσει τα δεσμά του, κάτι που θα το «πληρώσει» αργότερα. Τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία,
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά,
καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία,
και να 'σουν ράφτρα μες στην κοκκινιά,
κι όχι να ζεις μ’ αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ’ άστρο του φονιά
Η δεύτερη στροφή και πάλι αναφέρεται στα παιδιά που μεγαλώνουν κατά
την διάρκεια της επταετίας και διαβάζουν Σεφέρη, όμως μεταφράζουν τα
ποιήματα του Σεφέρη κατά την ανάγνωση/αφήγηση των Χουντικών. Ας έχουμε κατά νου πως δεν υπήρχε καμία ένδειξη το 1971 που γράφονται
οι στίχοι, πως η Χούντα θα πέσει σε 3 χρόνια και θα έρθει η
μεταπολίτευση κι όχι μια άλλη Χούντα ή ένας ακόμη εμφύλιος. Ο
Ελευθερίου θεωρεί την «πλήση εγκεφάλου» δεδομένη, για την νέα
γενιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι,
απ’ του καιρού την άγρια πληρωμή,
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι,
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή,
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι,
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά,
κι απ’ το παλιό μαρτύριο να `χει μείνει,
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά,
γυναίκες στη γωνιά μ’ ασετυλίνη,
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια,
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή,
πώς το `φεραν η μοίρα και τα χρόνια,
να μην ακούσεις έναν ποιητή.
Στις 3 παραπάνω στροφές ο ποιητής αναφέρεται στους διωγμούς των
αντιφρονούντων, κυρίως των Κομμουνιστών. Η αναφορά στην Καισαριανή
σημαίνει πως ο ποιητής δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην περίοδο της
επταετίας, αλλά ξεκινά από πολύ πριν, καθώς μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον
που οι ακροδεξιές παρατάξεις με μια ή άλλη μορφή είναι πάντοτε στην
εξουσία (1900-1974).
Ο ποιητής που αναφέρει η τελευταία στροφή επάνω, είναι ο Σεφέρης,
που, όπως γράψαμε, πεθαίνει το 1971.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι,
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά,
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη,
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά,
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι, ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά. Εδώ ο ποιητής αναρωτιέται ποιος γράφει την ιστορία, τα ιστορικά βιβλία
που θα διαβάσουν οι επόμενες γενιές. Ποια αφήγηση των γεγονότων θα
κυριαρχήσει. Στο τέλος αναρωτιέται ποιος θα αντικαταστήσει τον
Σεφέρη. Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή, τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες, με πήραν και με βάλαν σε κλουβί και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί. Ο ποιητής αναφέρεται ευθέως στην Παρασκευή 21ης Απριλίου του 1967.
Πέφτει θύμα λογοκρισίας, δεν μπορεί πλέον να εκφραστεί, δεν μπορεί να
διδάξει και να πει την αλήθεια, στην νέα γενιά. Η αναφορά στους «αργυραμοιβούς» πιθανώς είναι στις ξένες κι εγχώριες
δυναμείς που στήριζαν περισσότερο ή λιγότερο την Χούντα. Θεωρώ πως ο
Ελευθερίου έχει συγκεκριμένες καταστάσεις στο μυαλό του, που δεν
μπορούμε να γνωρίζουμε. Σίγουρα δεν μπορούσε να φανταστεί τότε, πόσο
επίκαιρος θα ήταν ο συγκεκριμένος στίχος στο μέλλον!
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής,
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις, να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς. Στην τελευταία στροφή προβλέπει το ζοφερό μέλλον, όπου οι νέοι θα τον
κατηγορούν ως «κακούργο» γιατί αυτό θα έχουν διδαχτεί. Δεν ήταν αρκετά
δυνατός για να αντισταθεί στην αλλαγή, άρα το όνομα του θα μείνει στην
ιστορία με αρνητικό στίγμα για πάντα.
Το «Αξιον Εστί» είναι ένα από τα κορυφαία έργα που έχει να επιδείξει
η παγκόσμια ποίηση. Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι - Αθήνα Λαϊκό ορατόριο
σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό),
λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία
Μέρος Β’: Τα πάθη
Της αγάπης αίματα (χορικό)
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
https://www.youtube.com/watch?v=T4vPoJsxLqQ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ Το δέκατο άσμα των Παθών απευθύνεται σ’ ένα θήλυ “εσύ” (σύνθεση Παναγίας, Ελλάδας και Μάνας)
με έφηβη διαφάνεια Κόρης. Ο ταυτισμός αυτός του δέκτη δικαιολογείται από
τον ταυτισμό του πομπού, όπως σ’ όλα τα άσματα.
Το περιεχόμενο όμως του άσματος έχει προσωπικότερη προέκταση. Είναι μια
εξομολόγηση.
Αυτός είναι που έζησε την έξαψη της αγάπης, που έζησε τη χαρά της
μυστικής πείρας και που κατελύθη ή ύλη του σ’ αυτό το σκοπό, δηλαδή ν’
αναλωθεί η ζωή του στην υπηρεσία του ανθρώπου. Τον πολέμησαν με ότι όπλα
είχαν ισχυρά στη διάθεση τους (ο ναυτικός όρος μπομπάρδες τρικάταρτες ,
που μας μεταφέρει στην επανάσταση του 1821, προσδίδει το ιθαγενές
στίγμα), γιατί είχε μια αγάπη, μια κατάφαση της χαράς της ζωής.
Ένα συγκεκριμένο καλοκαίρι ένιωσε βαθιά μέσα στην ψυχή του την
πρόσκληση του έρωτος και μέσα του η μέχρι τότε άγνωρη ζωή φωτίστηκε από
ένα καινούργιο φως.
Κι από τότε όλες οι κατάρες, οι προαιώνιες, Ερινύες του φθόνου, άρχισαν
τον κατατρεγμό του: όποιος ακολουθεί το μήνυμα της αγάπης είναι
καταδικασμένος να ζει δίπλα στο αίμα και στη σκληρότητα της ζωής. Κι
έτσι ο ποιητής, ταυτίστηκε με τη μοίρα του τόπου του.
Έτσι κι αυτός μεγάλωσε μέσα στα βράχια του και τον προαιώνιο φόνο. Το
αίμα, που έχυσε ο Κάιν, το πολεμά με το φως της αγάπης. ................ odyssey