Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Κώστας Καρυωτάκης - Αἰσιοδοξία

Edvard Munch (1891) Melancholy
Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
στὸ μαῦρο ἀδιέξοδο, στὴν ἄβυσσο τοῦ νοῦ.
Ἂς ὑποθέσουμε πὼς ἤρθανε τὰ δάση
μ᾿ αὐτοκρατορικὴν ἐξάρτηση πρωινοῦ
θριάμβου, μὲ πουλιά, μὲ τὸ φῶς τ᾿ οὐρανοῦ,
καὶ μὲ τὸν ἥλιο ὅπου θὰ τὰ διαπεράσῃ.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς εἴμαστε κεῖ πέρα,
σὲ χῶρες ἄγνωστες, τῆς δύσης, τοῦ βορρᾶ,
ἐνῷ πετοῦμε τὸ παλτό μας στὸν ἀέρα,
οἱ ξένοι βλέπουνε περίεργα, σοβαρά.
Γιὰ νὰ μᾶς δεχθῆ κάποια λαίδη τρυφερά,
ἔδιωξε τοὺς ὑπηρέτες της ὁλημέρα.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τοῦ καπέλου ὁ γῦρος
ἄξαφνα ἐφάρδυνε, μὰ ἐστένεψαν, κολλοῦν,
τὰ παντελόνια μας καί, μὲ τοῦ πτερνιστῆρος
τὸ πρόσταγμα, χιλιάδες ἄλογα κινοῦν.
Πηγαίνουμε -- σημαῖες στὸν ἄνεμο χτυποῦν --
ἥρωες σταυροφόροι, σωτῆρες τοῦ Σωτῆρος.

Ἂς ὑποθέσουμε πὼς δὲν ἔχουμε φτάσει
ἀπὸ ἑκατὸ δρόμους, στὰ ὅρια τῆς σιγῆς,
κι ἂς τραγουδήσουμε, - τὸ τραγούδι νὰ μοιάσῃ
νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγῆς -
τοὺς πυρροὺς δαίμονες, στὰ ἔγκατα τῆς γῆς,
καί, ψηλά, τοὺς ἀνθρώπους νὰ διασκεδάση.
Χειρόγραφο του Κ. Καρυωτάκη του ποιήματος «Αισιοδοξία»

Νοηματική Προσέγγιση
Η «Αἰσιοδοξία» και ανήκει στο δεύτερο μέρος της συλλογής «Ελεγεία και Σάτιρες». Εκφράζει εν μέρει την απαισιοδοξία και το δισταγμό του ποιητή για μια νέο ατομικό και συλλογικό ξεκίνημα, προκαλώντας έτσι μιαν έντονη αντίθεση ανάμεσα στον τίτλο και το περιεχόμενο.
.............

Ξεκινώντας από τις μηδενιστικές τάσεις της ανθρώπινης ματαιότητας, προϊόν δικής του επίγνωσης και βιωματικής εμπειρίας, ο ποιητής σαρκάζει τις καθιερωμένες αξίες μιας εποχής που έχει έντονα στιγματιστεί από τις επιπτώσεις της κατάρρευσης του μεγαλοϊδεατισμού. Ο ποιητής, από τις διώξεις που υπέστη εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης, έζησε σε αρκετές πόλεις της ελληνικής επαρχίας κατά τον Μεσοπόλεμο και είχε την ευκαιρία να δει εκ του σύνεγγυς έναν υποκριτικό τρόπο ζωής σε όλο του το μεγαλείο.

Αυτή η σάτιρα μιας υποκριτικής κοινωνίας κατακλυσμένης από κανόνες μιας «δήθεν» ορθής συμπεριφοράς, γίνεται πολύ έντεχνα από τον Καρυωτάκη.
Στους στίχους του ο ποιητής καυτηριάζει την τάση της κοινωνίας να κριτικάρει κάθε αντισυμβατική συμπεριφορά. Στους στίχους του γίνεται, επίσης, αντιληπτό πως οι ασφυκτικοί ηθικοί κανόνες της κοινωνίας οδηγούν αναγκαστικά σε υποκριτικές συμπεριφορές.
Στη συνέχεια η διακωμώδηση επι­κεντρώνεται στον καθωσπρεπισμό που διέπει ακόμη και τις ενδυματολογικές προτιμήσεις. Εν τέλει ο ποιητής καταλήγει στο σαρκασμό εκεiνων που νομίζουν ότι, ως «νέοι Σταυpοφόροι», έχουν να επιτελέσουν κάποιο έργο σημαντικό.
Σε αυτούς τους στίχους πιθανώς ο ποιητής αναφέρεται στους ποιητές, τους οποίους βλέπει αποκομμένους από τις κοινωνικές αλλαγές της εποχής του. Έτσι, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και τους στίχους της τελευταίας στροφής, το ποίημα γίνεται «ποίημα ποιητικής», καθώς περιγράφει την υποθετική δύναμη της ποίησης να ξεσηκώσει τους «πυρρούς δαίμονες» που κοχλάζουν στα έγκατα της ζωής και να διασκεδάσει τους ανθρώπους....
Ωστόσο, είναι διάχυτη σε όλο το ποίημα η αίσθηση του ανικανοποίητου και της παρακμής μιας κοινωνίας που αναζητά να ανακαλύψει εκ νέου τον εαυτό της μετά τα αλλεπάλληλα χτυπήματα και το γκρέμισμα των ψευδοϊδανικών της...
Η διαρκής αλληλοδιαδοχή των αντιθέσεων τοποθετεί το ποίημα στον κεντρικό πυρήνα της θεματικής του Καρυωτάκη, καθώς στους στίχους του είναι εμφανές το κυνήγι του ιδανικού και η αποτυχία, ο πόθος και η απάτη, η πλάνη και η απογοήτευση, η ζωή και ο θάνατος.
archive

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης - Γυναίκες

Edgar Degas - A Woman Seated beside a Vase of Flowers
“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;

Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”

απόσπασμα από το «Καντάτα 1960»

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ἡ τελευταία μέρα
The Last Day - Poem by Giorgos Seferis

Contemporary Art Print - "Alone With You"
Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.

Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
«Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ
ἀκούστηκε.

Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.

«Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ
φίλη
περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν
ἄνοιξη
ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ
θάλασσα.
Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ
πεθάνουμε;»

Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ
συλλογίστηκε.
Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ
χρονικὰ
τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν - Σαλαμίνι - ναυ-
μαχίας.

Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει
ἕνας ἄντρας;

Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θά-
νατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.

Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κα-
νεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα-
μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ
τὰ παιδιά μας
στὰ λατομεῖα.

Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου
ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες...»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν
ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».

Ἀθήνα, Φεβρουάριος ῾39

**************

The Last Day

The day was cloudy. No one could come to a decision;
a light wind was blowing. ‘Not a north-easter, the sirocco,' someone said.

A few slender cypresses nailed to the slope, and, beyond, the sea
grey with shining pools.
The soldiers presented arms as it began to drizzle.
‘Not a north-easter, the sirocco,' was the only decision heard.
And yet we knew that by the following dawn
nothing would be left to us, neither the woman drinking sleep at our side
nor the memory that we were once men,
nothing at all by the following dawn.

‘This wind reminds me of spring,' said my friend
as she walked beside me gazing into the distance, ‘the spring
that came suddenly in the winter by the closed-in sea.
So unexpected. So many years have gone. 

How are we going to die?'

A funeral march meandered through the thin rain.
How does a man die? Strange no one's thought about it.
And for those who thought about it, it was like a recollection from old chronicles
from the time of the Crusades or the battle of Salamis.
Yet death is something that happens: how does a man die?
Yet each of us earns his death, his own death, which belongs to no one else
and this game is life.

The light was fading from the clouded day, no one decided anything.
The following dawn nothing would be left to us, everything surrendered, even our hands,
and our women slaves at the springheads and our children in the quarries.
My friend, walking beside me, was singing a disjointed song:
‘In spring, in summer, slaves . . .'
One recalled old teachers who'd left us orphans.
A couple passed, talking:
‘I'm sick of the dusk, let's go home,
let's go home and turn on the light.'

Giorgos Seferis 


Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Ντῖνος Χριστιανόπουλος - Ἑνὸς λεπτοῦ σιγή

Moment of Silence by Kyle Stuckey
Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Αυτόπτης μάρτυρας

Stephen Poleskie "Man in Window" oil on canvas, 1962
Εγώ τους είδα —λέει— τους δυο διαρρήκτες πίσω απ’ τις γρίλιες
να παραβιάζουν την απέναντι πόρτα· —δε φώναξα διόλου·
είχε φεγγάρι· φαινόνταν καθαρά τ’ αντικλείδια τους
και τα στολίδια του γύψου στον τοίχο. Περίμενα πρώτα
να φωνάξουνε οι άλλοι από δίπλα. Κανένας δε φώναξε.
Έφυγα, απ’ το παράθυρο, κάθισα στην καρέκλα, ακούμπησα
το μέτωπό μου στο μάρμαρο του τραπεζιού, και θαρρώ
που αποκοιμήθηκα πλάι στο φτωχό μελανωμένο χέρι
του παιδιού που δεν προβιβάστηκε. Μέσα στον ύπνο μου
μ’ έπιασε πονοκέφαλος απ’ το φεγγάρι. Τα χαράματα
μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν οι δυο διαρρήκτες
κρατώντας δυο ωραίες ανθοδέσμες. Μπήκα στην κουζίνα
να βάλω τα λουλούδια στο νερό. Γυρίζοντας πίσω,
μ’ ένα βάζο στο κάθε μου χέρι, δεν τους βρήκα.


Ανάλυση

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Γραφή τυφλού, που γράφτηκε το 1972, όταν ο ποιητής βρισκόταν στην εξορία. 
Όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι ολιγόστιχα και αποτελούν εικόνες, είδωλα, θα μπορούσαμε να πούμε, που βλέπει ο «τυφλός» μέσα από την αλληγορική του αναπηρία, παρά τη γενική καταπίεση και το σκοταδισμό του ανελεύθερου καθεστώτος.
Το ποίημα «Αυτόπτης μάρτυρας» του Γιάννη Ρίτσου φαινομενικά αναφέρεται στην αδράνεια ενός ανθρώπου που βλέπει δύο διαρρήκτες να παραβιάζουν την πόρτα του απέναντι σπιτιού. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια καταγγελία για τη στάση ανοχής που κράτησαν οι Έλληνες πολίτες, όταν στις 21 Απριλίου του 1967 αξιωματικοί του στρατού κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία.
Εγώ τους είδα —λέει— τους δυο διαρρήκτες πίσω απ’ τις γρίλιες
να παραβιάζουν την απέναντι πόρτα· —δε φώναξα διόλου·
είχε φεγγάρι· φαινόνταν καθαρά τ’ αντικλείδια τους
και τα στολίδια του γύψου στον τοίχο.


Ο αυτόπτης μάρτυρας παραδέχεται πως ενώ είδε τους δύο διαρρήκτες πίσω από τις γρίλιες του παραθύρου του να παραβιάζουν την απέναντι πόρτα, δεν φώναξε καν. Είδε το έγκλημα να συμβαίνει, αλλά παρ’ όλα αυτά παρέμεινε αμέτοχος θεατής, αισθανόμενος ίσως φόβο ή ακόμη χειρότερα, πιστεύοντας πως το κακό που συνέβαινε στο απέναντι σπίτι δεν τον αφορούσε.
Παρά το γεγονός ότι η διάρρηξη συνέβη τη νύχτα, είχε τη δυνατότητα να δει και τους διαρρήκτες και τα αντικλείδια τους, καθώς το όλο σκηνικό φωτιζόταν από το φως του φεγγαριού. Η προσοχή του, ωστόσο, μετατοπίστηκε στα γύψινα στολίδια στον τοίχο, σαν να είχαν αυτά μεγαλύτερη σημασία από την παραβίαση του ξένου σπιτιού.
....................
Περίμενα πρώτα
να φωνάξουνε οι άλλοι από δίπλα. Κανένας δε φώναξε.


Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο αυτόπτης μάρτυρας αντιλαμβάνεται το άνομο όσων βλέπει να συμβαίνουν δεν φωνάζει και δεν αντιδρά καθόλου. Περίμενε, όπως λέει, να φωνάξουν πρώτα οι άλλοι από δίπλα, αλλά τελικά δε φώναξε κανένας. Η αδράνεια, όμως, αυτή απέναντι στην ανομία είναι εξίσου εγκληματική με την πράξη των παραβατών, διότι ισοδυναμεί με συναίνεση∙ είναι σαν να γίνεται αποδεκτή η δόλια συμπεριφορά των εγκληματιών. Πρόκειται για την τυπική συμπεριφορά του φιλήσυχου πολίτη που κάνει ό,τι μπορεί για ν’ αποφύγει τα μπλεξίματα, ιδίως όταν αυτά αφορούν υποθέσεις -όπως λανθασμένα πιστεύει- άλλων.
Κι είναι αυτή ακριβώς η εγκληματική αδράνεια της πλειονότητας των πολιτών που επέτρεψε την επιβολή της δικτατορίας. 
....................
Έφυγα, απ’ το παράθυρο, κάθισα στην καρέκλα, ακούμπησα
το μέτωπό μου στο μάρμαρο του τραπεζιού, και θαρρώ
που αποκοιμήθηκα πλάι στο φτωχό μελανωμένο χέρι
του παιδιού που δεν προβιβάστηκε.


Ο αυτόπτης μάρτυρας προτίμησε να μη συνεχίσει να βλέπει το έγκλημα που γινόταν απέναντί του, αφού και γνώριζε και ένιωθε πως η δική του απραξία ήταν εξίσου εγκληματική με τη δράση των διαρρηκτών. Έκατσε, λοιπόν, στην καρέκλα και ακούμπησε το μέτωπό του πάνω στο μάρμαρο του τραπεζιού, σε μια στάση πλήρους αδράνειας, που υποδήλωνε την υποταγή και την παραίτησή του απέναντι στην ύπαρξη και τη δράση των εγκληματιών. Εκεί αποκοιμήθηκε -ή αυτή την αίσθηση είχε τουλάχιστον- πλάι στο μελανωμένο χέρι του μαθητή που δεν προβιβάστηκε στην επόμενη τάξη. Μια έξοχη υπερρεαλιστική εικόνα που αποδίδει με ιδιαίτερη ενάργεια τα συναισθήματα του ήρωα∙ η επίγνωση πως έμεινε ένας αμέτοχος και αδρανής θεατής απέναντι σ’ ένα έγκλημα τον κάνει να αισθάνεται σαν μαθητής που απέτυχε να περάσει την τάξη∙ σαν μαθητής που δεν κατόρθωσε να εκπληρώσει επαρκώς τις σχολικές του υποχρεώσεις.

Μέσα στον ύπνο μου
μ’ έπιασε πονοκέφαλος απ’ το φεγγάρι.


Ο αυτόπτης μάρτυρας γνωρίζει καλά πως όφειλε να κρατήσει μια πιο ενεργή στάση απέναντι στους διαρρήκτες∙ γνωρίζει πως έπρεπε να αντιδράσει. Γι’ αυτό και το φως του φεγγαριού, το φως της εσωτερικής του συνείδησης του προκαλεί πονοκέφαλο καθώς κοιμάται, αφού δεν μπορεί να αποφύγει τις τύψεις και το επώδυνο αίσθημα της ενοχής. Ο αυτόπτης μάρτυρας της διάρρηξης, όπως και οι πολίτες της περιόδου που επιβλήθηκε η δικτατορία, γνώριζαν πολύ καλά ποιο ...
....................
Τα χαράματα
μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν οι δυο διαρρήκτες
κρατώντας δυο ωραίες ανθοδέσμες.


Πολύ νωρίς το επόμενο πρωί οι δύο διαρρήκτες εμφανίζονται στο σπίτι του αυτόπτη μάρτυρα για να του προσφέρουν δύο ωραίες ανθοδέσμες, προφανώς ως ευχαριστήριο δώρο για το γεγονός ότι δεν τους κατήγγειλε στις αρχές. Η απραξία του μάρτυρα και η ανοχή που έδειξε απέναντι στο έγκλημα επιβραβεύονται μ’ ένα τυπικό και ανούσιο δώρο, όπως ακριβώς και η ανοχή που έδειξαν οι πολίτες απέναντι στο καθεστώς των δικτατόρων επιβραβεύθηκε με επουσιώδεις παροχές στο λαό∙ παροχές, φυσικά, που δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να αναπληρώσουν την ελευθερία που τους είχε αφαιρεθεί.
....................
Μπήκα στην κουζίνα
να βάλω τα λουλούδια στο νερό. Γυρίζοντας πίσω,
μ’ ένα βάζο στο κάθε μου χέρι, δεν τους βρήκα.


Η σκέψη του ήρωα πως πρέπει να βάλει τα λουλούδια στο νερό, που λειτουργεί ως σκηνοθετικό εύρημα, δίνει το χρόνο στους διαρρήκτες να φύγουν, χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτε. Έτσι, όταν γυρίζει έχοντας από ένα βάζο σε κάθε χέρι δεν βρίσκει πια εκεί τους απρόσκλητους επισκέπτες του.
Ο αυτόπτης μάρτυρας αποδέχεται τη δωροδοκία των διαρρηκτών, όπως ακριβώς και οι πολίτες δέχτηκαν τις διάφορες παροχές του καθεστώτος, χωρίς εν τέλει να προβούν σε κάποια πράξη αντίδρασης, έστω και εκ των υστέρων, όταν πια το έγκλημα είχε συντελεστεί και είχαν αντιληφθεί τι και πόσα είχαν στερηθεί. Κατά συνέπεια, η αποχώρηση των διαρρηκτών, όπως και η ...
....................
η πλήρης ανάλυση εδώ: latistor

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό

Emile Albert Gruppe (1896 - 1978)
Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!