Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Aιώνας εμπορίου


H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ' όλη τη ζωή μου.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ο βασιλιάς της Ασίνης - The King Of Asine - Poem by Giorgos Seferis

Ασίνην τε…
ΙΛΙΑΔΑ


Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου
παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλη τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα∙
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι∙
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα ταραγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε Ασίνην τε…». Να ‘ταν αυτή ο βασιλιάς της
Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεκτικά σε τούτη την ακρό-
πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω
στις πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι ’38 – Αθήνα, Γεν. ’40

Ο Σεφέρης κάτω από την προσωπίδαΣτοχασμοί πάνω στον "Βασιλιά της Ασίνης"


Ανάλυση
Ο Γιώργος Σεφέρης πραγματεύεται στο εξαίρετο αυτό ποίημα, που ανήκει στη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Ο φόβος πως, μετά το πέρας της ζωής, δεν απομένει τίποτε από τη δράση ενός ανθρώπου, τίποτε από τις σκέψεις, από τα συναισθήματα και από τη με κόπο διαμορφωμένη προσωπικότητά του, διατρέχει τους στίχους του ποιητή και υποβάλλει μια αίσθηση ματαιότητας. Το κενό κάτω από τη χρυσή προσωπίδα του ξεχασμένου βασιλιά της Ασίνης λειτουργεί ως κυρίαρχο μοτίβο του ποιήματος, καθώς ο ποιητής συνειδητοποιεί πως πέραν του παρόντος δεν υφίσταται καμία άλλη διασφάλιση, καμία άλλη συνέχεια για ό,τι συνιστά τη ζωή και την ύπαρξη ενός ανθρώπου.

Η Ασίνη βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στην Επίδαυρο και δίπλα στο χωριό Τολό. Η παραθαλάσσια μυκηναϊκή της ακρόπολη ανασκάφηκε το 1922-26. Ο ποιητής αντλεί την αναφορά στην Ασίνη, την οποία θέτει εισαγωγικά στο ποίημά του, από την Ιλιάδα του Ομήρου, όπου η περιοχή μνημονεύεται, μαζί με την Ερμιόνη, ως λιμάνι του Άργους και της Τίρυνθας.

Ιλιάδα, Β, 559-560:
Οἳ δ᾽ Ἄργός τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν
Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας
........................
περισσότερα εδώ: latistor

The King Of Asine - Poem by Giorgos Seferis

All morning long we looked around the citadel*
starting from the shaded side, there where the sea,
green and without luster—breast of a slain peacock—
received us like time without an opening in it.
Veins of rock dropped down from high above,
twisted vines, naked, many-branched, coming alive
at the water’s touch, while the eye following them
struggled to escape the tiresome rocking,
losing strength continually.

On the sunny side a long empty beach
and the light striking diamonds on the huge walls.
No living thing, the wild doves gone
and the king of Asine, whom we’ve been trying to find for
two years now,
unknown, forgotten by all, even by Homer,
only one word in the Iliad and that uncertain,
thrown here like the gold burial mask.
You touched it, remember its sound? Hollow in the light
like a dry jar in dug earth:
the same sound that our oars make in the sea.
The king of Asine a void under the mask
everywhere with us everywhere with us, under a name:
“Α sί ν η ν te... Α sί ν η ν te...”
and his children statues
and his desires the fluttering of birds, and the wind
in the gaps between his thoughts, and his ships
anchored in a vanished port:
under the mask a void.
..................
more

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Νίκος Καρούζος - Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου


Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.




Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Νίκος Καρούζος — «Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.»

«Αγάπησα πολύ τη δυναμική πεπρωμενοκρατία του Nietzsche, τις θυελλοφόρες κορυφές του Ζαρατούστρα, έζησα τη μεγάλη ανάσα της δρακόντειας απελπισιάς που κομματιάζει το στήθος και φτύνει τη λογική. Ερωτεύτηκα το μαρξισμό, γεμάτος ερωτήματα για τη ναρκισσευόμενη λογική του, και πέρασα στην περιπέτεια του κοινωνικού επαναστάτη, κρατώντας σαν ιψενικός ήρωας ―δηλαδή μοναχικά κι ανώφελα― τη σημαία του Ιδανικού με πάθος. Επίσης χώθηκα στη γαλαρία του Freud, ως ένα σημείο γοητευμένος. Έτρωγα το χρόνο για να ’βγω στο ξέφωτο του Ιησού με την ψυχή οριστικά έκπληκτη. Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.»

Νίκος Καρούζος - Μικρό αυτοχρονικό

«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος. Είχε συνάξει λίγα φύλλα ένα κλαδί γεμάτο φως είχε πονέσει. Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος αγγίζει νέους ουρανούς η προσευχή του μάχη. 
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».
Νίκος Καρούζος

----------------------
Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1926, όπου και παρέμεινε ως τα γυμνασιακά του χρόνια. Έρχεται στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική, σχεδόν κυνηγημένος στη διάρκεια του Εμφύλιου. Εξόριστος το 1947 στην Ικαρία και αργότερα στη Μακρόνησο. 
Πρώτες δημοσιεύσεις («Σίμων ο Κυρηναίος», περιοδικό «ο αιώνας μας», 1949) και γνωριμία με τον Κόντογλου. Ακολουθούν η «Επιστροφή του Χριστού», οι «Νέες Δοκιμές» και το «Σημείο». Αρχίζει η συνεργασία με τα περιοδικά Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Διαγώνιο, Νέα Εστία, Ευθύνη κ. ά. Το 1955 εκδίδονται τα «Είκοσι Ποιήματα». 
Στη συνέχεια οι «Διάλογοι» και το !961, η συλλογή «Ποιήματα», χρονιά όπου παίρνει το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης και την επομένη για τη συλλογή «Η έλαφος των άστρων», το Α΄ Βραβείο Ποίησης της «Ομάδας των Δώδεκα». Το 1964 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή «Υπνόσακκος».
Η κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τον βρίσκει στο Άγιο Όρος. Συλλαμβάνεται για δηλώσεις κατά των πρωταίτιων. Το 1969 κυκλοφορούν τα «Πενθήματα» και ακολουθούν τα «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες Αντινομίες» και «Χορταριασμένα Χάσματα». 
Το 1977 Κυκλοφορεί η συλλογή «Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας», όπου παρατηρείται μια στροφή στον ερμητικό λόγο. Ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές «Ο Ζήλος του μη-Σχετικού με Παροράματα», «Μονολεκτικοί και Ολιγόλεκτα», «Φαρέτριον», «Αναμνηστική Λήθη», «Αντισεισμικός Τάφος», «Συντήρηση Ανελκυστήρων» και «Χρόνος». 
Για το ποίημα «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπείρα, του απονέμεται το 1988 το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης. 
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Του χορηγείται η λεγόμενη «μικρή σύνταξη» από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκαλώντας τη δικαιολογημένη αντίδρασή του. Διάγνωση καρκίνου, έκθεση έργων του, έκδοση των ποιημάτων «Ερυθρογράφος» και «Λογική Μεγάλου Σχήματος». Νοσηλεύεται σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Ο θάνατος τον βρίσκει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο νοσοκομείο «Υγεία». Εκδίδονται τα τελευταία του ποιήματα με τίτλο: «Ευρέσεις από Κυανό Κοβάλτιο».

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Ενδύματα

Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου. 
Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα. 
Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη. Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία. 
Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη. Όλως διόλου τελειωμένη. 
Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. 
Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ’ εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.
--------------------
Το «Ενδύματα» είναι ένα από τα τρία πεζά ποιήματα που έχει συνθέσει ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Το θέμα του είναι ένα από τα ιδιαιτέρως προσφιλή στον ποιητή και αφορά το πέρασμα του χρόνου και την αναπόληση της νεότητας. Τα ενδύματα του τίτλου κυριαρχούν στο σύντομο αυτό ποίημα και συμβολίζουν με τις εναλλαγές των χρωμάτων τους τις διάφορες ηλικιακές περιόδους του ανθρώπινου βίου.
«Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου. Τα ρούχα τα κυανά. Και έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Και κατόπιν τα κίτρινα. Και τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.»
Πρόθεση του ποιητή είναι να φυλάξει τα ενδύματα της ζωής του σ’ ένα κιβώτιο ή σ’ ένα έπιπλο παρόμοιας χρήσης φτιαγμένο από έβενο∙ φτιαγμένο από το πολύτιμο αυτό υλικό προκειμένου να είναι σαφής η ιδιαίτερη αξία του επίπλου. Η διαφύλαξη, άλλωστε, των αναμνήσεων του παρελθόντος -την οποία ο Καβάφης συνήθως εμπιστεύεται στην ίδια του την τέχνη και στους στίχους του- συνιστά μια παρακαταθήκη απροσμέτρητης σημασίας.
Οι ηλικιακές περίοδοι φανερώνονται στο πλαίσιο του ποιήματος μέσα από τα διάφορα χρώματα των ενδυμάτων. Έτσι, τα κυανά ρούχα, τα βαθυγάλαζα δηλαδή, έρχονται να δηλώσουν την παιδική ηλικία, ενώ τα κόκκινα ρούχα την ηλικία της εφηβείας και της πρώτης νεότητας, γι’ αυτό και χαρακτηρίζονται από τον ποιητή ως τα πιο ωραία από όλα. Τα κίτρινα ενδύματα αποδίδουν τα χρόνια της ωριμότητας, ενώ τα ξεθωριασμένα κυανά ρούχα μας φέρνουν στην αρχή πια του γήρατος.

Ξέχωρη έμφαση δίνεται, φυσικά, στα κόκκινα ενδύματα, στα χρόνια δηλαδή κατά τα οποία η βίωση του έρωτα, η ένταση των συναισθημάτων και η ζωτικότητα του σώματος φέρνουν τη ζωή του ανθρώπου σε μια εσωτερική κορύφωση. Η νεότητα χαρακτηρίζεται εύλογα, λοιπόν, ως η ωραιότερη απ’ όλες της ηλικίες, αφού είναι εκείνη που χαρίζει τον έρωτα σ’ όλη του την πληρότητα, με το σώμα και την ψυχή να βρίσκονται στην ιδανική ακμή τους.

Τα κόκκινα ενδύματα, ωστόσο, δίνουν τη σειρά τους στα κίτρινα, στην ηλικία που διαδέχεται τη νεότητα κι η οποία έρχεται να προσφέρει δικές τις κορυφώσεις, αφού συνοδεύεται από την πνευματική ωρίμανση και το καταλάγιασμα της ερωτικής έντασης. Μια περίοδος δημιουργικότητας και ήρεμης βίωσης της ζωής.

«Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη. Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.»
Ο ποιητής σκοπεύει να συγκεντρώσει τα ενδύματα όλων των ηλικιών και να τα φυλάξει με την ευλάβεια, με το βαθύ σεβασμό, που αναλογεί στα χρόνια, στις πράξεις και στις εμπειρίες που πέρασαν∙ με τον σεβασμό που αντιστοιχεί σε ό,τι μας αφήνει η ζωή στο πέρασμά της, τις μνήμες τις χαρμόσυνες, μα και τις οδυνηρές∙ τις μνήμες των γεγονότων που μας διαμόρφωσαν και καθόρισαν σταδιακά την πορεία της ζωής μας. Σκοπεύει να τα φυλάξει με ευλάβεια, αλλά και με πολλή λύπη, εφόσον τα ενδύματα αυτά αντιστοιχούν σε χρόνια που το πέρασμά τους δεν μπορεί να αναπληρωθεί. Κάθε ανάμνηση του παρελθόντος αντιστοιχεί και σε μια περίοδο της ζωής που δεν πρόκειται -και δεν μπορεί- να επιστρέψει ποτέ ξανά.
Το έπιπλο με τα ενδύματα αυτά θα το ανοίγει ο ποιητής όταν θα φορά πια μαύρα ρούχα, όταν θα έχει φτάσει πλέον στην ηλικία εκείνη του προχωρημένου γήρατος όπου τίποτε άλλο δεν είναι εφικτό για το άτομο πέρα από την αναπόληση του παρελθόντος. Ο ποιητής, μάλιστα, προκειμένου να καταστήσει όσο γίνεται πιο παραστατική τη θλίψη που συνοδεύει αυτή την περίοδο της επιβεβλημένης αδράνειας, δηλώνει πως πέρα από τα μαύρα ρούχα που θα φορά, θα κατοικεί σ’ ένα μαύρο σπίτι, μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Η κυριαρχία του μαύρου χρώματος φανερώνει τόσο την έλλειψη εκείνων των στοιχείων που προσέφεραν άλλοτε στο άτομο τη δυνατότητα κάποιας ευδαιμονίας όσο και την άμεση σύνδεση αυτής της ηλικίας με τον επερχόμενο θάνατο. Μόνη ενασχόληση, επομένως, για τον ηλικιωμένο ποιητή θα είναι να ανατρέχει ξανά στα ενδύματα των περασμένων χρόνων και να τα κοιτά με χαρά, με πόθο, αλλά και με απελπισία. Με χαρά για τις ευτυχισμένες μνήμες του παρελθόντος και για την ευλογημένη υπενθύμιση πως κάποτε υπήρξε κι εκείνος μέρος ενεργό αυτού του κόσμου, μα και με απελπισία, εφόσον θα γνωρίζει πως πλέον τίποτε από αυτά δεν μπορεί να συμβεί ξανά, αφού η ζωή του θα πλησιάζει πια προς την ακούσια ολοκλήρωσή της. 

«Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.»
Η μεγάλη γιορτή της ζωής με τις προκλήσεις, τις δυσκολίες, τις ευτυχίες, τα πάθη και τους έρωτες θα είναι τότε απόλυτα τελειωμένη, εφόσον ο ποιητής θα βρίσκεται στην περίοδο του γήρατος. Θα μπορούσε, βέβαια, να αντιτείνει κάποιος πως ακόμη και τα χρόνια αυτά ενέχουν τη δυνατότητα κάποιας -μειωμένης έστω- δράσης, ικανής να προσφέρει χαρά στον άνθρωπο, μα ο ποιητής είναι απόλυτος ως προς τον τρόπο που αντικρίζει τα χρόνια του προχωρημένου γήρατος, γι’ αυτό και επαναλαμβάνει εμφατικά δύο φορές τη σχετική φράση «όλως διόλου τελειωμένη».
«Όλως διόλου τελειωμένη. Τα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Μερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ’ εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.»
Η καταληκτική εικόνα του ποιήματος αποδίδει με συμβολικό τρόπο τα χρόνια της σωματικής και πνευματικής κατάρρευσης, όταν πια οι άνθρωποι έχουν εξαντλήσει πλήρως κάθε περιθώριο ζωής. Έτσι, ό,τι απομένει από τη μεγάλη γιορτή είναι η ακαταστασία που άφησαν οι καλεσμένοι -συνειρμικά αυτή η εικόνα μας παραπέμπει και στις πληγές που αφήνουν οι άνθρωποι με το πέρασμά τους στην ψυχή άλλων ανθρώπων. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα, τα κεριά καμένα ως το τέλος και όλο το κρασί πιωμένο∙ στοιχεία που δίνουν με ενάργεια την εικόνα του τέλους, την εικόνα της πλήρους εγκατάλειψης.

Όλοι καλεσμένοι θα έχουν φύγει∙ όλα τα πρόσωπα που συνέδεσαν τη ζωή τους με τη ζωή του ποιητή θα έχουν πια αποχωρήσει είτε για να απομονωθούν κι οι ίδιοι σε σκοτεινά σπίτια, αναπολώντας πιθανώς τη δική τους διαδρομή, είτε για να κοιμηθούν. Τα πρόσωπα της ζωής του ποιητή, όπως και κάθε ανθρώπου άλλωστε, καταλήγουν κι εκείνα στην απόλυτη αδράνεια του γήρατος, στην αναμονή του τέλους, ή αφήνονται στο κάλεσμα του ύπνου∙ ενός ύπνου που δεν μπορεί παρά να συμβολίζει εδώ το θάνατο, το οριστικό και αναπόφευκτο τέλος της ζωής.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ.Σ. Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει. 24 Οκτωβρίου 1963 - Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.


Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.


Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες*.


Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.


Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα»* φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»*
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.


Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης*
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.


Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.


Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936

--------------------
* βαρκαρόλες: τραγούδια που συνηθίζουν οι βενετσιάνοι γονδολιέρηδες
* σωσίτριχα: φάρµακα για την τριχόπτωση
* ορώµεν ... νεκροίς: βλέπουµε ν’ ανθίζει νεκρούς το Aιγαίο
* αργάτης: βαρούλκο που ανελκύει ή ποντίζει την άγκυρα