Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Υπάρχουνε λύπες που κανείς δεν τις ξέρει. Υπάρχουνε βάθη που δεν τ’ ανιχνεύει ο ήλιος. Όρη σιωπής περιβάλλουν τα χείλη. Και σιωπούν όλοι οι μάρτυρες. Τα μάτια δε λένε. Δεν υπάρχουνε σκάλες τόσο μεγάλες Να κατέβει κανείς ως εκεί που ταράζεται Του ανθρώπου ο πυρήνας. Αν μιλούσε η σιωπή, αν φυσούσε, αν ξέσπαγε – θα ξερίζωναν όλα τα δέντρα του κόσμου
Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του
Ομήρου. Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου... Εκεί
σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια όσα είδα στα
σπλάχνα μου ν' ανάβουνε σφουγγάρια, μέδουσες με τα πρώτα λόγια των
Σειρήνων όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη... Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη... Εκεί ρόδια,
κυδώνια θεοί μελαχρινοί, θείοι κ' εξάδελφοι το λάδι αδειάζοντας
μες στα πελώρια κιούπια. Kαι πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας λυγαριά
και σχίνο σπάρτο και πιπερόριζα με τα πρώτα πιπίσματα των
σπίνων ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι. Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι! Εκεί δάφνες και βάγια θυμιατό και λιβάνισμα τις πάλες ευλογώντας
και τα καριοφίλια. Στο χώμα το στρωμένο με τ' αμπελομάντιλα, κνίσες,
τσουγκρίσματα και Χριστός Ανέστη με τα πρώτα σμπάρα των
Ελλήνων. Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου... Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου! Ελύτης: Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική Ψαλμός Β’ της ενότητας «Τα
Πάθη», από Το Άξιον Εστί
Ανάλυση: Ανθούλα Δανιήλ Ας ξεκινήσουμε με τη θέση πως ο ψαλμός Β’ της ενότητας «Τα Πάθη», της
συλλογής Το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, ανήκει στα πιο συγκλονιστικά
εθνοκεντρικά και πολιτισμικά τιμαλφή του ποιητή. Πρόκειται για έναν ύμνο
στην ελληνική γλώσσα, που εκτείνεται σε είκοσι εννέα στίχους.
Ας δούμε λεπτομερώς τι λέει. Στο πρώτο δίστιχο
παρουσιάζεται το δίδυμο «γλώσσα-σπίτι» και μας ξαφνιάζει μια υποδηλούμενη
σύγκριση ανάμεσα σε δύο, ανόμοια φαινομενικά μεγέθη, η οποία όμως προβάλλει
διακριτικά την αξία και υπεροχή της γλώσσας ως εξισορροπητικού
αντισταθμίσματος στο «σπίτι».
Η γλώσσα σηκώνει το βάρος της ιστορίας και της αξίας της – «ελληνική», το
σπίτι στην αντίπερα όχθη – «φτωχικό». Οπότε το επίθετο «ελληνική» ισοδυναμεί
με το «πλούσια».
Ο ποιητής προτιμώντας το επίθετο «ελληνική» αντί του «πλούσια», το οποίο θα
καταδήλωνε το αντιθετικό ζεύγος και το λόγο σύγκρισης, σε ώρα που υπάρχει
εθνική ανάγκη, επιλέγει την εθνικότητα. Εξαρχής προκύπτει το ερώτημα ποιοι είναι οι δωρητές, ποιο το
υποκείμενο της ρηματικής φράσης «μου έδωσαν». Ο ποιητής όμως δεν τους
κατονομάζει, αφήνοντας το ποίημα σιγά σιγά να αποκαλύψει τα μυστικά του. Από
τη στιγμή της δωρεάς και έπειτα δηλώνει: Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου. η συνέχεια
στο Χαμομηλάκι
Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα Με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα, γιατί το έδαφος του Αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια …και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις… Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ Αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις
Χόρχε Λουίς Μπόρχες- Μαθαίνεις
Μουσική : Ευανθία Ρεμπούτσικα
“You Learn”
After a while you learn the subtle difference Between holding a hand and chaining a soul,
And you learn that love doesn’t mean leaning And company doesn’t mean security.
And you begin to learn that kisses aren’t contracts And presents aren’t promises,
And you begin to accept your defeats With your head up and your eyes open With the grace of a woman, not the grief of a child,
And you learn to build all your roads on today Because tomorrow’s ground is too uncertain for plans And futures have a way of falling down in mid-flight.
After a while you learn… That even sunshine burns if you get too much.
So you plant your garden and decorate your own soul, Instead of waiting for someone to bring you flowers.
Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα, και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμη το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση. Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμμι. Θα ‘ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόμος σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση, σαν το δρόμο του ήλιου· γέρνεις· όμως το πρωί για σε δε θα γυρίσει. Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια από μάισσες φυτρωμένα με γητειές· πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια κι από τις δροσοσταλαματιές· θα σε κλαίν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές. ................................. Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί, ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα, και δε θα ‘βρει το κορμί μια σπιθαμή μες στη γη για να την κάμει μνήμα, κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι, να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά, κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά. Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός, και να ξημερώσει μιαν αυγή, και να σε καλέσει ο λυτρωμός, ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα! Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή, θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα, και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή, θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί, σαν τον κόρφο το γυναικείο, σαν το κύμα, και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα, - για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά! τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα! ----------------------- Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ είναι ένα συνθετικό ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1907. Σ’ αυτό ο Γύφτος παρουσιάζεται ως σύμβολο της ελεύθερης, αδούλωτης ψυχής και της δημιουργικής δράσης που δε σταματάει πουθενά, δεν υποτάσσεται σε τίποτε, αλλά προχωρεί συνεχώς γκρεμίζοντας τα παλιά και τα σάπια και χτίζοντας τα καινούρια και τα γερά. Ο Προφητικός είναι ο όγδοος από τους δώδεκα λόγους και ο πιο παλιός. Γράφτηκε το 1899, δηλαδή την επαύριο της εθνικής ταπείνωσης του '97 . Σ’ αυτόν ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, εκφράζει τη συνείδηση του έθνους του. Το σκηνικό τοποθετείται στο Βυζάντιο και τα γεγονότα μετατρέπονται σε προφητείες. Βλέπουμε στην Πόλη το βασιλιά να διασκεδάζει, να παίρνει μέρος σε αγώνες σαν άλλος Νέρωνας και να αποθεώνεται από τους κόλακες και τους αυλόδουλους.
Ο Τούρκος πλησιάζει, αλλά όλοι μένουν αδιάφοροι, παραδομένοι στη διαφθορά. Κανένας δεν ακούει τη φωνή των ακριτών. Ο ποιητής-προφήτης τα βλέπει όλ’ αυτά, αγανακτεί και προλέγει το χαμό της πολιτείας.
Ο πόνος του για τον ξεπεσμό και το κατάντημα που βλέπει, φτάνει ως τα όρια της απελπισίας και από κει αναδύεται ένα όραμα ελπίδας και αισιόδοξο μήνυμα εθνικής αναγέννησης. περισσότερα εδώ και εδώ