Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Αὐτὸ τὸ ἀστέρι εἶναι γιὰ ὅλους μας. Έτσι έζησα. Πάντοτε.


...........................
Σαν ήμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δεν μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της
ένα κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήτανε που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ' αστέρια ήτανε γιατί μου λείπανε
τα μάτια σου
κι όταν κτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα
δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήτανε
η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά -θυμάσαι;- μου
 άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου

...........................

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Γιώργος Σαρρής - Κι ύστερα άναψε τσιγάρο και νοιώσε ήσυχος



Mην τους αφήνεις σε ησυχία
Ξεφτίλισέ τους
Κουρέλιασε τα ρούχα τους
κι ας τους γυμνούς μεσα στο κρύο
να δουν τι σούκαναν
Χτύπα αλύπητα και σύντριψε
τα επιχειρήματά τους
Πέτα στα μούτρα τους
τις  απειλές και τα σκοτάδια τους
Πες τους πως δεν τρομάζεις πια
Βούτηξέ τους
στον ίδιο τους το βούρκο
και πνίξ' τους στα βρωμόνερα
Μαστίγωσέ τους πετροβόλησέ τους
μην τους ανέχεσαι λεπτό,
Τσάκισέ τους,
μην τους ακούς κλείσ' τους το στόμα
όπως στο κλείσανε κι αυτοί

Για τους φόβους σου μιλάω
Έχουν πολλά κορμιά και πρόσωπα οι φόβοι
Χειρότεροι κι από Λερναίες Ύδρες
Γυμνωσέ τους, αποκάλυψέ τους
κι ύστερα άναψε τσιγάρο

και νοιώσε ήσυχος
πως κάνεις επιτέλους
ό,τι πρέπει.

Γιώργος Σαρρής

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Αὐτὸ τὸ ἀστέρι εἶναι γιὰ ὅλους μας (IV)


Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε


Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.


Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ, ὅταν μᾶς σκοτώνουν,
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Αὐτὸ τὸ ἀστέρι εἶναι γιὰ ὅλους μας (V)


Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.
Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα
νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες
νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ' ὅλες τὶς καμπάνες τους
νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.


Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.


Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Βασιλική Δεδούση — Η Πανδώρα και το τραγούδι του γιατρού


Χορός
Μα της καρδιάς μου τη χαρά,
ο Δίας την εφθόνεψε
και —συφορά μου μεγάλη—
εκδίκηση γύρεψε.

Φτιαχτή γυναίκα, πλάσμα αγέννητο,
χωρίς των θνητών του αφαλού το σημάδι,
σκάρωσε,
και του αδερφού σου τη χάρισε,
—γλυκιά ζωή γι αυτόν, πικροζωή για μένα—.
Ιερέας
Ασύνετα την έκαμε κυρά κι αρχόντισσά του,
και η δικιά σου συμβουλή λόγια μονάχα,
γράμματα σκόρπια, στη σειρά, μα νόημα κανένα.
Χορός
«Δώρο απ’ τους θεούς να μην καταδεχτείς,
άδωρο κι ολέθριο θα ’ναι».
Ιερέας
Έτσι του είπες, μα δε σ’ άκουσε
Το όνομά της, Πανδώρα,
γητεύτρα πανέμορφη,
—ο νους να τα χάνει—
και —ώρα μισητή, ώρα καταραμένη—
της παραδώσαν οι θεοί ένα κουτί για προίκα.
Σαν τ’ άνοιξε, έτσι απλά με τ’ άστοχό της χέρι,
όλου του κόσμου τα δεινά απάνωθέ μας πέσαν,
αρρώστιες, πόνοι, βάσανα
κι ό,τι κακό, κι ό,τι στραβό μπορεί να βάνει ο νους σου.
Αρρώστιες, πλήθος φοβερό,
ανίατες… έτσι ο Δίας το ’θελε.

Απ’ το κουτί ανάβλυσαν οι ποταμοί της θλίψης,
των θρήνων άθλια βογγητά, ολολυγμοί ανημποριάς
κατάρες για την τύχη μας,
και βλαστημούσαν άπρεπα κορμιά βασανισμένα.
Χορός
Πώς σ’ ένα τόσο δα κουτί μπόρεσαν να χωρέσουν
του κόσμου όλου τα βάσανα
και η πικρή Ανάγκη;

Γιατρός και γιάτρισσα
Ικέτες ταπεινοί τους βωμούς των θεών αγγίζοντας,
γιατρειά, απαλλαγή, λυτρωμό περιμέναμε.
Παρηγορήτρα ελπίδα, αυτή μοναχά
τους άθλιους βροτούς στη ζωή συγκρατούσε.

Εσύ ’σουν η ελπίδα μας
Πυρφόρε Προμηθέα,
προστάτη κι ευεργέτη μας.
Γιατρός
Δάσκαλος γίνηκες σε μαθητή απελπισμένα πρόθυμο.
Κι ολημερίς πορεύομαι πα’ σε βουνών ψηλοκορφές
ή χάνομαι, για μέρες,
για εφταήμερα και για μηνούς ολάκερους,
σε φαραγγιών φιδόδρομους
σε τόπους βαλτωμένους.
Γιάτρισσα
Κλωνούς, φυλλάκια και ριζά
βρίσκω, ξεραίνω, τρίβω
και, στη χάση ή τη γέμιση,
της πάγχλωμης αρχόντισσας,
της κυβενήτρας της νυχτιάς της μαγιοφορτωμένης,
μιλημένα σκαρώνω γιατρικά,
με προσοχή και σύνεση, με μέτρημα και γνώση
μιας και όσα δίνουνε ζωή
και λύτρωση από πόνους,
τα ίδια αυτά στον ύπνο τον αιώνιο
βυθίζουν τους ανθρώπους.
Γιατρός
Με τη δροσιά της χαραυγής του δειλινού τον ίσκιο,
της μεγάλης ευθύνης το βάρος φέροντας,
σκευάζω και φτιάχνω,
από μέντα, σκόρδο δύσοσμο,
αγγελική και δυόσμο,
μάραθο, ρόδι, δίκταμο,
τσουκνίδα, και θυμάρι,
ρίγανη, δεντρολίβανο
κι απ’ άλλα χίλια μύρια της γης δωρίσματα,
σκευάζω και φτιάχνω
σκόνες, και αφεψήματα,
ματζούνια, καταπλάσματα,
βάλσαμα κι άλλα γιατρικά
να τα ’χω να γιατρεύομαι
και να γιατροπορεύω.

Για τα νεφρά τα άρρωστα,
για στομαχιού τους πόνους
μου ’μαθες το χαμαίμηλο, της γης το θείο δώρο,
και με τα δάκρυα κλαίουσας
τον πυρετό να ρίχνω.
Για τον βαθύ το βήχα,
που βασανίζει σωθικά και τα καταταράζει
τον καταπράσινο χυμό της ιερής μολόχας,
για τ’ ανακάτεμα του στομαχιού το δυόσμο
—που ’ναι καλός και σαν τριφτεί σε μέλη πονεμένα—.
Γιάτρισσα
Για να κοιμούνται τα παιδιά
αρκεί μια τόση δα γουλιά
της υπνοφόρου μύκωνος
και ο Μορφέας φτερωτός
στην αγκαλιά τα παίρνει.
Σαν αφορμίζουν οι πληγές,
με του ψωμιού τη μούχλα
κλείνουν, γιατρεύονται με μιας.
Του λιναριού το σπόρο λιώνοντας
φτιάχνω γιατρικά
για τα γυναίκεια πάθια,
τα έμμηνα.
Γιατρός
Να ξεχωρίζω μ’ έμαθες φαρμάκια από βοτάνια,
φίλτρα να φτιάχνω από βολβούς
από τα σπόρια σουσαμιού κι απ’ το γλυκό μέλι
και μ’ όλ’ αυτά
—κι άλλα πολλά που δεν τα φανερώνω—
αμίλητα φίλτρα σκαρώνω
να πιάνουν φλόγα τα κορμιά,
να συνταιριάζουν οι θνητοί
—ακόμα και οι αταίριαστοι—
ν’ σμίγουν οι αθρώποι
και να σφιχταγκαλιάζονται,
να μη χαθεί το γένος μας
κι αφανιστεί η φυλή μας.
Χορός ανδρών και γυναικών
Χάρη σε σένα και πάλι το γένος μας σώθηκε
και στη ζωή κρατήθηκε και ως τα τώρα πρόκοψε
με της φωτιάς τη θεία δύναμη
που γνώση δίνει και το νου λευτερώνει,
Πυρφόρε Προμηθέα
Προστάτη κι ευεργέτη μας

Βασιλική Π. Δεδούση
από το έργο «Προμηθεύς Πυρφόρος»

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Βασιλική Δεδούση — Το τραγούδι του γεωργού

Van Gogh  Σταροχώραφα Κατά Το Θερισμό
(Γεωργός – και η σύντροφός του)

Γεωργός
Τα μυστικά της Δήμητρας μου ’μαθες
και γίνηκα της γης τρυφερός εραστής,
και παιδευτής ακούραστος.
Μου ’πες:
«Στον ουρανό η ματιά σου πάντα.
Τ’ Αυγερινού το κάλεσμα,
του Αποσπερίτη τ’ αθόρυβο διάβα
μη χάνεις,
των εποχών τις αλλαγές μάθε ν’ ακούς,
να οσμίζεσαι απ’ των ανέμων την ανάσα
και τ’ αλλιώτικο φύσημα».
Γυναίκα
Μου πες: «Μάθε ν’ ανθίζεσαι,
πότ’ είν’ η ώρα, για σπορά,
για θερισμό, για λίχνισμα και γι άλεσμα
και γι αμπελιού τον τρύγο,
για λιόκαρπου το μάζωμα
και πότε πρέπει σ’ οψιγιά
ν’ απλώνεις τα σταφύλια».
Γεωργός
Και γίνανε τα φοβερά των εποχών γυρίσματα
φίλοι και σύμμαχοί μου.
Με χαλινάρια, με ζυγούς
τ’ άγριο ταυρί το μέρεψα,
και τ’ άτι το ατίθασο
φίλος μου γίνηκε
και γλήγορό μου πόδι.
Της μάνας Γαίας φροντιστής,
μ’ αυλάκια καλοφρόντιστα ποτίζοντας το χώμα,
καρπίζω τ’ άγονα, στα λεπτόγαια σπέρνω,
στα χρυσοτόπια της Δήμητρας
κυμματισμοί ευλογίας αέρινης,
των κόπων μου τα δώρα.
Αγρίμια δάμασα,
συντρόφους οικόσιτους, βοηθούς ακάματους
στο σκληρό της γης τ’ όργωμα τα ’καμα.
Το χέρι μου τ’ αδύναμο,
με τ’ αλετριού το σίδερο και του μυαλού τη φλόγα,
εγίνηκε κατακτητής
και στέριωσα και πρόκοψα.
Γυναίκα
Γεμάτη η αυλή μου μερωμένα ζωντανά,
όλα στη δούλεψή μου,
πλέριες οι αποθήκες μου,
με ξηροκάρπια και τροφές
για τους βαριούς χειμώνες.
Χορός
Κι αυτά χάρη σε σένα,
Πυρφόρε Προμηθέα,
προστάτη κι ευεργέτη μας.
Βασιλική Π. Δεδούση
από το έργο «Προμηθεύς Πυρφόρος»