Παρασκευή 3 Μαρτίου 2023

Μίλτος Σαχτούρης — Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη

Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη τεντώνει τὰ λουλούδια της
οἱ βραδινὲς καμπάνες τὴν κραυγή τους
κι ἡ κάτασπρη κοπέλα μέσα στὰ γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα τὸ αἷμα
ἀπ᾿ ὅλες τὶς σημαῖες ποὺ πονέσανε
ἀπὸ τὰ κυπαρίσσια ποὺ σφάχτηκαν
γιὰ νὰ χτιστεῖ ἕνα πύργος κατακόκκινος
μ᾿ ἕνα ρολόγι καὶ δυὸ μαύρους δεῖχτες
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα σύννεφο
κι οἱ δεῖχτες σὰ σταυρώνουν θά ῾ρχεται ἕνα ξίφος
τὸ σύννεφο θ᾿ ἀνάβει τὰ γαρίφαλα
τὸ ξίφος θὰ θερίζει τὸ κορμί της.

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023

Τάσος Λειβαδίτης — Αντίο

Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για
να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά

κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έζησα, κουρασμένος από τόσους
χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν
ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες,
αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε
πάντοτε έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την
τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία
ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ…

Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», (1985)

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το παιδί με τα σπίρτα

Το παιδί της μεγάλωσε. Έκλεισε σήμερα 
τα έξη του χρόνια. Το χτένισε όμορφα. 
Δε θάχει πια ανάγκη. Περνά και το βλέπει. 
Στη γωνιά της πλατείας στέκει σαν άντρας. 
Απ’ τα πέντε κουτιά τα σπίρτα έχει κιόλας 
πουλήσει τα τέσσερα. – Παίζει ο χειμώνας 
στα δέκα του δάχτυλα. Έγινε νύχτα. 
Κοιτάζει η μητέρα του δεξιά της, ζερβά της, 
         απάνω και κάτω. Σκοτάδι:
 
«Ας μπορούσεν ανάβοντας το παιδί μου ένα σπίρτο 
                 να φωτίσει τον κόσμο.»

Συλλογή "Η ΛΙΤΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ"

Νικηφόρος Βρεττάκος — Το αναγνωστικό «Ήλιος και ζωή»

Ήρθες προχτές και μου αντάλλαξες
το παρόν με το μέλλον. Κατάκλυσες
με φως τα τετράδια μου. Τόσος πολύς
ουρανός που περίσσεψε, τι να τον κάνω;
Λογαριάζω να γράψω λοιπόν το Αναγνωστικό της χαράς.
Το «Ήλιος και ζωή» για τ’ αγράμματα παιδιά του αιώνα μου.
                                                                                       Ένα
βιβλίο – βουνό, να γυρίζουν
στον ήλιο τη μέρα ανάμεσα στ’ άστρα
τη νύχτα οι σελίδες του.

Από τη συλλογή "ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ"

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Νικηφόρος Βρεττάκος — Η τιμή

Ο ουρανός και η γης με τίμησαν με τον πόνο.
Το έμαθα αργότερα, όταν κατάλαβα
πως το καλύτερο φως γίνεται απ’ το σκοτάδι·
μετά που ξεχείλισε μέσα μου η ποίηση
κι αρχίσαν ν’ ανάβουνε κεριά από χρόνο.
Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976)
Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Μενέλαος Λουντέμης – Η ψυχή μου έμεινε εξορία

«Απόψε είχαμε πλημμύρα…»
( Από γράμμα τους)

Ακούστε εσείς.
Εσείς που κοιμηθήκατε κι απόψε στα ζεστά,
σβήνοντας με μια κίνηση το φως.
Σαν τους θεούς που παίζουν τη «Δημιουργία»
(«Γεννηθήτω φως» — και εγένετο). Ακούστε με!

Τούτη την άναρθρη νύχτα που σωπαίνουν οι λύκοι –
γιατί ουρλιάζουν οι άνθρωποι. Ακούστε με.
Εσείς που κοιμάστε αγκαλιά με τα όνειρα.
Εσείς που σας φιλά στο στόμα η Ζωή.
Που σας χαϊδεύει με το μετάξι της. Εσείς.
Ακούστε με!
Λίγες μόνο ώρες απ’ τη στεριά,
και χίλια χρόνια μακριά απ’ την Οικουμένη,
παλεύει ένα ολομόναχο νησί
- πέτρινος αφαλός στο χάος της θάλασσας -,
στο ασίγαστο Αιγαίο, που σηκώθηκε ορθό.

Και χύθηκε πάνω στα γκρεμνά του.
Απόψε έφτασε εκεί ο Κατακλυσμός,
Ξεκολλημένος απ’ τις αλυσίδες της Μυθολογίας.
Κι έσπασε τους μύλους του νησιού.
Και χόρεψε στην πέτρινη ράχη του
Τον πυρρίχιο της λύσσας.

Απόψε βρέχει μαχαίρια η βροχή,
Και σκίζουν τις κοιλιές των τσαντιριών τους.
Ο βοριάς δείχνει ολόισα το νησί.
Και τα κύματα αδειάζουν τις άγριες δεξαμενές τους
Ίσα πάνω του.
Και σκάβουν, σκάβουν την πλαγιά.
( Κι ο κόσμος εγέμισε ρυτίδες…)

Α, τι κυλούν τις νύχτες οι κατεβασιές!
Τι παίρνουν, και τι φέρνουν, και τι κυνηγούν!
Τι μπόγους, τι σοδειές και τι υπάρχοντα!
Τι αίματα, τι δέματα και τι φυλαχτά…
Το γράμμα της μανούλας... που βράχηκε.
Και δε θα διαβάζεται πια.
( Κι ήταν τόσο λίγη η ορθογραφία της…)

Κι όλα αυτά γιατί; Μα γιατί;
Γιατί η ματιά τους είναι απλή και φεγγερή.
Γιατί ζεσταίνει τις πληγές του κόσμου.
Γιατί η μιλιά τους είν’ γλυκιά και ταπεινή.
Σαν την « επί του όρους» ο μ ι λ ί α.

Απόψε πάλι δε θα κοιμηθώ.
Απόψε πάλι θα βραχώ με τους βρεγμένους.
Και θα βογκήξω με τους άρρωστους.
Γιατί η ψυχή μου έμεινε εκεί..
Γιατί ο Γολγοθάς που με κάρφωσε
μου’ δωσε το σταυρό του μαζί μου…