Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
«πίσω απ’ τις λέξεις μου» έλεγε «στέκονται όρθιοι όλοι οι προσβλημένοι αυτού του κόσμου και χειρονομούν».
Κάθε που γίνονταν κακό, οπουδήποτε, αυτόν έλεγε ότι πρόσβαλαν˙ κάθε φορά κρατούσε το στήθος του σα να πληγώθηκε. Κι’ όταν μιλούσε, «πίσω απ’ τις λέξεις μου» έλεγε «στέκονται όρθιοι όλοι οι προσβλημένοι αυτού του κόσμου και χειρονομούν». Κ’ έλεγε: «εμένα πρόσβαλες κι ας είμαι ο οποιοσδήποτε σ’ ένα οποιοδήποτε σημείο της γης –ένας πολίτης σε μια πατρίδα ή κι απλώς ένας φιλοξενούμενος κάτω απ’ του ήλιου τη σκηνή, δίχως πατρίδα.»
Πιεσμένος στο χώμα, θα γυρίσω τις πλάτες μου να μη βλέπω και έρποντας, έρποντας, θ’ αποσυρθώ στο καλύβι μου, στο μέλλον μου, στη σκηνή μου, σε μια σταγόνα αέρος.
Όταν θα τελειώσουνε τα τραγούδια, όταν η ποίηση θα χτυπήσει τα χέρια της όπως όταν σημαίνει η τελευταία καμπάνα μιας μέρας που τέλειωσε – τότε, φτωχός, φτωχότατος άνθρωπος, ένα με τα πράγματα και τις πέτρες, θάχω βγάλει το ρούχο που μούδωσε ο Θεός, το καπέλο που με προστάτευε, τα παπούτσια, το ρολόι μου για το χρόνο, το δαχτυλίδι του αρραβώνα μου. Πιεσμένος στο χώμα, θα γυρίσω τις πλάτες μου να μη βλέπω και έρποντας, έρποντας, θ’ αποσυρθώ στο καλύβι μου, στο μέλλον μου, στη σκηνή μου, σε μια σταγόνα αέρος.
Η εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΤ1 ήταν αφιερωμένη στον μεγάλο Έλληνα ποιητή και στοχαστή Νίκο Καρούζο.
Η ταινία προσεγγίζει το ποιητικό έργο, τις φιλοσοφικές και κοινωνικές του αναζητήσεις, όπως και την προσωπικότητα του ποιητή. Μέσα από το δικό του λόγο, την ποίησή του, από τις απόψεις ανθρώπων του πνευματικού χώρου, όπως και από τις αφηγήσεις δικών του ανθρώπων, σκιαγραφείται η μεγαλειώδης μορφή του ανθρώπου και ποιητή.
Στὴ συνέχεια, ἡ κάμερα τῆς ἐκπομπῆς συναντᾶ τὸν καλλιτέχνη στὸ πατρικό του, στὴν ΚΥΨΕΛΗ. Ὁ ἴδιος περιγράφει τὴ θέση τῆς ποίησης στὴ ζωή του, τὶς ἀπρόβλεπτες συνθῆκες δημιουργίας τῶν ἔργων του, τὶς ἐπιρροές του, τὸ ρόλο τοῦ ποιητῆ στὴ σύγχρονη ἐποχή. Ἀκολουθεῖ προβολὴ πλάνων ἀπὸ τὴν ἐκδήλωση τῆς ἀπονομῆς του κρατικοῦ λογοτεχνικοῦ βραβείου στὸν ποιητὴ γιὰ τὸ συνολικό του ἔργο καὶ ἀπόσπασμα ἀπὸ παλαιότερη συνέντευξη του, μὲ ἀναφορὲς στὰ νεανικά του χρόνια, στὶς σπουδές του, στὴ γνωριμία του μὲ τὸν ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ καὶ τὸ ΝΙΚΟ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟ, στὶς ποιητικές του δημιουργίες, στὶς δύσκολες μέρες τῆς Κατοχῆς, στοὺς νεότερους ποιητές.
Ἔπειτα, ὁ ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΙΔΗΣ περιγράφει τὴν στενή φιλία του μὲ τὸν καλλιτέχνη, ἀναλύει τὴν παρουσία του καθρέφτη στὰ ἔργα του καὶ τὸ συμβολισμό του, ἐνῶ ἀκούγονται μελοποιημένα ποιήματα του. Παράλληλα, διαβάζονται ἀποσπάσματα ἀπὸ γνωστὰ ποιήματἀ του καὶ προβάλλονται μεταφράσεις τους σὲ διάφορες γλῶσσες.
Στὸ τέλος τῆς ἐκπομπῆς, ὁ καλλιτέχνης ἐμφανίζεται καταβεβλημένος καὶ κουρασμένος νὰ ἀναπολεῖ στιγμὲς ἀπὸ τὸ παρελθόν του.
Το άλλο του πόδι είναι ο σταυρός –το πλάτος και το ύψος του– είναι ο σταυρός του Ιησού στον αιώνα μας.
Το άλλο του πόδι δεν είναι εδώ ή εκεί, δεν είναι στο δάσος, ή μέσα στο χώμα. Το άλλο του πόδι είναι μες στην καρδιά μου, λιώνει εκεί, γίνεται λόγος, γίνεται η αυριανή μου φωνή. Το άλλο του πόδι είναι ο σταυρός –το πλάτος και το ύψος του– είναι ο σταυρός του Ιησού στον αιώνα μας.
Χρειάζεται ο καιρός ρούχα ψυχή μου, Για ώρες βροχής, για ώρες ανέμου, για ώρες αφέγγαρης λύπης και νύχτας.
Αυτή την τραχύτητα των λέξεων, ψυχή μου, πώς τη μπορείς; Χαμήλωσε τώρα, ή σώπασε, όπως οι πέτρες, ή όπως ο άλαλος πόνος, ή άλλαξε. Γίνου κάτι άλλο. Κάτι σαν την αφή του ήλιου στα δάχτυλα του τυφλού. Κλείσου τώρα και γνέσε, μαλλί του ήλιου, το αίμα σου, ζώσε τον κόσμο. Γίνου κλωστές, ώρα να υφάνουμε.
Χρειάζεται ο καιρός ρούχα ψυχή μου, Για ώρες βροχής, για ώρες ανέμου, για ώρες αφέγγαρης λύπης και νύχτας. Γύρω από την ερημιά της ελπίδας, χρειάζεται ο κόσμος έναν ορίζοντα. Γίνου καθώς απάνω απ’ τους λόφους κάποτε ο Μάης βροχούλα μετάξινη: