Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Ο Έρωτας στην ποίησή του

Orpheus and Eurydice - George Frederick Watts, 
British (London, England 1817 - 1904 Limnerslease, Compton, England)
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

Έρωτα, κύμα φωτεινό στη θύελλα των σκιών,
Εσύ δικαιώνεις τη ζωή γκρεμίζοντας τα ερέβη·
πάνω απ’ το σάλο υψώνεσαι, λαμπρόχρωμη αλκυών,
και των ματιών Σου η θαλπωρή το πέλαγο ημερεύει.
………………………………………………………..
Στης λογικής το πρόσταγμα η καρδιά δε θ’ αντιδρά,
σάρκα και νους θα δένονται στην άρπα Σου ένα τέλι
κι από τα δάση των ξανθών βλεφάρων Σου φαιδρά
θα βλέπουν οι έκθαμβοι άνθρωποι: τον Ήλιο ν’ ανατέλλει.

Είναι η πρώτη και η τελευταία στροφή ενός ποιήματος του Γιάννη Ρίτσου με τίτλο Ωδή στον Έρωτα. Η μεγάλη έκταση του ποιήματος, αποτελούμενου από 41 τετράστιχες στροφές (δηλαδή 164 συνολικά στίχους), δεν μας εκπλήσσει, αφού ο έρωτας αποτελεί για τον Ρίτσο μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, ένα σύνηθες μοτίβο στο τεράστιο σε ποσότητα και ποιότητα ποιητικό του έργο.
Από τα παιδικά, ανέφελα χρόνια του, ο ποιητής είχε δείξει σημάδια της ευαισθησίας του. Στη Μονεμβασιά, όπου και γεννήθηκε τον Μάιο του 1909, γινόταν ένα με τη φύση, κολυμπούσε, παρατηρούσε τα πουλιά και τα έντομα. 
Όταν ήταν μαθητής, τα τετράδιά του των μαθηματικών ήταν γεμάτα από ήλιους κι από λουλούδια. «Έφτιαχνα μαργαρίτες και παπαρούνες σβήνοντας τους αριθμούς» έλεγε ο ίδιος. 
............
Η Εαρινή συμφωνία, γραμμένη το 1938, αποτελεί την πρώτη εκτενή ποιητική συλλογή του Ρίτσου, με κύριο θέμα την ερωτική αγάπη. Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, ανήκει στην άνοιξη και στη μουσική. 
Την άνοιξη του 1938 ο Ρίτσος, βρισκόμενος ακόμη στο Σανατόριο της Πάρνηθας, έρχεται σε καθημερινή επαφή με τη Φύση, κι εκεί προαισθάνεται τον ερχομό της προδιαγεγραμμένης από τη Μοίρα γυναίκας:

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής…
Κ’ ήρθες εσύ.


«Κάθε ποιητής προσφέρει στίχους στην αγαπημένη του – αυτά είναι τα δώρα που διαθέτει. Το ερωτικό ποίημα είναι μια εκτόνωση: ναρκισσική επίδειξη, χειρονομία και γητειά. Ο έρωτας θέλει να φανερωθεί, να διαιωνιστεί, να γραφτεί στο μάρμαρο. 
Ο Ρίτσος γράφει ποιήματα, και, σαν τα ωδικά πτηνά, δεν ακούει παρά τον κελαδισμό του. Η αμαρτωλή Βαβυλώνα έχει λησμονηθεί. Το σώμα του φυματικού αναπαύεται σε μια “λευκή χιονισμένη κορυφή”. Το πνεύμα του απολαμβάνει το απόλυτο που έχει εισβάλει στη ζωή του: τον τέλειο έρωτα, την ιδανική γυναίκα, τη λύτρωση από τον πόνο. Αυτή είναι η ύλη της “Εαρινής συμφωνίας”, ποιήματος ενός ζεύγους θνητών», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης («Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος», σ. 88).

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ’ όνειρο
κ’ η φθορά έχει φθαρεί.
Κ’ ήρθες εσύ.
………………
Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
………………
Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;


O ποιητικός λόγος του Ρίτσου κυλάει σαν το γάργαρο νερό μιας αστείρευτης κι αμόλυντης πηγής. Συλλαβές και λέξεις μοιάζουν με νότες μιας επουράνιας μελωδίας. Φράσεις και στίχοι αποπνέουν μιαν άφατη τρυφερότητα, και συγχρόνως ένα πάθος φλογερό κι ασίγαστο…

Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό
το φως της αυγής
και το αίμα μου.
…………………
Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.


Αναμφισβήτητα, η αγάπη στην Εαρινή συμφωνία έχει τη μορφή της αγιότητας.

Τυλιγμένος εγώ το κορμί σου
γυμνός
δίχως άνθος φωνή και τραγούδι.
Κανένα φως άλλο
να μην ισκιώνει το φως
που ανατέλλει απ’ τη σάρκα σου.
Η αγάπη
πιο μεγάλη
απ’ τη σιωπή
γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
και γεμίζει το απέραντο χάσμα
με φτερά και λουλούδια.
Κλείνω τα μάτια.
Ζω κι αγαπώ.


«Ο έρωτας που ο Ρίτσος υμνεί στην Εαρινή συμφωνία δεν είναι φαινόμενο κοινωνικό, αλλά θεμελιακό ένστικτο. 
Είναι μια ειμαρμένη που οδηγεί στην αποθέωση (Δάντης – Βεατρίκη) ή στο θάνατο (Ρωμαίος – Ιουλιέτα). Υπό αυτές τις συνθήκες, το ποίημα είναι γέννημα μεθυστικής ευφορίας. 
Ο ποιητής έχει την απόδειξη της εντελέχειάς του, πάει να πιστέψει πως είναι θεόπνευστος, αν όχι θεός. Ο οίστρος που τον κεντά τον κάνει ικανό ν’ ανακαλύπτει πράγματα άγνωστα στους κοινούς θνητούς. Οι ομότεχνοί του βάζουν σε τάξη κανονικά βιώματα, μπορεί μάλιστα να υπερτερούν σε τεχνουργία και λογική συνέπεια. Ο δαίμων είναι εκείνος που δεν τιθασεύεται· αυθαδιάζει, παραληρεί, εκτροχιάζεται, υπερβαίνει τα όρια» αναφέρει ο Παντελής Πρεβελάκης (σσ. 88 – 89).

Αγαπημένη
όλη η ψυχή μου τρέμει
φύλλωμα ευγνωμοσύνης.
Γονατισμένος προσεύχομαι.
Θεέ μου Θεέ μου
η αγάπη μου ’χε λείψει
για να χαρώ και να νοήσω
το μεγαλείο σου.


Από την αρχέγονη ανάγκη του άντρα να συνδέσει την αγαπημένη του με το δικό του παρελθόν, και να την κάνει να γνωρίσει τις ρίζες του, ο ιδανικός εραστής της Εαρινής συμφωνίας οδηγεί τη γυναίκα που αγαπά στη γενέθλιο γη, και την εγκαθιστά στο ερημωμένο πατρικό του σπίτι.

Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.
Πάμε στους αγρούς
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και την καινούργια χλόη.


Στις παιδικές αναμνήσεις, η μορφή του Χριστού παρουσιάζεται ως κυρίαρχη.

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
………………………….
Αγαπημένη
κόβοντας χαμομήλια
και βλέποντας τη θάλασσα
θα ξαναπούμε
την παιδική μας δέηση
μαζί με τα πουλιά και με τα φύλλα.
Κι από βαθιά κι από μακριά τα σήμαντρα
των παιδικών εκκλησιών
θα τραγουδούν το τραγούδι
της τρυφερής Ναζαρέτ
πάνω απ’ τους πράσινους κάμπους.


Η ευτυχία των δύο νεαρών εραστών της Εαρινής συμφωνίας είναι άθικτη, αράγιστη, αδιασάλευτη· το νεαρό ζευγάρι ζει «μές στην πλήρη στιγμή, μές στην αιωνιότητα». Hic et nunc! Εδώ και τώρα!

Ένας γόος ευτυχίας
ανεβαίνει απ’ τα σπλάχνα της γης
απ’ τα σπήλαια του δάσους
μές στην έκθαμβη νύχτα
διαπερνάει το χρόνο
και το διάστημα.
Μέσα του σφαδάζει
όλη η ζωή κι όλος ο θάνατος.


Ο ποιητής της Εαρινής συμφωνίας είναι «ένα παιδί που κοιμήθηκε είκοσι οκτώ Απριλίους για να ξυπνήσει στα χέρια» της γυναίκας που του ’χε γράψει η Μοίρα.

Αγάπη Αγάπη
δε μου ’χες φέρει εμένα
μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
…………………………………………….
Γι’ αυτό κ’ οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ’ την καρδιά μου Αγάπη.
……………………………………………
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.
……………………………………..
Για σένα Αγάπη ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
είταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να ’βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.
…………
Πώς θα πληρώσεις τώρα…
ένα παιδί που κοιμήθηκε
εικοσιοκτώ Απριλίους
για να ξυπνήσει στα χέρια σου;


Τώρα πια ο λυτρωμένος ποιητής υμνεί, ψάλλει το μεγαλείο του απόλυτου έρωτα, την ακυβέρνητη ορμή του παράφορου και παντοδύναμου ερωτικού πάθους.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.
Άξιζε να υπάρξουμε
για να συναντηθούμε.
………………………
Μές απ’ το βλέμμα σου
αγαπημένη
κοιτάω τον κόσμο.
…………………...
Δεν ξέρω πια να τραγουδώ.
Σου ανήκω.
Η ζωή μού ανήκει.


Ο ποιητής της Εαρινής συμφωνίας αναπολεί με απέραντη νοσταλγία τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια, δίπλα στην αγαπημένη του· γλυκό καταφύγιο, λιμάνι απάνεμο η αγκαλιά της · κι εκεί βρίσκει ξανά τη χαμένη του μητέρα.

Αγάπη εσύ μου ξανάφερες
τ’ άσπρα πουλιά της μητέρας
κι αυτή την άγκυρα που δένει
στο σιγανό λιμάνι
τα πληγωμένα καΐκια.
Όλη μου η ομορφιά συνάζεται
για να στολίσει τα μαλλιά σου.
Κι ό,τι γλυκό και τρυφερό
που είταν δικό μου κ’ έμενε σαν ξένο
και μ’ είχε λησμονήσει
ξανάρχεται στα χέρια σου
να ζεσταθεί
να ξαναζήσει
και να σε φιλήσει.


Ο ποιητής εκστασιάζεται και παραληρεί, κυριευμένος από έναν άνευ ορίων έρωτα, από μιαν απροσμέτρητη και υπεράνθρωπη ευτυχία.

Πώς θα βαστάξουμε
στους φιλημένους ώμους μας
όλη την πλάση;
……………….
Η πλήρωση έφτασε.
Δε μένει τίποτ’ άλλο.
Τύλιξέ με.
Φοβούμαι αγαπημένη.
Πώς μπορεί η γη
να κρατήσει στα χέρια της
τόση ευτυχία;

Όμως, ο αποχαιρετισμός πλησιάζει, αφού κάθε ανθρώπινο γεγονός εμπεριέχει τη φθορά και την καταστροφή του. Κι αυτός που απομακρύνεται είναι ο άντρας.

Όχι. Όχι.
Δε θέλω να φύγω.
Κράτησέ με.


Η θεϊκή τους ευδαιμονία δεν κράτησε παρά ελάχιστους μήνες, από την άνοιξη μέχρι το τέλος του φθινοπώρου.

Μας άγγιξε ψυχρό
το φθινοπωρινό λυκόφως.
…………………………..
Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμών μαντήλια.


Η θνητή αγαπημένη, δίχως φωνή, βουλιάζει στην εξαθλίωση, ενώ -αντίθετα- ο ποιητής φλέγεται από έναν δημιουργικό πυρετό.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ’ τη λύπη σου
φως κ’ αίμα
τραγούδι και σιωπή.
…………………….
Ανοίχτε τα παράθυρα.
……………………….
Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.


Στις Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου (1938 – 1941) ανήκει το Γυμνό, ένα επτάστιχο θαυμάσιο ποίημα με καθαρά ερωτικό χαρακτήρα.

Εδώ, στην ακαταστασία της κάμαρας,
ανάμεσα στα σκονισμένα βιβλία
και στα γεροντικά πορτραίτα,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι τόσων σκιών,
μια στήλη ασάλευτο φως,
εδώ, σ’ αυτή τη θέση
που ’χες γδυθεί μια νύχτα.


Στις Ασκήσεις, μια υπέροχη ποιητική συλλογή, γραμμένη την δεκαετία 1950 – 1960, διαβάζουμε ένα θαυμάσιο ποίημα, όπου με τρόπο λιτό αλλά μεστό ο Ρίτσος υμνεί τον έρωτα. Ο τίτλος του Φως.

Ένα κλαδάκι μυγδαλιάς
μπρος στο παράθυρο,
ένα κλαδάκι μοναχά
σου κρύβει το μισό χωριό.
Ο έρωτας με την παλάμη του
σου κρύβει όλο τον κόσμο.
Μένει το φως μονάχα.


Στην ίδια συλλογή ανήκει και το ερωτικό ποίημα με τίτλο Δύο.

Την ώρα που σφίγγαμε τα χέρια, δεν άκουγες
τον αγέρα που χωνόταν ανάμεσα στις παλάμες μας.
Είταν η μνήμη κιόλας που προετοιμαζόταν.
Είταν ο χωρισμός πριν απ’ την ένωση. Δεν άκουγες.
Είσουνα ολόκληρη· ζωσμένη όλη τη γύμνια σου,
τόσο περήφανα απροστάτευτη, σαν ένα δάσος μές στην πυρκαϊά.


Από τον Απρίλιο του 1974 έως τον Ιούλιο του 1975, ο Γιάννης Ρίτσος, εμπνευσμένος από την τραγωδία του Ευριπίδη «Ιππόλυτος Στεφανηφόρος», γράφει τη Φαίδρα, ένα από τα υπέροχα εκείνα αρχαιόθεμα, μυθολογικά ποιήματά του. Θεματικό πυρήνα του εκπληκτικού αυτού ερωτικού ποιήματος αποτελεί ο πασίγνωστος – ήδη από την αρχαιότητα – μύθος της Φαίδρας, θυγατέρας του Μίνωα και της Πασιφάης, και συζύγου τού Θησέα, η οποία κυριεύεται από ένα ανόσιο και παράφορο ερωτικό πάθος για τον Ιππόλυτο, γιο του άντρα της Θησέα από την πρώτη του γυναίκα, την Αμαζόνα Αντιόπη. 

Ο πανέμορφος νεαρός Ιππόλυτος, αφιερωμένος στην παρθενική Άρτεμη, τη θεά της αγνότητας και του κυνηγιού, προτιμάει τα κυνήγια του από τον έρωτα που του προτείνει η μητρυιά του, υποκινούμενη από τη θεά Αφροδίτη. Η Φαίδρα, παραφρονημένη από τον άμετρο έρωτά της, καταγγέλλει στον Θησέα τον γιο του πως δήθεν θέλησε να την βιάσει, και ο Θησέας εξοργισμένος ή τον εξορίζει ή (σύμφωνα με άλλη παράδοση) εμπιστεύεται την εκδίκησή του στον Ποσειδώνα, ο οποίος βγάζει από τα κύματα έναν τεράστιο δράκοντα, κάνει τα άλογα που σέρνουν το άρμα του Ιππολύτου να αφηνιάσουν, και τελικά προξενεί τον θάνατό του. Η Φαίδρα καταλαμβάνεται από τύψεις, και αυτοκτονεί.
Η Φαίδρα του Γιάννη Ρίτσου είναι έρμαιο της Μοίρας. Ο ποιητής το δηλώνει αυτό από την αρχή, καθώς θέτει στην προμετωπίδα του ποιήματός του, που το αφιερώνει στον Γιάννη Τσαρούχη, τους ευριπίδειους στίχους από τον «Ιππόλυτο»: «Είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν». Η Φαίδρα υποκύπτει στην ερωτική μανία που της έχει εμφυσήσει η θεά Αφροδίτη. Το πάθος της δεν έχει ψυχολογικά αίτια, όπως π.χ. της Μήδειας, που αφηνιάζει από ζήλια, όταν την προδίδει ο Ιάσων, ή της Διδούς, που αλλοφρονεί, όταν την εγκαταλείπει ο Αινείας. Το πάθος της Φαίδρας είναι θεόσταλτο. Όσο για τον Ιππόλυτο, που περιφρονεί τον νόμο του έρωτα, τελικά γίνεται κι αυτός θύμα της Αφροδίτης. «Χωράει τόση οργή στις θεϊκές ψυχές;» αναρωτιέται ο μέγιστος Λατίνος ποιητής Βιργίλιος, με αφορμή τον κατατρεγμό τού Αινεία από την Ήρα… («Αινειάς» Ι, 11: tantaene animis caelestibus irae?).
Στο προλογικό σημείωμα του ποιήματος, το σκηνικό του οποίου τοποθετείται σ’ ένα αρχοντικό στην Τροιζήνα, ο Ρίτσος γράφει μεταξύ άλλων: «Ανοιξιάτικο απόγευμα, πολύ ήσυχο… Στη μεγάλη…κάμαρα, μια γυναίκα, ίσως πάνω από σαράντα χρονώ, σε μια πλεχτή κουνιστή πολυθρόνα, λικνίζεται ελαφρά… Η ακρίβεια του ρυθμού δείχνει μια αυστηρή θέληση που κινδυνεύει… Κρατάει τα μάτια της κλεισμένα… Άσπρες λεπτές κουρτίνες στα παράθυρα. Ανάμεσα στις δυο ανοιχτές μπαλκονόπορτες… ένας μεγάλος καθρέφτης. Ένα μαρμάρινο τραπέζι…Το φως, παρ’ ότι πλησιάζει το λιόγερμα, παραμένει λευκό, διάχυτο… Άξαφνα, έξω στην αυλή, οπλές αλόγων, αλυχτήματα σκυλιών, μια νεανική φωνή, κυριαρχική. Ταυτόχρονα, ο καθρέφτης, το τραπέζι, οι κουρτίνες, οι τοίχοι, πορφυρώνουν. Η γυναίκα σηκώνεται με απότομη κίνηση… Βγαίνει στο διάδρομο. Ακούγεται η φωνή της. Ίσως κάτι παραγγέλνει στην Τροφό. Επιστρέφει. Το δωμάτιο κατακόκκινο, κι αυτή κατακόκκινη. Παίρνει την πρώτη θέση της – ακίνητη τώρα. Αμέσως μπαίνει ο νέος… Όμορφος, ιδρωμένος, με ανάστατα μακριά χρυσά μαλλιά. Σίγουρα γυρίζει από κυνήγι. Χαιρετάει με σεβασμό, που δεν του λείπει κάποια αμηχανία. Η γυναίκα κοιτάζει τα εύγραμμα πόδια του, ξαναμμένα απ’ τον ήλιο… Μικρή σιωπή. Του δείχνει την πολυθρόνα αντίκρυ της. Το φως του δωματίου γυρίζει απ’ το κόκκινο προς το χρυσό μενεξελί. Τον κοιτάζει πάντα στα πόδια, όχι στο πρόσωπο… Με μια χειρονομία ανεξήγητα προκλητική, ανάβει τσιγάρο… Φυσάει τον καπνό… Μιλάει».

Σε κάλεσα. Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω. Περιμένω να βραδιάσει,
να μεγαλώσουν στον κήπο οι σκιές, να μπουν στο σπίτι
οι σκιές των δέντρων και των αγαλμάτων, να μου κρύψουν το πρόσωπο, τα χέρια,
να μου κρύψουν τα λόγια που, ασχημάτιστα ακόμη, διστάζουν· - αυτά που δεν ξέρω,
που τα φοβάμαι.

Η Φαίδρα έχει πια παραδοθεί σ’ ένα μακρό μονόλογο, ενώ ο νέος παραμένει σιωπηλός. Κάθε λέξη της είναι πυρωμένη από αισθησιασμό.

Η αγιότητα της στέρησης –
έτσι έλεγες· - δεν καλοθυμάμαι· (της στέρησης ή της άρνησης έλεγες;).
Τι αστόχαστα λόγια –
η νίκη της θέλησης έλεγες – ποια θέληση; ποια νίκη; -
………………………………………………………….
Την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία
δεν την πιστεύω· - ανημπόρια τη λέω, δειλία τη λέω· -


Το ανυπόταχτο ερωτικό πάθος της την ωθεί στην επιθυμία να φορέσει τα ρούχα κάποιου δούλου του, και να τον ακολουθήσει στα κυνήγια του.

Κάποτε σκέφτηκα
να φορέσω τα ρούχα ενός δούλου σου ή ενός ιπποκόμου για να ’ρθω μαζί
σου στο κυνήγι,
να σε γνωρίσω στο χώρο σου, - πώς τρέχεις, πώς σκοπεύεις, πώς σκοτώνεις,
να παρακολουθήσω τις ωραίες, ανεξάρτητες κινήσεις σου…
…………………………………………………………………
Δε σ’ το κρύβω:
πολλές φορές ονειρεύτηκα να κρυφτώ σ’ ένα θάμνο, στο δάσος,
να κινώ σαν αγρίμι τα κλαδιά, να με τοξεύσεις,
να ’μαι το σπάνιο θήραμά σου· - όταν θα μ’ έπαιρνες μετά στα χέρια
σου να με φέρεις στο αμάξι
θα ’χα στα μάτια μου λέω δυο πράσινα φύλλα για να μπορείς να σκύψεις
σιμότερα στο πρόσωπό μου.
Τι κυνηγάς, αλήθεια; Μήπως
όλα σου τα θηράματα τα προσφέρεις στην Άρτεμη; Πολύ θα το ’θελα ωστόσο
ένα φτερό σε χρώμα βαθυγάλαζο για το καπέλο μου· - ίσως θα μπορούσες
ν’ αφιερώσεις κάτι και σε μένα. Βαθυγάλαζο, ναι,
όπως τα μάτια μου, και τα δικά σου εξάλλου…
………………………………………………….
… Ίσως και συ να το ξέρεις:
τα πιο όμορφα πράγματα τα λέμε συνήθως
για ν’ αποφύγουμε να πούμε μιαν αλήθεια· κ’ ίσως
αυτή η αποσιωπημένη αλήθεια να ’ναι που δίνει
τη μεγάλη ομορφιά κι αοριστία
σ’ αυτά τα τετριμμένα ξένα λόγια…
Η αοριστία πάντα
μαρτυράει κάτι βαθύ κι ορισμένο – πιθανόν τραγικό ή και κτηνώδες –
μια θυσιασμένη επιθυμία…
…………………………….
Τούτο το σπίτι
είναι γεμάτο απ’ τον ίσκιο σου. Το σπίτι είναι σώμα, - το αγγίζω, με αγγίζει,
κολλάει απάνω μου, τις νύχτες ιδίως…
Δεν έχω πια πού να κρυφτώ. Κλείνω σφιχτά τα μάτια
και φέγγω ολόκληρη και βλέπομαι
στιλπνή, γλιστερή, αμετακίνητη.
Το σπίτι είναι σώμα·
είναι το σώμα σου, μαζί με το δικό μου…


Ο λόγος της Φαίδρας του Γιάννη Ρίτσου κυλάει εντυπωσιακά ασυγκράτητος, ολόφωτος, πύρινος. 
Η γυναίκα βρίσκεται ολοκληρωτικά στο έλεος της Αφροδίτης. Ωστόσο, είναι υποχρεωμένη να κρύβει το πάθος της πίσω από ένα προσωπείο, κι όλο να φοβάται μήπως πέσει αυτό το προσωπείο και φανεί το αληθινό της πρόσωπο.

Βράδιασε πια. Σκοτείνιασε. Δε βλέπω τη μορφή σου. Καλύτερα. Δε βλέπω
την προσωπίδα σου (γιατί φορείς και συ προσωπίδα· αγιότητα πες την,
αγνότητα πες την – προσωπίδα). Καλύτερα έτσι. Μαντεύω μές στον ίσκιο
τον αποτροπιασμό σου. Ω ανόητε ωραίε, - να το θυμάσαι:
αυτοί που πόνεσαν πολύ γνωρίζουν να εκδικούνται…
Τι πικρά που νυχτώνει.
Βγήκαν τ’ αστέρια. Τρυπούν σαν αγκάθια…


Ένα απέραντο χάσμα χωρίζει την ερωτευμένη γυναίκα από τον παρθενικό νέο, ένα χάσμα που παραμένει κυριολεκτικά αγεφύρωτο. Και η Φαίδρα διερωτάται:

Μη τάχα προορισμός της γυναίκας είναι η γέννηση; ή μήπως
προορισμός της αθέλητος ο έρωτας; - το μαρτύριο κ’ η δόξα του ανθρώπου.
Μπορείς να πηγαίνεις.
Και στο τέλος ξεσπάει με συντριβή:
Φύγε, λοιπόν. Τι μου στέκεις εκεί απολιθωμένος; Έμπα στο λουτρό σου,
έμπα να ξεπλυθείς απ’ τα ανόσιά μου λόγια, απ’ τα ανόσιά μου μάτια,
απ’ τα κόκκινα, λασπωμένα μου μάτια.
Ίσως κει μέσα
ν’ αφαιρέσεις για λίγο και συ το προσωπείο σου, τη γυάλινή σου πανοπλία,
την παγωμένην αγιοσύνη σου, τη φονική σου δειλία. Φεύγα σου λέω.
Δεν αντέχω
την ύβρη της σιωπής σου…

Στο σημείωμα του επιλόγου ο Ρίτσος σημειώνει μεταξύ άλλων: 

«Σηκώνεται πρώτη…Προχωρεί προς τη μεσαία πόρτα…, εξαφανίζεται… Ο νέος φεύγει… πιθανόν προς το λουτρώνα. Η αίθουσα ολότελα άδεια, βουβή. Άξαφνα κατακλύζεται από ήχους νερού που διαρκώς δυναμώνουν, σαν κάποιος, πλάι, εκεί κοντά, παίρνει το λουτρό τού εξαγνισμού…. Λίγο αργότερα, έξω στην αυλή, θόρυβος από τροχούς άμαξας και οπλές αλόγων. Απ’ τα δεξιά μπαίνει ένας άντρας (ο Θησέας). Ανάστημα επιβλητικό, σκοτεινό. Κανείς εδώ;…. Ανάβει τη λάμπα. Πλησιάζει τη μεσαία πόρτα. Φωτίζεται το εσωτερικό. Στο δοκάρι της οροφής, η κρεμασμένη. Ένα μεγάλο χαρτί στη ζώνη της. Το παίρνει. Διαβάζει: “Ο γιος σου, ο γιος της Αντιόπης, δοκίμασε να με βιάσει”. Κραυγή. Όχι θρήνος. Κατάρα. Η τρομερή προσταγή. Συνάζονται δούλοι, αμαξάδες, η γριά Τροφός, υπηρέτριες. Ο νέος βγαίνει απ’ το λουτρό…Ακούει σιωπηλά την καταδίκη του. Γονατίζει. Έξω, στην αυλή, οι προβολείς των δύο αμαξιών…ρίχνουν σταυρωτά τις σκιές των δύο αγαλμάτων, της Αφροδίτης και της Άρτεμης, πάνω στο σώμα της κρεμασμένης».

Το βιβλίο με τίτλο Ερωτικά περιλαμβάνει ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, γραμμένα μεταξύ των ετών 1980 – 81. Τα ποιήματα αυτά αποτελούν τρεις επιμέρους ενότητες: Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον, Γυμνό σώμα και Σάρκινος λόγος. Το ερωτικό στοιχείο δεσπόζει στις περισσότερες συνθέσεις του Ρίτσου, που γράφτηκαν από το 1977 μέχρι το 1985, δηλ. κατά την τελευταία δεκαετία, η οποία αναμφίβολα υπήρξε η πιο δημιουργική και της ζωής και του έργου του ποιητή.
Στα «Ερωτικά», η ερωτική αγάπη, και ως σεξουαλικό ένστικτο και ως έξαρση συναισθημάτων, δημιουργεί μέσα στην καθημερινότητα έναν ολόφωτο χώρο μαγείας, έναν χώρο ιδανικό που κανείς και ποτέ δεν είναι δυνατόν να παραβιάσει. 
Στην ενότητα Σάρκινος λόγος, εντυπωσιαζόμαστε από την παρουσία της φύσης, καθώς οι αναφορές του ποιητή σε φυτά και άνθη, σε ζώα κι έντομα, αλλά και σε μουσικά όργανα ή σε αντικείμενα τεχνολογικού πολιτισμού, κυριολεκτικά κυριαρχούν. Όλα ηχούν, παράγουν μουσική, κινούνται, μετακινούνται. Η ερωτική μέθη και η συναισθηματική ένταση των προσώπων διατυπώνονται με τις εικόνες ενός φυσιολατρικού στοιχείου που κατακλύζεται από ζωή, που βρίσκεται σε οργιαστική κίνηση και σε ερωτική έξαρση.

Θέλω να περιγράψω το σώμα σου.
Το σώμα σου είναι απέραντο.
Το σώμα σου είναι ένα λεπτό ροδοπέταλο σ’ ένα ποτήρι καθαρό νερό.
Το σώμα σου ένα άγριο δάσος…
Το σώμα σου βαθειές νοτισμένες κοιλάδες πριν βγει ο ήλιος.
…………………………………………………………………
Το σώμα σου απερίγραπτο.
Και θέλω να το περιγράψω,
να το κρατήσω πιο σφιχτά στο σώμα μου,
να το χωρέσω και να με χωρέσει. 
«Σάρκινος λόγος» 11. [απόσπασμα] 

Ο Ρίτσος, σε μια συνέντευξή του στον Οζντεμίρ Ιντσέ, υποστήριξε ότι η συγγραφή ερωτικών ποιημάτων αποτελεί γι’ αυτόν αντίδοτο στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου και τη γήρανση του σώματος.

Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ’ εμένα.
Καλυμμένη απ’ τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ’ τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ’ την πράξη του
έρωτα. 
«Σάρκινος λόγος» 1. [απόσπασμα] 

Και μόνον από το απόσπασμα αυτό του Σάρκινου λόγου, ο Γιάννης Ρίτσος, ο προταθείς 7 φορές για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο κορυφαίος ποιητής στον οποίο το 1977 απονεμήθηκε το Βραβείο Λένιν, ο απαράμιλλος δημιουργός της Σονάτας του Σεληνόφωτος, του Επιταφίου, της Ρωμιοσύνης και γενικότερα ενός εκτενέστατου και πολυδιάστατου ποιητικού έργου, αποδεικνύεται αναμφίβολα ως ένας βαθύτατα ερωτικός ποιητής…

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από κοντά μας τον Νοέμβριο του 1990. Και διερωτάται κανείς: «Στ’ αλήθεια έφυγε;» Πονάει, πράγματι, η έλλειψη της φυσικής παρουσίας του για όσους γνώρισαν από κοντά τον ωραίο, ερωτικό, αιώνιο, έφηβο· παραμένει όμως η ουσία της ζωής του, η Ποίηση!

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
Δυο μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα. 
«Γυμνό σώμα» 1. [απόσπασμα] 

Και, μ’ αυτή την Ποίηση, ζούμε, ερωτευόμαστε, θυμόμαστε, ονειρευόμαστε και προσμένουμε… Οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου αγγίζουν και ζεσταίνουν μ’ έναν τρόπο μαγικό τις ανθρώπινες καρδιές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στον κόσμο ολόκληρο…
Στα χρόνια που πέρασαν… 
Στα χρόνια που ζούμε… 
Στα χρόνια που θα ’ρθουν…

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Pedro Salinas — Μνήμη στα χέρια - La memoria en las manos

Σήμερα είναι τα χέρια μνήμη.
Η ψυχή δεν θυμάται, πονάει
απ' την τόση ανάμνηση. Αλλά στα χέρια
μένει η ενθύμηση εκείνου που κράτησαν.
Ενθύμιο μιας πέτρας
που βρέθηκε δίπλα σ' ένα ρυάκι
και τη σηκώσαμε αφηρημένοι
χωρίς να καταλαβαίνουμε την ευτυχία μας.
Αλλά το τραχύ της βάρος
μας έκανε να αισθανθούμε πως επιτέλους κρατούσαμε
τον πιο ωραίο καρπό των καιρών.
Εύκολα γνωρίζει κανείς
το βάρος μιας πέτρας μέσα στα χέρια.
Σε μια πέτρα βρίσκεται
η υπομονή του κόσμου, που ωρίμασε αργά.
Αναρίθμητο άθροισμα
από μέρες και νύχτες, ήλιους και νερά
που της προσέδωσαν αυτή την αδέξια και σκληρή μορφή
που δεν ξέρει να συμπεριφέρεται τρυφερά και υπάρχει
αινιγματικά, μοναχά με το βάρος της.
'Ηταν πάντοτε ακίνητη,
χωρίς κάποιον να την αναζητά, περίκλειστη
σε μια βούληση πυκνή και σταθερή
για να μην πετάξει σαν πεταλούδα
για να μην είναι ωραία σαν τον κρίνο
για να περισώσει από ζήλιες την αγνότητά της.
Πόσοι ευλύγιστοι κρίνοι, πόσες εύθραυστες
λιβελούλες δεν έχουν πεθάνει, εκεί, στο πλάι της,
επειδή έτρεξαν τόσο προς την άνοιξη!
Εκείνη ήξερε να περιμένει χωρίς να ζητάει τίποτα
πέρα απ' την αιωνιότητα της καθαρής ύπαρξής της.
Επειδή αρνήθηκε τα πέταλα και την πτήση
είναι ζωντανή και μου μαθαίνει
πως μια αγάπη πρέπει ίσως να στέκει ακίνητη, πολύ ακίνητη,
ν' αφήνει τα ψεύτικα φτερά της βιασύνης
και να κατανικά έτσι τον δικό της τον θάνατο.
Θυμούνται ακόμα εκείνα, τα χέρια μου,
πως κράτησαν ένα αγαπημένο κεφάλι στις παλάμες τους.
Τίποτα πιο μυστηριώδες σ' αυτόν τον κόσμο.
Τα δάχτυλα αναγνωρίζουν τις τρίχες των μαλλιών,
αργά, μία μία, σαν φύλλα
ημερολογίου: είναι ενθυμήματα
από άλλες τόσες, εξίσου αμέτρητες,
ευτυχισμένες μέρες
πειθήνιες στην αγάπη που τις αναζωογονεί.
'Ομως, ψαύοντας την αδυσώπητη μορφή
που πίσω απ' τη σάρκα μάς αντιστέκεται
οι παλάμες απομένουν τυφλές.
Δεν είναι χάδια, όχι, αυτό που επαναλαμβάνουν
περνώντας και ξαναπερνώντας πάνω απ' τα κόκκαλα:
είναι ερωτήσεις δίχως τέλος, είναι αγωνίες
ατελείωτες που έγιναν φλογερές αφές.
Και τίποτα δεν τους αποκρίνεται: μια υποψία
πως όλα μας ξεγλιστρούν και μας διαφεύγουν
όταν ανάμεσα στα χέρια μας τα πιέζουμε
μεγεθύνοντάς τα στη ζέστη του μετώπου εκείνου.
Το κεφάλι παραδίδεται. Είναι η παράδοσή του απόλυτη;
Το βάρος στα χέρια μας αυτό υπαινίσσεται,
τα δάχτυλα το πιστεύουν
και θέλουν να πειστούν: ψαύουν, ψαύουν.
Αλλά μια σκοτεινή φωνή πίσω απ' το μέτωπο
-το μέτωπό μας ή το δικό της;-
μας λέει πως το πιο μακρινό μυστήριο,
επειδή βρίσκεται τόσο κοντά μας, είναι ανέγγιχτο
απ' αυτό το θνησιμαίο σαρκίο με το οποίο ψάχνουμε,
εκεί, στην άκρη των δαχτύλων μας,
την αόρατη παρουσία.
Έτσι κρατώντας στα χέρια ένα κεφάλι
τίποτα δεν γνωρίζεις, τίποτα,
μόνο πως είναι το μέλλον που αποφασίζει
είτε για τη ζωή είτε για τον θάνατό μας
πίσω από τούτα τα δύστυνα χέρια, τα ξεγελασμένα
από την ομορφιά που κράτησαν.
Μέσα σε χέρια τυφλά
που δεν μπορούν να ξέρουν. Που μόνη τους πίστη είναι
να 'ναι καλοσυνάτα, να δίνουν χάδια
χωρίς να παντρεύονται, μονάχα για να δουν αν έτσι κερδίζουν
-όταν το αγαπημένο κεφάλι θα έχει ξαναβρεθεί
στους ώμους του επάνω
και θα μοιάζει να μην έχει μείνει τίποτα μες στις παλάμες-
τον θρίαμβο να μην είναι ποτέ πια άδεια.
(Μακρύς θρήνος, 1975)
La memoria en las manos
Hoy son las manos la memoria.
El alma no se acuerda, está dolida
de tanto recordar. Pero en las manos
queda el recuerdo de lo que han tenido.
Recuerdo de un piedra
que hubo junto a un arroyo
y que cogimos distraídamente
sin darnos cuenta de nuestra ventura.
Pero su peso áspero,
sentir nos hace que por fin cogimos
el fruto más hermoso de los tiempos.
A tiempo sabe
el peso de una piedra entre las manos.
En una piedra está
la paciencia del mundo, madurada despacio.
Incalculable suma
de dias y de noches, sol y agua
la que costó esta forma torpe y dura
que acariciar no sabe y acompaña
tan sólo con su peso, oscuramente.
Se estuvo siempre quieta,
sin buscar, encerrada,
en una voluntad densa y constante
de no volar como la mariposa,
de no ser bella, como el lirio,
para salvar de envidias su pureza.
Cuántos esbeltos lirios, cuántas gráciles
libélulas se han muerto, allí, a su lado
por correr tanto hacia la primavera!
Ella supo esperar sin pedir nada
más que la eternidad de su ser puro.
Por renunciar al pétalo, y al vuelo,
está viva y me enseña
que un amor debe estarse quizá quieto, muy quieto,
soltar la falsas alas de la prisa,
y derrotar así su propria muerte.
También recuerdan ellas, mis manos,
Haber tenido un cabeza amada entre sus palmas.
Nada más misterioso en este mundo.
Los dedos reconocen los cabellos
lentamente, uno a uno, como hojas
de calendario: son recuerdos
de otros tantos, también innumerables
días felices,
dóciles al amor que los revive.
Pero al palpar la forma inexorable
que detrás de la carne nos resiste
las palmas ya se quedan ciegas.
No son caricias, no, lo que repiten
pasando y repasando sobre el hueso:
son preguntas sin fin, son infinitas
angustias hechas tactos ardorosos.
Y nada les contesta: una sospecha
de que todo se escapa y se nos huye
cuando entre nuestras manos lo oprimimos
nos sube del calor de aquella frente.
La cabeza se entrega. įEs la entrega absoluta?
El peso en nuestras manos lo insinúa,
los dedos se lo creen,
y quieren convencerse: palpan, palpan.
Pero una voz oscura tras la frente,
-įnuestra frente o la suya?-
nos dice que el misterio más lejano,
porque está allí tan cerca, no se toca
con la carne mortal con que buscamos
allí, en la punta de los dedos,
la presencia invisible.
Teniendo una cabeza asi cogida
nada se sabe, nada,
sino que está el futuro decidiendo
o nuestra vida o nuestra muerte,
tras esas pobres manos engañadas
por la hermosura de lo que sostienen.
Entre unas manos ciegas
que no pueden saber. Cuya fe única
está en ser buenas, en hacer caricias
sin casarse, por ver si así se ganan
cuando ya la cabeza amada vuelva
a vivir otra vez sobre sus hombros,
y parezca que nada les queda entre las palmas
el triunfo de no estar nunca vacías.
(Largo lamento, 1975)

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Sarah Kane — «Λαχταρώ» (Ο Μονόλογος - “Crave”) – The Monologue - «Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ/Και να τρελαίνομαι όταν αργείς/Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα... »

LOVERS AT SUNSET
Το Λαχταρώ (Crave) είναι ένα ερωτικό μονόπρακτο της Αγγλίδας Sarah Kane, που αυτοκτόνησε στην ηλικία των 28 ετών το 1999. Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1998 από την θεατρική ομάδα Paines Plough στο Εδιμβούργο.
Το Λαχταρώ ξεχειλίζει από έρωτα, επιθυμία, αγάπη και αφοσίωση, μοιάζει με ποίημα λυρικό και τρυφερό, εντυπωσιακό στην απλότητα και το πάθος του.
Sarah Kane — «Λαχταρώ» - Ο Μονόλογος
Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου,
Και να σου δίνω τα ρούχα σου,
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να φιλώ τα πόδια σου,
και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου κρατώ το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό,
και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου,
και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,
και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες,
και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,
και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου,
και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου,
και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός, Και να 'μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και να 'μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και το 'να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου,
και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες,
και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς
και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα,
και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε,
και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ό,τι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ό,τι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ό,τι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο,
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο Τον ακάθεκτο Τον ακατάλυτο Τον ακατάσβεστο Τον μεταρσιωτικό Τον ψυχαναλυτικό Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή, ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
“Crave” by Sarah Kane – The Monologue
“And I want to play hide-and-seek and give you my clothes and tell you I like your shoes and sit on the steps while you take a bath and massage your neck and kiss your feet and hold your hand and go for a meal and not mind when you eat my food and meet you at Rudy’s and talk about the day and type your letters and carry your boxes and laugh at your paranoia and give you tapes you don’t listen to and watch great films and watch terrible films and complain about the radio and take pictures of you when you’re sleeping and get up to fetch you coffee and bagels and Danish and go to Florent and drink coffee at midnight and have you steal my cigarettes and never be able to find a match and tell you about the the programme I saw the night before and take you to the eye hospital and not laugh at your jokes and want you in the morning but let you sleep for a while and kiss your back and stroke your skin and tell you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts your arse your and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you’re late and be amazed when you’re early and give you sunflowers and go to your party and dance till I’m black and be sorry when I’m wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I’d known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you’re angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you’re gorgeous and hug you when you’re anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I’m next to you and whimper when I’m not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don’t and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I’m rejecting you when I’m not rejecting you and wonder how you could think I’d ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don’t believe me and have a feeling so deep I can’t find words for it and want to buy you a kitten I’d get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don’t want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don’t mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it’s empty without you and want want you want and think I’m losing myself but know I’m safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don’t deserve any less and answer your questions when I’d rather not and tell you the truth when I really don’t want to and try to be honest because I know you prefer it and think it’s all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it’s a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you.”

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 122 — Η προσδοκία των ταπεινωμένων


ᾨδὴ τῶν ἀναβαθμῶν

Πρός σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου 
τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. 
ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, 
ὡς ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς, 
οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, 
ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς. 
ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, 
ὅτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως, 
ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν. 
Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι, 
καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις.

Ελεύθερη απόδοση
Κύριε, μόνο σε Σένα έχω τα μάτια μου υψωμένα
σε Σένα που κατοικείς στον ουρανό.
Να, όπως τα βλέμματα των δούλων είναι στραμμένα 
στα χέρια των κυρίων τους,
όπως τα μάτια της ψυχοκόρης στα χέρια της κυράς της, 
έτσι και τα δικά μας μάτια στρέφονται προς τον Κύριο και Θεό μας,
μέχρις ότου μας ευλογήσει με τα ελέη Του.
Ελέησέ μας, Κύριε, ελέησέ μας, 
γιατί για χρόνο πολύ 
στην καταφρόνια μας έριξαν 
και μας εξουθένωσαν,
και η ψυχή μας βάρυνε πολύ. 
Μακάρι το όνειδος να πέσει πάνω στους πάμπλουτους
που μας καταδυναστεύουν,
και οι αλαζόνες να εξουθενωθούν. 
Βασιλική Δεδούση