Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — «Είμαι καλά». Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ. Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.

Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του,
έτρεχε έξω από το «τρελάδικο», φωνάζοντας «μεριάστε να διαβώ»,
και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια.
(sarantakos.com)
Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι καλά.


«Πρώτον, Σεβαστή μου ...»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ...» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά ...»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα ...» Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω ...
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,

«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα ...
Για να ’ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκρού του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ
➽➽➽➽➽➽➽➽➽
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους.
Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».
Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».

Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως «ο συγγραφέας, λοιπόν, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα.
Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε.

Η ΔΙΑΤΑΓΗ:
Η αλληλογραφία θα διενεργείται εφ' απλού δελταρίου επί του οποίου θ' αναγράφονται ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει ....
-------


sarantakos

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

William Shakespeare - (SONNET 66)
M' όλα αυτά απόκαμα... - Tired with all these



σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα

M' όλα αυτά απόκαμα, ζητάω ν' αναπαυτώ στο μνήμα:
να βλέπω, λέω, την αρετή ζητιάνα γεννημένη
το κούφιο Τίποτα φαιδρό με κορδωμένο βήμα,
την πίστη την αγνότερη χυδαία απαρνημένη,την τιμημένη Υπεροχήν αισχρά παραρριγμένη,
την χάρη την παρθενικήν ωμά ξεπορνεμένη,
την τέλεια Ωραιότητα κακά εξευτελισμένη,
την Αξίαν από ανάπηρην κυβέρνια αχρηστεμένη,την Τέχνη από την κρατική εξουσία γλωσσοδεμένη,
την Γνώση από τη σχολαστική Μωρία περιορισμένη,
την πιο απλήν Αλήθεια ηλίθια παρονομασμένη,
την Καλοσύνη στην κυρα-Κακία υποταγμένη.
......... Μ' όλα αυτά απόκαμα, δε θέλω πια να ζήσω,
......... μόνο που την αγάπη μου πεθαίνοντας θ' αφήσω.
ORIGINAL TEXT

Tired with all these, for restful death I cry,
As to behold desert a beggar born,
And needy nothing trimmed in jollity,
And purest faith unhappily forsworn,
And gilded honor shamefully misplaced,
And maiden virtue rudely strumpeted,
And right perfection wrongfully disgraced,
And strength by limping sway disablèd,
And art made tongue-tied by authority,
And folly, doctor-like, controlling skill,
And simple truth miscalled simplicity,
And captive good attending captain ill.
  Tired with all these, from these would I be gone,
  Save that to die, I leave my love alone.

MODERN TEXT


Because I’m tired of all of these things, 
I cry out for restful death: 
deserving people destined to be beggars, 
and worthless people dressed up in fancy clothes, 
and sacred vows broken, and rewards 
and honors shamefully bestowed on the wrong people, 
and chaste women turned into whores, 
and people perfectly in the right disgraced 
with slander, and the strong disabled by authorities 
who are weak, and artists silenced by authority, 
and fools controlling the wise like a doctor does the sick, 
and simple truth mistaken for simplemindedness, 
and good enslaved by evil. 
I’m tired of all these things and would like to escape them, 
except that if I die I’ll be leaving the person I love all alone.

Σάββατο 22 Απριλίου 2017

Emily Dickinson — Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο
There is no Frigate like a Book
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή!

Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο 
Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς 
Ούτε ένα άλογο κούρσας 
Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης. 
Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί μπορούν να κάνουν 
Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν. 
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα 
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή! 
There is no Frigate like a Book 
To take us Lands away, 
Nor any Coursers like a Page 
Of prancing Poetry – 
This Traverse may the poorest take 
Without oppress of Toll – 
How frugal is the Chariot 
That bears a Human soul 

Emily Dickinson — Άγριες νύχτες - Wild nights!
Αχ! η Θάλασσα!/Μονάχα να προσόρμιζα -απόψε-/Σ' εσένα!

Άγριες νύχτες - Άγριες νύχτες! 
Αν ήμουν μαζί σου 
Οι Άγριες νύχτες θα ήταν 
Η απόλαυση μας!

Μάταιοι -οι άνεμοι- 
Για μια καρδιά σε λιμάνι- 
Αρκετά με την Πυξίδα- 
Αρκετά με τους Χάρτες!

Κωπηλατώντας στην Εδέμ 
Αχ! η Θάλασσα! 
Μονάχα να προσόρμιζα -απόψε- 
Σ' εσένα! 
Η ποιήτρια του αποκλεισμού και της απομόνωσης 
Wild nights - Wild nights!
Were I with thee
Wild nights should be
Our luxury!

Futile - the winds -
To a Heart in port -
Done with the Compass -
Done with the Chart!

Rowing in Eden -
Ah - the Sea!
Might I but moor - tonight -
In thee!

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Σκοπευτήριο Καισαριανής (Πρωτομαγιά ’44)
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.

Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο-.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον.
Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε …. Τίποτα …. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 103ος — «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε»

Τῷ Δαυίδ, ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως.
Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. 
Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, 
ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω 
ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, 
ἐκτείνων τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ δέρριν· 
ὁ στεγάζων ἐν ὕδασι τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ, 
ὁ τιθεὶς νέφη τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, 
ὁ περιπατῶν ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων· 
ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα 
καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα. 
ὁ θεμελιῶν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, 
οὐ κλιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 
ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ, 
ἐπὶ τῶν ὀρέων στήσονται ὕδατα· 
ἀπὸ ἐπιτιμήσεώς σου φεύξονται, 
ἀπὸ φωνῆς βροντῆς σου δειλιάσουσιν. 
ἀναβαίνουσιν ὄρη καὶ καταβαίνουσι πεδία 
εἰς τὸν τόπον ὃν ἐθεμελίωσας αὐτά· 
ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, 
οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν. 
ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν, 
ἀνὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα· 


ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, 
προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν· 
ἐπ᾿ αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει, 
ἐκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν. 
ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ, 
ἀπὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ. 
ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ 
τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς· 
καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου 
τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ, 
καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει. 
χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, 
αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας. 
ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι, 
τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ οἰκία ἡγεῖται αὐτῶν. 
ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις, 
πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγωοῖς. 
ἐποίησε σελήνην εἰς καιρούς,
ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. 
ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ· 
ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ. 
σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι 
καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς.
ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν 
καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται. 
ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ 
καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρα
ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας
ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου.
αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος, 
ἐκεῖ ἑρπετά, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός, 
ζῷα μικρὰ μετὰ μεγάλων· 
ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται, δράκων οὗτος, 
ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῇ. 
πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι, 
δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτῶν εἰς εὔκαιρον. 
[28] δόντος σου αὐτοῖς συλλέξουσιν, 
ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα, τὰ σύμπαντα 
πλησθήσονται χρηστότητος. 
[29] ἀποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον 
ταραχθήσονται· 
ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι 
καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν. 
ἐξαποστελεῖς τὸ πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, 
καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. 
ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας, 
εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ· 
ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν, 
ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται. 
ᾄσω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου, 
ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω· 
ἡδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου, 
ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ. 
ἐκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι, 
ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς. 
εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.
(Μασοριτικό 104)
Απόδοση
Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντο

Είναι ώρα, ψυχή μου, για τη δοξολογία του Κυρίου. Κύριε και Θεέ μου, η μεγαλοσύνη σου είναι απέραντη. 
Ντύθηκες τη δόξα και τη μεγαλοπρέπεια, Εσύ που περιβάλλεσαι σαν μανδύα το φως. 
Εσύ απλώνεις ως πέρα τον ουρανό σαν σκηνή από δέρμα. 
Εσύ στεγάζεις με νερά τα ανώγεια του ουρανού. 
Επιβαίνεις πάνω στα νέφη σαν σε γρήγορα άρματα και περπατάς πάνω στα φτερά των άνεμων. 
Έπλασες τους αγγέλους ταχείς σαν τους άνεμους και τους ασώματους λειτουργούς σου δραστήριους και φωτεινούς σαν τη φλόγα της φωτιάς. 
Στερέωσες τη γη με ασφάλεια πάνω σε ασάλευτα θεμέλια, ώστε να μην κλονισθεί ποτέ, στον αιώνα. 
Η άβυσσος των υδάτων τη σκεπάζει σαν φόρεμα και πάνω στα βουνά έχουν σταθεί με τη μορφή του χιονιού τα νερά. 
Όμως όταν αντηχήσει η προσταγή σου θα φύγουν και θα κατέβουν στις πεδιάδες. 
Η βροντερή φωνή σου τα αναγκάζει να υποχωρήσουν. Τα βουνά ανυψώνονται προς τα πάνω και οι πεδιάδες φέρονται προς τα κάτω, το καθένα στον τόπο όπου Εσύ το εθεμελίωσες. 
Έθεσες όριο στη θάλασσα, και τα νερά της δε θα υπερβούν, ούτε θα επιστρέψουν και πάλι στη στεριά. 
Εσύ κάνεις τις πηγές ν” αναβλύζουν μέσα στα φαράγγια και μέσα απ” τα βουνά να περνούν τα νερά τους. 
Τα νερά αυτά ποτίζουν όλα τα άγρια θηρία και οι άγριοι όνοι σβήνουν τη δίψα τους σ' αυτά. 
Πάνω στα δέντρα τα διάφορα πτηνά του ουρανού χτίζουν τις φωλιές τους και από τους γύρω βράχους σκορπίζουν το κελάηδημα τους. Εσύ ποτίζεις τα βουνά με τις βροχές του ουρανού, κι απ' τις βροχές, που είναι έργο δικό σου, θα χορταίνει πάντοτε η γη. 
Εσύ κάνεις να φυτρώνει το χορτάρι απ' τη γη για τα φυτοφάγα ζώα και δίνεις τα κατάλληλα γεννήματα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου. 
Έτσι προμηθεύεται από τη γη ο άνθρωπος το ψωμί αλλά και το κρασί που ευφραίνει την καρδιά του. 
Επίσης το λάδι, που κάνει απαλό και ιλαρό το πρόσωπο του, και το ψωμί που στηρίζει την καρδιά του. 
Θα χορτάσουν από τα νερά τα δένδρα του κάμπου καθώς και τα πελώρια κέδρα του Λιβάνου που Εσύ φύτεψες. 
Στα κλαδιά των δένδρων, τα μικρά σπουργίτια στήνουν τις φωλιές τους, πάνω δε απ” αυτές είναι η φωλιά του ερωδιού. Τα ψηλά βουνά όρισε ο Κύριος σαν κατοικία των ελαφιών και τα πετρώδη μέρη για καταφύγιο των λαγών. 
Δημιούργησε τη σελήνη για να προσδιορίζει τις εποχές. Ο ήλιος γνωρίζει το βασίλεμά του. 
Εσύ Κύριε όρισες να έρχεται το σκοτάδι και να γίνεται νύχτα, που όσο κρατάει, τα άγρια θηρία τριγυρίζουν για αναζήτηση της τροφής τους. 
Βγαίνουν με βρυχηθμούς τα μικρά των λιονταριών για να αρπάξουν τη λεία τους και ο βρυχηθμός τους είναι φωνή προς το Θεό για να τους δώσει τροφή. 
Ανατέλλει ο ήλιος και τα θηρία μαζεύονται στις φωλιές τους για να κοιμηθούν. Τότε βγαίνει κι ο άνθρωπος για τα έργα του και για τις ασχολίες του ως το βράδυ. 
Πόσο μεγάλα και λαμπρά είναι τα έργα σου, Κύριε! Όλα τα δημιούργησες με άπειρη σοφία. 
Η γη είναι γεμάτη από τα κτίσματα σου. Μπροστά μας απλώνεται η θάλασσα μεγάλη και πλατιά. Αναρίθμητα ψάρια ζουν και κινούνται μέσα σ' αυτή, υδρόβια ζώα μικρά και μεγάλα. 
Καράβια τη διασχίζουν προς διάφορες διευθύνσεις. Ο δράκοντας, το μεγάλο θαλάσσιο κήτος που έπλασες, παίζει μαζί της και φαίνεται σα να περιφρονεί τη δύναμη της. 
Όλα αυτά τα ζώα της γης, της θάλασσας και τ” ουρανού, από Εσένα περιμένουν να τους δώσεις στην κατάλληλη ώρα την τροφή τους, να την μοιράσεις Εσύ, κι αυτά να τη μαζέψουν. 
Όταν ανοίγεις το πλουσιόδωρο χέρι σου, τα σύμπαντα γεμίζουν από τα αγαθά σου. Μα όταν πάρεις απ” αυτά το πρόσωπο σου τα πιάνει ταραχή και τρόμος. 
Παίρνεις τη ζωή τους και σβήνουν και επιστρέφουν στο χώμα απ” όπου προήλθαν. Κι όταν τους στείλεις πάλι τη ζωογόνα πνοή σου, ξαναδημιουργούνται κι έτσι ξανακαινουργώνεις το πρόσωπο της γης. Ας είναι, λοιπόν, δοξασμένος ο Κύριος στους αιώνες. 
Ας ευφραίνεται από την ωραιότητα των έργων του. Ρίχνει το βλέμμα του στη γη και την κάνει να τρέμει• αγγίζει λίγο τα βουνά και γεμίζουν καπνούς. 
Θα υμνώ τον Κύριο σε όλη μου τη ζωή. Θα του ψάλλω ύμνους όσο θα υπάρχω. 
Είθε να δοκιμάζω πάντοτε τη γλυκύτητα της συνομιλίας μου μ' Αυτόν. Ο Κύριος ας είναι πηγή της ευφροσύνης μου. 
Ας χαθούν εντελώς από τη γη οι αμαρτωλοί και οι άνομοι. Ούτε αχνάρι τους ας μη μείνει. 
Μην παύεις ψυχή μου να δοξολογείς τον Κύριο. Πόσο μεγάλα και λαμπρά είναι τα έργα σου Κύριε! 
Όλα τα δημιούργησες με άπειρη σοφία.