Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς Ούτε ένα άλογο κούρσας Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης. Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί
μπορούν να κάνουν Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν. Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή!
There is no Frigate like a Book To take us Lands away, Nor any Coursers like a Page Of prancing Poetry – This Traverse may the poorest take Without oppress of Toll – How frugal is the Chariot That bears a Human soul
Είναι ώρα, ψυχή μου, για τη δοξολογία του Κυρίου. Κύριε και Θεέ
μου, η μεγαλοσύνη σου είναι απέραντη.
Ντύθηκες τη δόξα και τη μεγαλοπρέπεια, Εσύ που περιβάλλεσαι σαν
μανδύα το φως.
Εσύ απλώνεις ως πέρα τον ουρανό σαν σκηνή από δέρμα.
Εσύ στεγάζεις με νερά τα ανώγεια του ουρανού.
Επιβαίνεις πάνω στα νέφη σαν σε γρήγορα άρματα και περπατάς πάνω στα
φτερά των άνεμων.
Έπλασες τους αγγέλους ταχείς σαν τους άνεμους και τους ασώματους
λειτουργούς σου δραστήριους και φωτεινούς σαν τη φλόγα της
φωτιάς.
Στερέωσες τη γη με ασφάλεια πάνω σε ασάλευτα θεμέλια, ώστε να μην
κλονισθεί ποτέ, στον αιώνα.
Η άβυσσος των υδάτων τη σκεπάζει σαν φόρεμα και πάνω στα βουνά έχουν
σταθεί με τη μορφή του χιονιού τα νερά.
Όμως όταν αντηχήσει η προσταγή σου θα φύγουν και θα κατέβουν στις
πεδιάδες.
Η βροντερή φωνή σου τα αναγκάζει να υποχωρήσουν. Τα βουνά ανυψώνονται
προς τα πάνω και οι πεδιάδες φέρονται προς τα κάτω, το καθένα στον
τόπο όπου Εσύ το εθεμελίωσες.
Έθεσες όριο στη θάλασσα, και τα νερά της δε θα υπερβούν, ούτε θα
επιστρέψουν και πάλι στη στεριά.
Εσύ κάνεις τις πηγές ν” αναβλύζουν μέσα στα φαράγγια και μέσα απ” τα
βουνά να περνούν τα νερά τους.
Τα νερά αυτά ποτίζουν όλα τα άγρια θηρία και οι άγριοι όνοι σβήνουν
τη δίψα τους σ' αυτά.
Πάνω στα δέντρα τα διάφορα πτηνά του ουρανού χτίζουν τις φωλιές τους
και από τους γύρω βράχους σκορπίζουν το κελάηδημα τους. Εσύ ποτίζεις
τα βουνά με τις βροχές του ουρανού, κι απ' τις βροχές, που είναι έργο
δικό σου, θα χορταίνει πάντοτε η γη.
Εσύ κάνεις να φυτρώνει το χορτάρι απ' τη γη για τα φυτοφάγα ζώα και
δίνεις τα κατάλληλα γεννήματα για την εξυπηρέτηση των αναγκών του
ανθρώπου.
Έτσι προμηθεύεται από τη γη ο άνθρωπος το ψωμί αλλά και το κρασί που
ευφραίνει την καρδιά του.
Επίσης το λάδι, που κάνει απαλό και ιλαρό το πρόσωπο του, και το ψωμί
που στηρίζει την καρδιά του.
Θα χορτάσουν από τα νερά τα δένδρα του κάμπου καθώς και τα πελώρια
κέδρα του Λιβάνου που Εσύ φύτεψες.
Στα κλαδιά των δένδρων, τα μικρά σπουργίτια στήνουν τις φωλιές τους,
πάνω δε απ” αυτές είναι η φωλιά του ερωδιού. Τα ψηλά βουνά όρισε ο
Κύριος σαν κατοικία των ελαφιών και τα πετρώδη μέρη για καταφύγιο των
λαγών.
Δημιούργησε τη σελήνη για να προσδιορίζει τις εποχές. Ο ήλιος
γνωρίζει το βασίλεμά του.
Εσύ Κύριε όρισες να έρχεται το σκοτάδι και να γίνεται νύχτα, που όσο
κρατάει, τα άγρια θηρία τριγυρίζουν για αναζήτηση της τροφής
τους.
Βγαίνουν με βρυχηθμούς τα μικρά των λιονταριών για να αρπάξουν τη
λεία τους και ο βρυχηθμός τους είναι φωνή προς το Θεό για να τους
δώσει τροφή.
Ανατέλλει ο ήλιος και τα θηρία μαζεύονται στις φωλιές τους για να
κοιμηθούν. Τότε βγαίνει κι ο άνθρωπος για τα έργα του και για τις
ασχολίες του ως το βράδυ.
Πόσο μεγάλα και λαμπρά είναι τα έργα σου, Κύριε! Όλα τα δημιούργησες
με άπειρη σοφία.
Η γη είναι γεμάτη από τα κτίσματα σου. Μπροστά μας απλώνεται η
θάλασσα μεγάλη και πλατιά. Αναρίθμητα ψάρια ζουν και κινούνται μέσα σ'
αυτή, υδρόβια ζώα μικρά και μεγάλα.
Καράβια τη διασχίζουν προς διάφορες διευθύνσεις. Ο δράκοντας, το
μεγάλο θαλάσσιο κήτος που έπλασες, παίζει μαζί της και φαίνεται σα να
περιφρονεί τη δύναμη της.
Όλα αυτά τα ζώα της γης, της θάλασσας και τ” ουρανού, από Εσένα
περιμένουν να τους δώσεις στην κατάλληλη ώρα την τροφή τους, να την
μοιράσεις Εσύ, κι αυτά να τη μαζέψουν.
Όταν ανοίγεις το πλουσιόδωρο χέρι σου, τα σύμπαντα γεμίζουν από τα
αγαθά σου. Μα όταν πάρεις απ” αυτά το πρόσωπο σου τα πιάνει ταραχή και
τρόμος.
Παίρνεις τη ζωή τους και σβήνουν και επιστρέφουν στο χώμα απ” όπου
προήλθαν. Κι όταν τους στείλεις πάλι τη ζωογόνα πνοή σου,
ξαναδημιουργούνται κι έτσι ξανακαινουργώνεις το πρόσωπο της γης. Ας
είναι, λοιπόν, δοξασμένος ο Κύριος στους αιώνες.
Ας ευφραίνεται από την ωραιότητα των έργων του. Ρίχνει το βλέμμα του
στη γη και την κάνει να τρέμει• αγγίζει λίγο τα βουνά και γεμίζουν
καπνούς.
Θα υμνώ τον Κύριο σε όλη μου τη ζωή. Θα του ψάλλω ύμνους όσο θα
υπάρχω.
Είθε να δοκιμάζω πάντοτε τη γλυκύτητα της συνομιλίας μου μ' Αυτόν. Ο
Κύριος ας είναι πηγή της ευφροσύνης μου.
Ας χαθούν εντελώς από τη γη οι αμαρτωλοί και οι άνομοι. Ούτε αχνάρι
τους ας μη μείνει.
Μην παύεις ψυχή μου να δοξολογείς τον Κύριο. Πόσο μεγάλα και λαμπρά
είναι τα έργα σου Κύριε!