Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Πώς γράφω;»

«Πώς γράφω; Δεν ξέρω κι εγώ πώς γράφω... απλώς γράφω γιατί δεν μπορώ να μην γράφω
Θυμάστε τι είπε ο Ρίλκε σε έναν νέο ποιητή που του έθεσε τα γραπτά του υπό την κρίση του; 
Τον ρώτησε: “Δάσκαλε, κοίταξε τα γραπτά μου και πες μου, αξίζει τον κόπο για να συνεχίσω;”. 
Και ο Ρίλκε του απάντησε: 
“Ρώτησε τον εαυτό σου, αν δεν γράψεις θα πεθάνεις; Και τότε να αρχίσεις να γράφεις χωρίς να ρωτάς κανέναν”. 
Έτσι, λοιπόν, η γραφή της ποίησης δεν είναι ένα πάρεργο, δεν είναι ένα χόμπι. 
Είναι μια βαθύτατη αναγκαιότητα, κι όχι προσωπική, αλλά καθολική αναγκαιότητα, δηλαδή όλων των ανθρώπων.
Είναι η ανάγκη της επαφής, της επικοινωνίας, της μετάδοσης μιας βαθύτατης εμπειρίας και της δημιουργίας ενός πλατύτατου κλίματος αδερφοσύνης πέρα απ' τις διαφορές -πολιτικές, ιδεολογικές, παραδοσιακές, θρησκευτικές, φυλετικές- πολύ πιο πέρα...
Η ποίηση είναι εκείνη που παραμερίζει εκείνα τα στοιχεία που χωρίζουν τους ανθρώπους, ανακαλύπτει και αναδεικνύει αυτά τα στοιχεία που τους ενώνουν.
Γι' αυτό η λειτουργία της έχει μια εξαιρετικά μεγάλη κοινωνική σημασία και όπως έχουν πει μεγάλοι αισθητικοί, οι ποιητές είναι οι οργανωτές του κοινωνικού συναισθήματος.
Κι ακόμη κάποιοι άλλοι έχουν πει ότι οι ποιητές είναι οι αρχιτέκτονες της ανθρώπινης ψυχής.

Τα ερεθίσματα; Για τη γραφή μου; Είναι άπειρα.
Όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ν' αναπνέει, και ποτέ δεν αναρωτιέται "αναπνέω για να ζήσω;", όχι αναπνέω γιατί δεν μπορώ να μην αναπνέω. Έτσι κι ο ποιητής γράφει. 
Όχι για να κερδίσει δόξα, όχι για να κερδίσει επιτυχία, όχι για να κερδίσει φήμη, όχι. Γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Έτσι εφόσον λοιπόν είναι τόσο απέραντη η ποίηση εφάπτεται με το απέραντο της ζωής. Έτσι δεν υπάρχει λόγος να πούμε τι είναι τα κίνητρα, ποια τα ερεθίσματα.
Κάθε στιγμή είναι ένα ερέθισμα.
Κάθε στιγμή για την ποίηση έχει τόσο μεγάλη διάρκεια όσο μια αιωνιότητα.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Γρηγόριος Θεολόγος — «Ἑλλὰς ἐµή, νεότης τε φίλη,... » — Ελλάδα αγαπημένη μου, νιότη μου εσύ ... Gregory of Nazianzus - O my Greece, my youth, and all I possess

Ἑλλὰς ἐµή, νεότης τε φίλη, καὶ ὅσσα πεπάσµην,
καὶ δέµας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως.
Εἰ δ᾿ ἱερήα φίλον µε θεῶ θέτο µητέρος εὐχὴ
καὶ πατρὸς παλάµη, τὶς φθόνος; Ἀλλά, µάκαρ,
σοῖς µε, Χριστέ, χοροίσι δέχου, καὶ κῦδος ὀπάζοις
υἱέϊ Γρηγορίου σῷ λάτρι Γρηγορίῳ.
┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿
«On Himself» by Gregory of Nazianzus

O my Greece, my youth, and all I possess,

my body, how gladly you gave way to Christ!
Who would bear a grudge if my mother’s wishand
my father’s hand made me a priest, beloved of God? And may you,
blessed Christ, receive me in your choirs, and grant glory
to your servant Gregory, the son of Gregory.
┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿ ┿
Ελλάδα, αγαπημένη μου, νιότη μου εσύ
και σώμα μου κι όλα μου τ' αποχτήματα,

πώς του Χριστού το δρόμο πρόθυμα ανοίξατε για μένα!
Και, αν της μάνας μου η ευχή, και του πατέρα το χέρι
αγαπημένο μ' έκαναν του Ύψιστου ιερέα,
ποιος θα 'ναι ο ζηλόφθονος της τόση μου ευτυχίας;
Ευλογημένε μου Χριστέ, δέξου με στην αυλή Σου και χάρισε
δόξα λαμπρή στον λάτρη Σου Γρηγόριο, το γιο του Γρηγορίου.

απόδοση, Βασιλική Π. Δεδούση

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Νύχτωσε»

Με ένα ποίημα, για το καλό, συνήθιζε να ξεκινά ο Γιάννης Ρίτσος τη νέα χρονιά.

Στο Αρχείο Ρίτσου στα Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη (ΙΑΜΜ), ο ερευνητής θα ανακαλύψει αρκετά ποιήματα με ημερομηνία 1 Ιανουαρίου.
Γραμμένα σε πρόχειρα σημειωματάρια, με σχόλια, διορθώσεις και διαγραφές, μεταφέρονται αργότερα με επιμέλεια και με την κοσμημένη βυζαντινή χειρογραφή του Ρίτσου σε πανόδετα τετράδια 
ή σε αυτοσχέδια βιβλιαράκια με σκληρό χάρτινο εξώφυλλο φιλοτεχνημένα σχολαστικά από το χέρι του ποιητή-ζωγράφου, 
με τρόπο αποκαλυπτικό για τη λειτουργία των μηχανισμών της ποιητικής του.
Από τα τελευταία του ποιήματα, συγκινητικό στην πρώτη του γραφή, είναι το...
sad song for the lonely soul
«Νύχτωσε»
Ακόμη ένας χρόνος… είπε·
Ένας χρόνος περισσότερο στο χρόνο του
Ένας χρόνος λιγότερο απ' το χρόνο του. Απ' το παράθυρο είδαμε
Βαρέθηκε τα ποιήματα,
Βαρέθηκε τη μουσική.
Τ' αγάλματα κωφάλαλα.
Να πιω τον καφέ μου - είπε.
Να καπνίσω το τσιγάρο μου.
Να είμαι, να μην είμαι
Διπλά
Μέσα σ' αυτή την ησυχία,
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.

Ο μελαγχολικός εξομολογητικός τόνος ενός ηλικιωμένου Ρίτσου, πλησιάζοντας τον θάνατο, μετατρέπεται στη δεύτερη, διορθωμένη, καθαρή γραφή σε ποίημα δραματοποιημένης αποστασιοποίησης από την αρχική συγκίνηση:

Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ' το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ' αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ' αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ' αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε.
Αθήνα 1.1.88

Οδυσσέας Ελύτης — Το Άξιον Εστί - Ψαλμός Γ'
Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα/όπως ο ασκητής το Θεό του.

Jackie Dodson - By the Stream with Vincent
        Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ' εμένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων
        και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
        και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
        και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
        Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
        και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
        μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
        Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
        Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
        Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε
        την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
        και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
        και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.
        Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
        Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ! 

Οδυσσέας Ελύτης — Το Άξιον Εστί - Άσμα β'
Χρόνους πολλούς κι αν καρτερώ * γαληνεμό δεν έλαβα

 Νέος πολύ και γνώρισα *
Όχι του δάσους μία στιγμή *
Μόνο του σκύλου που αλυχτά *
Των χαμηλών σπιτιών καπνοί *
Η ανομολόγητη ματιά *

Όχι που αργούν στον άνεμο *
Πέφτει η γαλήνη σαν βροχή *
Μόνο του ζώου που σπαρταρά *
Της Παναγίας δύο φορές *
Στην πεδιάδα της ταφής *

Μόνο της θύρας χτύπημα *
Μήτε σημάδι καν χεριού *
Χρόνους πολλούς κι αν καρτερώ *
Στων αδερφών τη μοιρασιά *
 Η πετροκόλλητη σαγή *
των εκατό χρονώ φωνές
στα στέρνα ο πεύκινος τριγμός
στα βουνά τ' ανδροβάδιστα
και κείνων που ψυχορραγούν 
του κόσμου του άλλου η ταραχή

των πελαργών μικρές κρωξιές
και γρούζουν τα κηπευτικά
τα πνιχτά κι ασυλλάβιστα
ο μαύρος γύρος των ματιών 
και στην ποδιά των γυναικών

κι όταν ανοίξεις πια κανείς
στη λίγη πάχνη των μαλλιών
γαληνεμό δεν έλαβα
μου δόθη ο κλήρος ο λειψός
και το ζακόνι των φιδιών.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης — Το Άξιον Εστί - Η Πορεία προς το Μέτωπο «Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα.»

Ουμβέρτος Αργυρός, πορεία προς το μέτωπο. Πορεύονται στα χιόνια 
για να υπερασπιστούν την πατρίδα σ' ένα ονειρικό χιονισμένο τοπίο...
Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη
διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει κα-
θημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που
κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που
εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει
σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
        Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω
που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά
συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπά-
νας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που
ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρή-
γορο των πολυβόλων.
        Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον
άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες
φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε
κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δα-
δί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολε-
το, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολ-
λές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαι-
μό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε
ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και
πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού
ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν
κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια
πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
        Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέ-
ρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμω-
ναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που
ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες,
μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα
να 'ναι.
        Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει
σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που
συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλ-
λαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να
που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη
πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.
Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις
γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά πα-
λιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλα-
στοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12,
μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελά-
τες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και
Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχών-
τας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριά-
ζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές
τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος
του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επρο-
χωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε
Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη,
όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,
ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
        Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές
και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλού-
σιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα
πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να
διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγο-
ρο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώ-
ρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες
με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκό-
μοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις
παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν
ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας
ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχα-
με ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυ-
τές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου»,
«οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα,
ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θα-
νάτου.
        Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πια-
σμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περί-
πολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες
κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιο-
φύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα
στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
        Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν
μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτο-
βολίδες.

https://www.youtube.com/watch?v=0wGT70x5B_w