Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — «Το Μονόγραμμα» (ανάλυση ποιήματος)

Τα χρόνια της διαμονής του στο Παρίσι (1969 - 1971), ο Οδυσσέας Ελύτης συνθέτει «Το Μονόγραμμα», που έμελλε να περάσει στη συνείδηση των αναγνωστών ως ένα από τα ερωτικότερα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Classic Paintings of Romeo and Juliet
Το βιβλίο θα τυπωθεί αρχικά (1971) στις Βρυξέλλες
και τον αμέσως επόμενο χρόνο στην Ελλάδα (1972).
Στα 60 του χρόνια ο ποιητής θα δημιουργήσει έναν ερωτικό ύμνο γεμάτο νεανικότητα και πάθος, που κατορθώνει ν’ αποδώσει ακόμη και τις πιο λεπτές εκφάνσεις του ερωτικού συναισθήματος.
Κινούμενος σε δύο βασικές θεματικές:
α) στην ιδέα πως στο πρόσωπο της αγαπημένης του βρίσκει το απολύτως αναγκαίο συμπλήρωμα του εαυτού του, το άλλο του μισό, και
β) στην αίσθηση πως ο κόσμος δεν είναι ακόμη έτοιμος να δεχτεί έναν έρωτα τέτοιας έντασης και αγνότητας, ο ποιητής μιλά στην εσώτατη προσδοκία κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να βρει το ιδανικό του ταίρι για να ζήσει έναν έρωτα ανέλπιστα μοναδικό, έναν έρωτα πρωτόφαντο.

Ο τίτλος

Μονόγραμμα είναι ένα γράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων γραμμάτων, συνήθως τα αρχικά ονόματος, για τη δημιουργία μιας σφραγίδας.
Μπορούμε οπότε να σκεφτούμε το μονόγραμμα ως τα αρχικά του ονόματος της αγαπημένης του ποιητή ή το συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων από τα ονόματά τους, σε μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας, φέρνοντας του δύο αγαπημένους για πάντα μαζί.

Η υπόθεση του ποιήματος

Ο Ελύτης δημιουργεί εδώ μια σύγχρονη ερωτική τραγωδία, με ελλειπτική όμως αποτύπωση του μύθου, ώστε ο κάθε αναγνώστης να μπορεί να βρει τις δικές του προεκτάσεις και να ταυτιστεί με ποικίλους τρόπους με το ερωτευμένο ζευγάρι.
Τα βασικά σημεία, πάντως, είναι πως οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν μια σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους από τους άλλους ανθρώπους, σε σημείο που η κοπέλα, μη αντέχοντας προφανώς την κατακραυγή, αυτοκτονεί.
Ο τρόπος που πεθαίνει η κοπέλα υπονοείται στο ποίημα με τη διακειμενική αναφορά στην Οφηλία, ενισχύοντας έτσι τη σύνδεση του ποιήματος με τις ερωτικές τραγωδίες, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι καλείται ν’ αντιμετωπίσει τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειας και του γενικότερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
Ο ποιητής αφήνει ασαφή τα περισσότερα στοιχεία του μύθου, όπως για παράδειγμα το λόγο για τον οποίο ο έρωτάς τους δε γίνεται αποδεκτός, ώστε το ποίημα να είναι ανοιχτό σε ποικίλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Εκείνο, άλλωστε, που κυρίως ενδιαφέρει τον ποιητή είναι η απόδοση της αγάπης, είναι ο θρήνος για την ιδανική αγάπη, για το μοναδικό αυτό έρωτα που όμοιός του δεν έχει βιωθεί ποτέ πριν.
Ό,τι επομένως προσδίδει στο ποίημα την απαιτούμενη τραγική διάσταση και φέρνει την εξιδανίκευση του ερωτικού συναισθήματος, είναι ο χαμός της αγαπημένης. Με το ποιητικό υποκείμενο να περνά στο θρήνο του από την άρνηση, όπου εμφανίζεται να βιώνει ως ευλογημένο παρόν τη συνύπαρξη με την αγαπημένη, μέχρι την τελική συνειδητοποίηση της μεγάλης απώλειας.
Ο πρόωρος θάνατος της αγαπημένης, λοιπόν, τερματίζει τον έρωτα αυτό που ξεπερνά τ’ ανθρώπινα μέτρα, προσδίδοντάς του όμως συνάμα τον αναγκαίο εξαγνισμό και διασώζοντάς τον από την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου.
Το ποίημα, αν και είναι επί της ουσίας ένας θρηνητικός μονόλογος, κερδίζει σε δραματικότητα, καθώς ο ποιητής απευθύνει όλα του τα λόγια προς την αγαπημένη γυναίκα.
Έτσι με τη χρήση του β΄ προσώπου, αλλά και με τη φράση «μ’ ακούς» που λειτουργεί ως επωδός, το ποίημα λαμβάνει το χαρακτήρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, έστω κι αν δεν υπάρχει πια η δυνατότητα να λάβει απόκριση.

Θα πενθώ πάντα -μ’ ακούς; -για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Ο ποιητής στην πρώτη αποστροφή του προς την αγαπημένη γυναίκα τη διαβεβαιώνει πως το πένθος του για εκείνη θα είναι παντοτινό. Μόνος του στον Παράδεισο θα πενθεί πάντα για εκείνη.
Δεν υπάρχει πια για το ποιητικό υποκείμενο κανένα μέρος -ούτε καν ο παράδεισος- που να μπορεί να του προσφέρει ευτυχία ανάλογη μ’ αυτή που έζησε μαζί της.
............
η συνέχεια εδώ: latistor

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) VII. Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ


VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
ΝΑ ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΜΙΣΗ ΝΑ ΠΕΡΝΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ
ΚΑΙ ΜΙΣΗ ΝΑ ΣΕ ΚΛΑΙΩ ΜΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ...


In the Heaven I have spotted an island
Same as you and one house at the sea

With a big bed and a small door
I have threw in the bottomless an echo
To look at myself when I wake up

TO WATCH YOU HALF PASSING THROUGH THE WATER
AND MOURN YOU HALF INSIDE THE HEAVEN....

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) VI
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί/Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί

Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
GREECE — FISKARDOS — PALETTE KNIFE
Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov
VI
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
                    της θάλασσας

Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί

Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!


Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι

Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς

                      τον Παράδεισο!

The Monogram

I have seen many and the land inside my mind seems more beautiful
More beautiful in the golden steams
The sharp stone,more beautiful
The depths of the isthmus and our roofs inside the waves
More beautiful the beams where without stepping you pass by
But unbeaten the godness of Samothrakis over the mountains 

of the sea

Like this I have looked at you and it's enough for me
All the time to have been acquited
In the small water course that your passing leaves behind
Following like an inexperienced dolphin

And my soul to play with the white and the cyan!

Victory,victory that I've been beaten
Before love and with
For the time and the giul-birshimi
Go,go and let me be lost

Alone and let the sun be that you keep a child new born
Alone,and let me be the country that mourns
Let it be the reason that I sent it to keep you a bay leaf
Alone,the air strong and alone the entirely round 

Pebble in the blinking of the dark bottom
The fisherman that lifted and threw back in the times 

the Heaven!

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Μονόγραμμα V (Elytis - The Monogram) / Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς


Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να’ ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να’ ρθω
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στό σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή

Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.


Ανάλυση

V
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό


Στην 5η ενότητα του ποιήματος, κι αφού έχει προηγηθεί ο δραματικός θρήνος για την απώλεια της αγαπημένης, ο ποιητής περνά στην εξύμνηση του σωματικού και ψυχικού κάλλους της κοπέλας.
Η αγαπημένη του υπήρξε για εκείνον πάντοτε ένα υπέροχο αίνιγμα, καθώς συνδύαζε τόσο μυστηριώδεις αρετές, που είχαν κατορθώσει να εγκλωβίσουν την κάποτε ανυπόταχτη καρδιά του.

Για σένα, λέει ο ποιητής, για το δικό σου μυστήριο, έχω μιλήσει σε παλιούς καιρούς, σα να σε προσδοκούσα χρόνια προτού έρθεις, με σοφές παραμάνες αλλά και με άντρες που έχουν αποσυρθεί από τη μάχη, έχω μιλήσει με γυναίκες που έχουν μεγαλώσει πολλά παιδιά και γνωρίζουν τα κρυφά της ανθρώπινης φύσης κι έχω μιλήσει με άντρες που έχουν γυρίσει απ’ τους κινδύνους του πολέμου.
Κι έχω ρωτήσει από που μπορεί να πηγάζει η θλίψη του αγριμιού στο βλέμμα σου, τι μπορεί να είναι αυτό που σε κάνει να φαίνεσαι τόσο θλιμμένη, σαν μοναχικό αγρίμι που δεν έχει μάθει τη χαρά της συντροφιάς και πώς γίνεται στο πρόσωπό σου να καθρεφτίζεται το τρεμάμενο νερό, πώς γίνεται να μοιάζεις τόσο άπιαστη σα να βρίσκεσαι σε μια διαρκή κίνηση, σε μια διαρκή αναζήτηση νέων τόπων.
Κι εγώ, πώς είναι γραφτό να έρθω κοντά σου, εγώ που δεν αναζητώ την αγάπη και που το μόνο που θέλω είναι η ελευθερία του ανέμου, τον καλπασμό της ανοιχτής θάλασσας που δεν τη δεσμεύει τίποτα.
Πώς γίνεται οι δυο ψυχές μας, που δεν πόθησαν ποτέ τη συνύπαρξη, ν’ αναζητήσουν η μία την άλλη;

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι


Παρά τις ερωτήσεις του ποιητή, παρά την αναζήτησή του για μιαν απάντηση, κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε για την αγαπημένη του, κανείς δεν την γνώριζε, κανείς δεν είχε δει κάτι ανάλογο, ούτε το δίκταμο (φυτό που ευδοκιμεί στο όρος Δίκτη της Κρήτης) ούτε το μανιτάρι στα μέρη τα ψηλά της Κρήτης.
Για να βρεθεί ο ποιητής κοντά στην αγαπημένη του, μόνο ο ίδιος ο Θεός δέχτηκε να τον καθοδηγήσει, μόνο εκείνος κατόρθωσε να ενώσει τις ζωές τους.

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά

Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης


Ο Θεός καθοδήγησε το χέρι του ποιητή σ’ όλο το γύρο του προσώπου της, στα μαλλιά, στους κόλπους του κορμιού της, πιο εδώ, πιο εκεί, παντού προσεχτικά, για να μην τρομάξει εκείνη, για να μην διαφύγει αναζητώντας εκ νέου την ελευθερία της.
Το σώμα της σαν πεύκο που έχει μάθει να ζει μόνο του, κυμάτιζε στο λόφο, και στα μάτια της η περηφάνια της αδάμαστης ψυχής, μια ψυχής διάφανης, που δεν έχει μυστικά, που δεν έχει τίποτε να κρύψει.
Μια γυναίκα ελεύθερη, που δεν μπορούσε να ....

............
η συνέχεια εδώ: latistor

V
For you I have talked in old times
With wise nurses and insurgents veterans
From what is it that you have the sorrow of the venison
The reflection on the forehead of the shaking water
And why,it says,to care to come close to you
That I don't want love.but I want the wind
But I want the galloping of the open standing sea

And no one had heard about you
For you neither the dittany nor the mushroom
None inn the high places of Crete
Only for you God accepted to guide my hand

Here,there,everything carefully in the circle
of the coast of the face,the bays,the hair
In the hill waving left

Your body in the position of the lonely pine
Eyes of the pride and of the transparent
Sea bottom,in the home with the old china cabinet
The yellow laces and the cypress wood
Alone waiting to be first seen

High in the roof or back in the flat stones of the yard
With the Saint's horse and the egg of Easter

Like from a destroyed wall painting
As old as the young life wanted you
To fit in the candle the huge volcanic glow
That no one has seen and heard
Nothing in the solitude and the abandoned houses
Neither the buried ancestor side by side in the yard wall
For you neither the old woman with all her herbs
For you,only I,maybe and the music
That I chase of but she comes back stronger
For you the unshaped breast of the twelve years
The turned in the future with a red crate
For you like a pin the bitter smell
That finds in the body and drills the will
And there's the soil,there's the pigeons,there's our ancient land

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) IV /«Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς/Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς/Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς»

Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει — ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.
Classic paintings and artwork depicting Romeo and Juliet through the ages.

ΝΑ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, 
μ' ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, 
μ' ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιος, 
μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’  ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’  ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει  — ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.



TO TALK ABOUT YOU AND ME

IV.

It's still early in this world, do you hear me
The monsters haven't benn tamed, do you hear me
My lost blood and the sharp,do you hear me
Knife
Like a ram that runs through the skies
And cracks the branches of the stars,do you hear me
It's me, do you hear me
I love you, do you hear me
I hold you and I take you and I wear to you
The Ophelia's white wedding dress, do you hear me
Where are you leaving me, where are you going and who, do you hear me

He holds your hand above the deluge

The huge retails and the lavas of the volcanos
Will come one day, do you hear me
To bury us after and the thousands of years
They will make us shiny stones, do you hear me
To shine upon them the insensibility, to hear
Of the people
And to throw us thousands of pieces
In the waters one by one, do you hear me
My bitter pebbles I count, do you hear me
And the time is a big church, do you hear me
That sometime the Saints' figures
shed true tears,do you hear me
The bells open high, do you hear me,
One deep passage to cross
The angels are waiting with candles and deadly chants
I'm going nowhere do you hear me
Anyone or the two of us together, do you hear me

This flower of the storm and do you hear me
Of love
We cut it once and forever
And it can't blossom in any other way, do you hear me
In another land, another star, do you hear me
The soil doesn't exist, the air doesn't exist
That we touched, the same, do you hear me

And no gardener fortuned in other times

From so winter and from so north winds, do you hear me
To blossom a flower, only us, do you hear me
In the middle of the sea
And only the errand of the love, do you hear me
We raised a whole island,do you hear me
With caves and with hawsers and with blossomed precipices
listen, listen
Who talks in the waters and who cries-do you listen?
who seeks the other,who is screaming-
do you listen?
It's me who I scream and it's me that I'm crying, do you hear me
I love you, I love you, do you hear me

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) III. Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο / Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς / Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
      σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
      στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
      πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
      που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
      εξαργυρώνει:

Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Nα μιλώ για σένα και για μένα.


Για πολλούς το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη είναι ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Άμεσο, συγκινητικό, βαθιά τρυφερό και ερωτικό, το Μονόγραμμα είναι ένα από αυτά τα ποιήματα που κάθε φορά έχουν κάτι καινούριο να πούν, κάτι νέο να μας δείξουν. Αν το διαβάσετε σε διαφορετικές εποχές, ανάλογα με την ψυχική και συναισθηματική σας διάθεση θα σας αγγίξει διαφορετικά.

Το Μονόγραμμα έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972.

Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)