Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!
GREECE — FISKARDOS — PALETTE KNIFE Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov
VI Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερη Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας
Έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί Να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί Μες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνει Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί
Και να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου! Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί Πριν από την αγάπη και μαζί Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί Μόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθεί Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς
τον Παράδεισο!
The Monogram
I have seen many and the land inside my mind seems more beautiful More beautiful in the golden steams The sharp stone,more beautiful The depths of the isthmus and our roofs inside the waves More beautiful the beams where without stepping you pass by But unbeaten the godness of Samothrakis over the mountains of the sea
Like this I have looked at you and it's enough for me All the time to have been acquited In the small water course that your passing leaves behind Following like an inexperienced dolphin
And my soul to play with the white and the cyan!
Victory,victory that I've been beaten Before love and with For the time and the giul-birshimi Go,go and let me be lost
Alone and let the sun be that you keep a child new born Alone,and let me be the country that mourns Let it be the reason that I sent it to keep you a bay leaf Alone,the air strong and alone the entirely round Pebble in the blinking of the dark bottom The fisherman that lifted and threw back in the times the Heaven!
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους Από τι να’ ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να’ ρθω Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου Βυθού, μέσα στό σπίτι με το σκρίνιο το παλιό Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο Για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική Που διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
Ανάλυση
V Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους Από τι να ‘ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ‘ρθω Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Στην 5η ενότητα του ποιήματος, κι αφού έχει προηγηθεί ο δραματικός θρήνος για την απώλεια της αγαπημένης, ο ποιητής περνά στην εξύμνηση του σωματικού και ψυχικού κάλλους της κοπέλας. Η αγαπημένη του υπήρξε για εκείνον πάντοτε ένα υπέροχο αίνιγμα, καθώς συνδύαζε τόσο μυστηριώδεις αρετές, που είχαν κατορθώσει να εγκλωβίσουν την κάποτε ανυπόταχτη καρδιά του.
Για σένα, λέει ο ποιητής, για το δικό σου μυστήριο, έχω μιλήσει σε παλιούς καιρούς, σα να σε προσδοκούσα χρόνια προτού έρθεις, με σοφές παραμάνες αλλά και με άντρες που έχουν αποσυρθεί από τη μάχη, έχω μιλήσει με γυναίκες που έχουν μεγαλώσει πολλά παιδιά και γνωρίζουν τα κρυφά της ανθρώπινης φύσης κι έχω μιλήσει με άντρες που έχουν γυρίσει απ’ τους κινδύνους του πολέμου.
Κι έχω ρωτήσει από που μπορεί να πηγάζει η θλίψη του αγριμιού στο βλέμμα σου, τι μπορεί να είναι αυτό που σε κάνει να φαίνεσαι τόσο θλιμμένη, σαν μοναχικό αγρίμι που δεν έχει μάθει τη χαρά της συντροφιάς και πώς γίνεται στο πρόσωπό σου να καθρεφτίζεται το τρεμάμενο νερό, πώς γίνεται να μοιάζεις τόσο άπιαστη σα να βρίσκεσαι σε μια διαρκή κίνηση, σε μια διαρκή αναζήτηση νέων τόπων. Κι εγώ, πώς είναι γραφτό να έρθω κοντά σου, εγώ που δεν αναζητώ την αγάπη και που το μόνο που θέλω είναι η ελευθερία του ανέμου, τον καλπασμό της ανοιχτής θάλασσας που δεν τη δεσμεύει τίποτα. Πώς γίνεται οι δυο ψυχές μας, που δεν πόθησαν ποτέ τη συνύπαρξη, ν’ αναζητήσουν η μία την άλλη;
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Παρά τις ερωτήσεις του ποιητή, παρά την αναζήτησή του για μιαν απάντηση, κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε για την αγαπημένη του, κανείς δεν την γνώριζε, κανείς δεν είχε δει κάτι ανάλογο, ούτε το δίκταμο (φυτό που ευδοκιμεί στο όρος Δίκτη της Κρήτης) ούτε το μανιτάρι στα μέρη τα ψηλά της Κρήτης. Για να βρεθεί ο ποιητής κοντά στην αγαπημένη του, μόνο ο ίδιος ο Θεός δέχτηκε να τον καθοδηγήσει, μόνο εκείνος κατόρθωσε να ενώσει τις ζωές τους.
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Ο Θεός καθοδήγησε το χέρι του ποιητή σ’ όλο το γύρο του προσώπου της, στα μαλλιά, στους κόλπους του κορμιού της, πιο εδώ, πιο εκεί, παντού προσεχτικά, για να μην τρομάξει εκείνη, για να μην διαφύγει αναζητώντας εκ νέου την ελευθερία της. Το σώμα της σαν πεύκο που έχει μάθει να ζει μόνο του, κυμάτιζε στο λόφο, και στα μάτια της η περηφάνια της αδάμαστης ψυχής, μια ψυχής διάφανης, που δεν έχει μυστικά, που δεν έχει τίποτε να κρύψει. Μια γυναίκα ελεύθερη, που δεν μπορούσε να ....
V For you I have talked in old times With wise nurses and insurgents veterans From what is it that you have the sorrow of the venison The reflection on the forehead of the shaking water And why,it says,to care to come close to you That I don't want love.but I want the wind But I want the galloping of the open standing sea
And no one had heard about you For you neither the dittany nor the mushroom None inn the high places of Crete Only for you God accepted to guide my hand
Here,there,everything carefully in the circle of the coast of the face,the bays,the hair In the hill waving left
Your body in the position of the lonely pine Eyes of the pride and of the transparent Sea bottom,in the home with the old china cabinet The yellow laces and the cypress wood Alone waiting to be first seen
High in the roof or back in the flat stones of the yard With the Saint's horse and the egg of Easter
Like from a destroyed wall painting As old as the young life wanted you To fit in the candle the huge volcanic glow That no one has seen and heard Nothing in the solitude and the abandoned houses Neither the buried ancestor side by side in the yard wall For you neither the old woman with all her herbs For you,only I,maybe and the music That I chase of but she comes back stronger For you the unshaped breast of the twelve years The turned in the future with a red crate For you like a pin the bitter smell That finds in the body and drills the will And there's the soil,there's the pigeons,there's our ancient land
ΙV. Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς Μαχαίρι Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς Είμ’ εγώ, μ’ ακούς Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς Των ανθρώπων Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς Όπου κάποτε οι φιγούρες Των Αγίων Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς Της αγάπης Μια για πάντα το κόψαμε Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς Μες στη μέση της θάλασσας Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς Άκου, άκου Ποιος μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει — ακούς; Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’εγώ που κλαίω, μ’ ακούς Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.
TO TALK ABOUT YOU AND ME
IV.
It's still early in this world, do you hear me The monsters haven't benn tamed, do you hear me My lost blood and the sharp,do you hear me Knife Like a ram that runs through the skies And cracks the branches of the stars,do you hear me It's me, do you hear me I love you, do you hear me I hold you and I take you and I wear to you The Ophelia's white wedding dress, do you hear me Where are you leaving me, where are you going and who, do you hear me
He holds your hand above the deluge
The huge retails and the lavas of the volcanos Will come one day, do you hear me To bury us after and the thousands of years They will make us shiny stones, do you hear me To shine upon them the insensibility, to hear Of the people And to throw us thousands of pieces In the waters one by one, do you hear me My bitter pebbles I count, do you hear me And the time is a big church, do you hear me That sometime the Saints' figures shed true tears,do you hear me The bells open high, do you hear me, One deep passage to cross The angels are waiting with candles and deadly chants I'm going nowhere do you hear me Anyone or the two of us together, do you hear me
This flower of the storm and do you hear me Of love We cut it once and forever And it can't blossom in any other way, do you hear me In another land, another star, do you hear me The soil doesn't exist, the air doesn't exist That we touched, the same, do you hear me
And no gardener fortuned in other times
From so winter and from so north winds, do you hear me To blossom a flower, only us, do you hear me In the middle of the sea And only the errand of the love, do you hear me We raised a whole island,do you hear me With caves and with hawsers and with blossomed precipices listen, listen Who talks in the waters and who cries-do you listen? who seeks the other,who is screaming- do you listen? It's me who I scream and it's me that I'm crying, do you hear me I love you, I love you, do you hear me
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε
Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:
Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Nα μιλώ για σένα και για μένα.
Για πολλούς το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη είναι ένα από τα
πιο ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ. Άμεσο, συγκινητικό, βαθιά τρυφερό και ερωτικό, το Μονόγραμμα είναι ένα από
αυτά τα ποιήματα που κάθε φορά έχουν κάτι καινούριο να πούν, κάτι νέο να μας
δείξουν. Αν το διαβάσετε σε διαφορετικές εποχές, ανάλογα με την ψυχική και
συναισθηματική σας διάθεση θα σας αγγίξει διαφορετικά. Το Μονόγραμμα έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι
(1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις
Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του
1972.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς και
τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα
σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά Οι κιθάρες που αναβόσβησαν
κάτω από τα νερά Τα «πίστεψέ με» και τα «μη» Μια στον αέρα, μια
στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας Που γύρευαν ν'
ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές
αυλόπορτες Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί Πάνω
απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες Την ανεμώνα που κάθισε στο
χέρι σου Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ Το ξύλινο
δοκάρι και το τετράγωνο φαντό Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα
μαλλιά Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά Παιδί με το
λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το
απλησίαστο Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
Ανάλυση
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς και
τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν Εάν είναι αλήθεια
Ο ποιητής έχοντας πια χάσει την αγαπημένη του πενθεί τον ήλιο, πενθεί
τη ζωή, που δεν έχει πια νόημα χωρίς εκείνη, πενθεί τα χρόνια που
έρχονται χωρίς οι δυο τους να είναι μαζί. Το μόνο που του απομένει είναι η ανάμνηση των χρόνων που πέρασαν μαζί,
όσα έζησε κοντά της, αν βέβαια κι αυτά είναι αλήθεια, αν συνέβησαν
πράγματι, μιας κι ο πόνος του χαμού της τον κάνει ν’ αμφιβάλει ακόμη και
για τις στιγμές που είχε την ευτυχία να είναι κοντά της.
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά Οι κιθάρες που
αναβόσβησαν κάτω από τα νερά Τα «πίστεψέ με» και τα «μη» Μια
στον αέρα, μια στη μουσική
Σαν παιχνίδι του μυαλού μοιάζουν τώρα οι στιγμές της ευτυχίας τους, οι
στιγμές που μιλημένα τα σώματά τους -σε πλήρη συμφωνία και αρμονία
μεταξύ τους- μιλημένες κι οι βάρκες που μελωδικά έκρουαν μεταξύ τους στο
νερό, δημιουργούσαν τη μουσική του έρωτα. Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απ’ τα νερά -ο ήχος της κιθάρας που
χανόταν με κάθε νέα κατάδυση στο νερό. Τα λόγια των ερωτευμένων, τόσο
οικεία και τόσο τρυφερά, τα «πίστεψέ με» και τα ερωτικά «μη», που άλλοτε
ακούγονταν στον αέρα απ’ τους ίδιους, κι άλλοτε καθρεφτίζονταν στη
μουσική μες στα ερωτικά τραγούδια.
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το
ένα στο άλλο Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες Και
τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί Πάνω απ' τις
ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι
σου Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους
καταρράχτες
Τα χέρια τους, που σα δυο μικρά ζώα προσπαθούσαν να ανέβουν κρυφά το
ένα στο άλλο, η λαχτάρα του ερωτικού αγγίγματος, όπου οι ερωτευμένοι
αναζητούν ο ένας τα χέρια του άλλου με κάθε ευκαιρία και κάθε
στιγμή. Η γλάστρα με τη δροσιά, με τις σταγόνες δροσιάς, στις ανοιχτές
αυλόπορτες απ’ όπου περνούσαν οι δυο ερωτευμένοι. Τα κομμάτια από τη θάλασσα που τους ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαιναν οι
δυο τους είτε πάνω στις ξερολιθιές είτε πίσω από φράχτες. Η συνεχής
παρουσία της θάλασσας, τονίζει την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα των εμπειριών
και μπορεί να νοείται ακόμη κι ως η αλμύρα πάνω στα σώματά τους. Κι ακόμη η ανεμώνα, το λουλούδι που βρέθηκε πάνω της, τρέμοντας τρεις
φορές το μωβ -συνεκδοχή για την ανεμώνη- όπως τρεις ήταν κι οι μέρες που
είχε περάσει το μικρό λουλούδι πάνω από τους καταρράχτες. Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής συμπυκνώνει εδώ τις εμπειρίες ενός
καλοκαιριού, δίνοντας στιγμιότυπα απ’ τις μεταξύ τους τρυφερές
συναντήσεις κι επιτρέποντας με την ελλειπτικότητα των διατυπώσεων
ποικίλες προεκτάσεις στη σκέψη του αναγνώστη, που επιχειρεί να
συμπληρώσει τις διάφορες εικόνες.
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο
φαντό Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά Τη γάτα που
μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Κι αν όλες αυτές οι εμπειρίες είναι αληθινές, αν όντως τις έζησε και
δεν είναι αποκυήματα του πόνου του, τότε συνεχίζει να τραγουδά,
συνεχίζει να υμνεί κι άλλες εικόνες που πλαισίωσαν τον έρωτά τους. Το
ξύλινο δοκάρι του σπιτιού, το τετράγωνο υφαντό που κοσμούσε τον τοίχο,
τη μορφή της Γοργόνας με τα ξέπλεκα μαλλιά, αλλά και τη γάτα που τους
κοίταξε μες στο σκοτάδι με τα μάτια της να λάμπουν. Πληθώρα εικόνων που ο ποιητής είχε την ευκαιρία ν’ αντικρίσει, όταν
ακόμη ήταν με την αγαπημένη του. Εικόνες που τώρα αποκτούν μια
διαφορετική αξία, μιας και λειτουργούν ως μέσα υπενθύμισης της μορφής
και του αγγίγματός της.
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό Την ώρα που βραδιάζει
στων βράχων το απλησίαστο Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο
κόσμος.
Ο πόνος της απώλειας που ταλανίζει την ψυχή του, τον επιστρέφει σε μια
πρότερη στιγμή αγνότητας, τον κάνει να αισθάνεται σαν παιδί που με
λιβάνι κι ένα κόκκινο, ματωμένο, σταυρό στα χέρια -σύμβολα ικεσίας-, την
ώρα που πέφτει η νύχτα στα απλησίαστα σημεία των βράχων, πενθεί για το
ρούχο που άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος, πενθεί για το πρώτο πρώτο
άγγιγμα του ρούχου της, που έφερε στη ζωή του έναν ολόκληρο κόσμο.
I mourn the sun and I mourn the years that are coming Without us and I sing the others that passed by If they're true
Spoken the bodies and the boats that were knocking sweetly The guitars that blinked under the waters The "believe me" and the "don't" Once in the air once in the music
The two small animals,our hands That seek to get up secretly to each other The flowerpot with the dew in the open yard gates And the pieces of the seas that were coming together Over the stones,behind the fences The windflower that sat in your hand And you were shaking three times the purple three times over the
falls
If these are true I sing The wooden girder and the square illusion In the wall with the Mermaid with the disevelled hair The cat that looked at us in the dark
Child with the incense and with the red cross The time that it's getting dark in the approachable of the rocks I mourn the cloth that I touched and the world came to me