Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) III. Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο / Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς / Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
      σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
      στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
      πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
      που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
      εξαργυρώνει:

Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Nα μιλώ για σένα και για μένα.


Για πολλούς το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη είναι ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Άμεσο, συγκινητικό, βαθιά τρυφερό και ερωτικό, το Μονόγραμμα είναι ένα από αυτά τα ποιήματα που κάθε φορά έχουν κάτι καινούριο να πούν, κάτι νέο να μας δείξουν. Αν το διαβάσετε σε διαφορετικές εποχές, ανάλογα με την ψυχική και συναισθηματική σας διάθεση θα σας αγγίξει διαφορετικά.

Το Μονόγραμμα έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972.

Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα ΙΙ. Odysseas Elytis - The Monogram II. Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

Lovers in a new world dream
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

Ανάλυση

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια


Ο ποιητής έχοντας πια χάσει την αγαπημένη του πενθεί τον ήλιο, πενθεί τη ζωή, που δεν έχει πια νόημα χωρίς εκείνη, πενθεί τα χρόνια που έρχονται χωρίς οι δυο τους να είναι μαζί.
Το μόνο που του απομένει είναι η ανάμνηση των χρόνων που πέρασαν μαζί, όσα έζησε κοντά της, αν βέβαια κι αυτά είναι αλήθεια, αν συνέβησαν πράγματι, μιας κι ο πόνος του χαμού της τον κάνει ν’ αμφιβάλει ακόμη και για τις στιγμές που είχε την ευτυχία να είναι κοντά της.

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική


Σαν παιχνίδι του μυαλού μοιάζουν τώρα οι στιγμές της ευτυχίας τους, οι στιγμές που μιλημένα τα σώματά τους -σε πλήρη συμφωνία και αρμονία μεταξύ τους- μιλημένες κι οι βάρκες που μελωδικά έκρουαν μεταξύ τους στο νερό, δημιουργούσαν τη μουσική του έρωτα.
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απ’ τα νερά -ο ήχος της κιθάρας που χανόταν με κάθε νέα κατάδυση στο νερό. Τα λόγια των ερωτευμένων, τόσο οικεία και τόσο τρυφερά, τα «πίστεψέ με» και τα ερωτικά «μη», που άλλοτε ακούγονταν στον αέρα απ’ τους ίδιους, κι άλλοτε καθρεφτίζονταν στη μουσική μες στα ερωτικά τραγούδια.

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες


Τα χέρια τους, που σα δυο μικρά ζώα προσπαθούσαν να ανέβουν κρυφά το ένα στο άλλο, η λαχτάρα του ερωτικού αγγίγματος, όπου οι ερωτευμένοι αναζητούν ο ένας τα χέρια του άλλου με κάθε ευκαιρία και κάθε στιγμή.
Η γλάστρα με τη δροσιά, με τις σταγόνες δροσιάς, στις ανοιχτές αυλόπορτες απ’ όπου περνούσαν οι δυο ερωτευμένοι.
Τα κομμάτια από τη θάλασσα που τους ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαιναν οι δυο τους είτε πάνω στις ξερολιθιές είτε πίσω από φράχτες. Η συνεχής παρουσία της θάλασσας, τονίζει την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα των εμπειριών και μπορεί να νοείται ακόμη κι ως η αλμύρα πάνω στα σώματά τους.
Κι ακόμη η ανεμώνα, το λουλούδι που βρέθηκε πάνω της, τρέμοντας τρεις φορές το μωβ -συνεκδοχή για την ανεμώνη- όπως τρεις ήταν κι οι μέρες που είχε περάσει το μικρό λουλούδι πάνω από τους καταρράχτες.
Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής συμπυκνώνει εδώ τις εμπειρίες ενός καλοκαιριού, δίνοντας στιγμιότυπα απ’ τις μεταξύ τους τρυφερές συναντήσεις κι επιτρέποντας με την ελλειπτικότητα των διατυπώσεων ποικίλες προεκτάσεις στη σκέψη του αναγνώστη, που επιχειρεί να συμπληρώσει τις διάφορες εικόνες.

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά


Κι αν όλες αυτές οι εμπειρίες είναι αληθινές, αν όντως τις έζησε και δεν είναι αποκυήματα του πόνου του, τότε συνεχίζει να τραγουδά, συνεχίζει να υμνεί κι άλλες εικόνες που πλαισίωσαν τον έρωτά τους. Το ξύλινο δοκάρι του σπιτιού, το τετράγωνο υφαντό που κοσμούσε τον τοίχο, τη μορφή της Γοργόνας με τα ξέπλεκα μαλλιά, αλλά και τη γάτα που τους κοίταξε μες στο σκοτάδι με τα μάτια της να λάμπουν.
Πληθώρα εικόνων που ο ποιητής είχε την ευκαιρία ν’ αντικρίσει, όταν ακόμη ήταν με την αγαπημένη του. Εικόνες που τώρα αποκτούν μια διαφορετική αξία, μιας και λειτουργούν ως μέσα υπενθύμισης της μορφής και του αγγίγματός της.

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


Ο πόνος της απώλειας που ταλανίζει την ψυχή του, τον επιστρέφει σε μια πρότερη στιγμή αγνότητας, τον κάνει να αισθάνεται σαν παιδί που με λιβάνι κι ένα κόκκινο, ματωμένο, σταυρό στα χέρια -σύμβολα ικεσίας-, την ώρα που πέφτει η νύχτα στα απλησίαστα σημεία των βράχων, πενθεί για το ρούχο που άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος, πενθεί για το πρώτο πρώτο άγγιγμα του ρούχου της, που έφερε στη ζωή του έναν ολόκληρο κόσμο.




Odysseas Elytis - The Monogram
II

I mourn the sun and I mourn the years that are coming
Without us and I sing the others that passed by
If they're true

Spoken the bodies and the boats that were knocking sweetly
The guitars that blinked under the waters
The "believe me" and the "don't"
Once in the air once in the music

The two small animals,our hands
That seek to get up secretly to each other
The flowerpot with the dew in the open yard gates
And the pieces of the seas that were coming together
Over the stones,behind the fences
The windflower that sat in your hand
And you were shaking three times the purple three times over the falls

If these are true I sing
The wooden girder and the square illusion
In the wall with the Mermaid with the disevelled hair
The cat that looked at us in the dark

Child with the incense and with the red cross
The time that it's getting dark in the approachable of the rocks
I mourn the cloth that I touched and the world came to me

Anastasia Ferreri

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) I / Μιά στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός / Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα πενθώ πάντα — μ' ακούς; — για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μιά στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Andre Kohn - The Kiss
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
“Saint Marks Square in October”

I will always mourn — do you hear me? — for you,
alone, in heaven

The Fate will turn away the furrows of
The palm, like the keeper of the keys
Sometime the Time will consent

How else, since people are loved


The sky will represent our entrails
And the innocence will hit the world
With the scythe of the black death


Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης — Περιμένοντας τὸ βράδυ

Beautiful women crying near candle light at night picture
Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Αναγνωστάκης Μανώλης - Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Vakhtang Tato Akhalkatsishvili - Childhood memories frozen in time.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων

Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια* της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).