Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XX. Οι άσπροι σταυροί των φλάμπουρων φωτάν τα μεσονύχτια κι αγγέλοι από γυαλί και φως μ' ολάνοιχτες φτερούγες φωτάνε τα ελατόδασα και τ' αϊτομονοπάτια.

Τούτο δεν είναι πόλεμος τούτο δεν είναι αμάχη
τούτο είναι ημέρα των Φωτώ τούτο είναι χοροστάσι
τ' Άη - Θυμαριού η ανάσταση τ' Άη -Έλατου το γλέντι.
Πίνακας ζωγραφικής που φυλάσσεται στους χώρους της Ιεράς Μονής
Μεγάλου Μετεώρου, στα Μετέωρα
Εδώ τα δέντρα μάχονται μαζί με τους ανέμους
εδώ βρυχιούνται τα βουνά και τα χοντρά κοτρώνια
τ' αστέρια βόλια σφεντονάν και το φεγγάρι μπάλες
κι ολημερίς κι ολονυχτίς μες στου ήλιου το καζάνι
μαύρο κατράμι κοχλακά για των οχτρών τ' ασκέρια.

Εχ, τι λαγούτα και βιολιά και κλέφτικα νταούλια
οι πίπιζες του πλάτανου, του πεύκου τα σαντούρια —

Στραφτοκοπάν στον άνεμο τα χρυσοπετραχήλια
γιορτάζουν τα καμπαναριά με τις χρυσές καμπάνες
οι άσπροι σταυροί των φλάμπουρων φωτάν τα μεσονύχτια
κι αγγέλοι από γυαλί και φως μ' ολάνοιχτες φτερούγες
φωτάνε τα ελατόδασα και τ' αϊτομονοπάτια.

Και συ, Κυρά των Αμπελιών, φορώντας τις σημαίες
γιομίζεις τα σταφύλια σου μ' αίμα και δυναμίτη
στον άνεμο τινάζοντας τα θέμελα του χάρου.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XIX
Κυρά, τα πατερμά της νύχτας άναψαν καψούλια
κι απάνου στα ψηλά βουνά ξημέρωσαν οι σπάθες

Βάλιας Σεμερτζίδης Πινελιές για την Ελευθερία
Βουβά η ελιά διαβάζει μέσα της το πέτρινο βαγγέλιο
τ' αμπέλια βράζουν το χυμό για το μεγάλο δισκοπότηρο του Αγώνα
— αχ του καημού λιβανιστήρι, η Άγια Πύλη βρόντηξε: 
«σώνουν τα σαραντάμερα της νήστειας και της πίκρας
τα κόλλυβα σωθήκανε κ' η Παναγιά αρματώθη».

Κυρά, τα πατερμά της νύχτας άναψαν καψούλια
κι απάνου στα ψηλά βουνά ξημέρωσαν οι σπάθες
κι αστροβολάν οι ανηφοριές κι αχολογάν οι βίγλες
κ' ένας αϊτός τρανός αϊτός απ' το Σταυρό της Γκιώνας
φέρνει τη διάτα του Κυρού σε πλάκα μαρμαρένια:

«Σήμερα ανοίγει ο ουρανός τα παραθύρια του ήλιου,
να σκούξουνε τα σήμαντρα κ' οι αγγέλοι να σαλπίσουν — 
σήμερα αρχίζει στα βουνά το μέγα πανηγύρι
τ' Άη -Θυμαριού η ανάσταση τ' Άη -Έλατου το γλέντι»

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XVIII
Δάγκωσ' τα χείλα σου, Κυρά, μην ακουστεί το σκούσμα.
Συδαύλα τη φωτιά — μηδέ ο στερνός μηδέ κι ο πρώτος.

Bierstadt Albert: "Storm over the Rocky Mountains"
Fogg Art Museum, Cambridge (USA)
Κλείσε, Κυρά, τα παραθύρια. Καβατζάρει ο άνεμος της νύχτας.
Μπαίνει απ' τη χαραμάδα η παγωνιά κι αχνίζει τον κατρέφτη.
Στη στέγη η προκαδούρα της φουρτούνας σπάει τα κεραμίδια
και μόνο το αχ του λυχναριού σταυροκοπιέται μες στο δώμα.

Σιγά, σιγά, μην τρίξει το σανίδι. Στο κελάρι ο ποντικός
μασάει τη μετζεσόλα της σιωπής. Σιγά — ποιος είναι;
Ανοίγει η πόρτα μόνη της και μπαίνει η θαλασσοδαρμένη Δέ-
.... σποινα.
Κάτου απ' τη μασκάλη της κρατάει τα ρούχα του πνιγμένου
— η πατατούκα η ναυτική κ' η ραβδωτή φανέλα
κ' η χάρτα με την έγνοια του μελετημένη στ' άστρα
κ' ένα αμπελόφυλλο από ξύλο — ακροπρεπίδι της Γοργόνας.

Δάγκωσ' τα χείλα σου, Κυρά, μην ακουστεί το σκούσμα.
Συδαύλα τη φωτιά — μηδέ ο στερνός μηδέ κι ο πρώτος.

Σπίθα τη σπίθα η αστραπή φωτίζει τα μπακίρια στο πατάρι
και το μεγάλο σπιτικό μας διπλοκρέββατο μ' όλους τους μπρούν-
.... τζους του μες στο σκοτάδι ανάβει
σαν Επιτάφιος του σπιτιού που όλος μοσκοβολά πορτοκαλάνθι
.... και μπαρούτι.

Κι απόμακρα μουγκό - μουγκό κορφή - κορφή το κορφοβούνι
μέσ' απ' τα γιαταγάνια των κυπαρισσιών το μέγα μπουμπουνίδι
σα να κυλάει ο άγριος θεός της Κρίσης τα καζάνια.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XVII
... τρεις ναύτες, τρεις ομορφονιοί σού φέρνουνε δυο ταμιζάνες φως
απ' τους μεγάλους κάβους.

J. M. W. Turner - Fishermen at Sea exhibited in 1796
Σαν τι μαντάτο φέρνει ο γλάρος στην απανεμιά του κάστρου μας —
ποιος να παστρέψει τώρα με τα νύχια του των άστρων τα κου-
.... κουνάρια
και ποιος να μείνει στην ποδιά σου, μάνα μας, να καθαρίζει μπι-
.... ζελάκια;

Σπουργίτι που γεννάει τ' αυγά του στ' άχερο της ερημιάς
ανηφοριές του Άη-Θεριστή που λιβανίζει η μαντζουράνα
αυλόπορτες της άνοιξης στου δειλινού το μοσκολίβανο
βρύσες που στριμωχτήκαν στις αλυγαριές ανάμεσα
κι αράδα - αράδα οι στάμνες στα περβάζια του ύπνου δροσι-
.... σμένες —
κάτι ποτίζουν σιωπηλά στη ρίζα - ρίζα την αθώρητη
κάτι ετοιμάζουν μες στο χέρι μας που ούτε το μάτι δεν το ξέρει.

Κυρά των Αμπελιών, Κυρά της θάλασσας, με πεταλίδες κι άστρα
.... κολλημένα στις κοτσίδες σου,
καράβια πάνε κ' έρχουνται μες στο μουγγό ανεμόβροχο,
τρεις ναύτες, τρεις ομορφονιοί σού φέρνουνε δυο ταμιζάνες φως
.... απ' τους μεγάλους κάβους.

Ποιος θα σε φτάσει τώρα στο φεγγάρι που χτυπάς φλουρί στου
.... βιολιστή το κούτελο;
Πέφτουν τα πικραμύγδαλα στη στέγη μας πιο πέρα απ' τα με-
.... σάνυχτα
στον πέρα μώλο τα καράβια βουλιαγμένα
στην πέρα γειτονιά της πυρκαϊάς τ' αποκαΐδια
σιδερικά και σπίτια καπνισμένα
και τα φανάρια του νοτιά στα καλντερίμια μπρούμυτα
τα καραούλια θεόγυμνα και τ' άλογα σφαγμένα.

Μια Κυριακή στη ντάπια του νησιού βαρέσαν τα κανόνια
και μπήκε η προσφυγιά η αλμυροπότιστη κάτου απ' του κόρακα
.... τον ίσκιο
και τα τραπεζομάντηλα ξεκρέμαστα στην αστραπή φέξαν τον πόνο
.... της ελιάς και του μωρού την κούνια.  

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών XVI / «Έξω απ’ την πόρτα μας περνάν οι σιδερόφραχτοι... »

WW2 Wallpapers
Μιλιά. Mιλιά. Διπλές-τριπλές αμπάρες φράξανε τ’ αμπέλια μας.
Κλείσε το στόμα σου, Κυρά, κλείσε και το παράθυρο του απο-
    σπερίτη,
κάτω απ’ τη μαύρη σου ποδιά σφίξε τα δώδεκα κλειδιά της νύ-
    χτας.

Έξω απ’ την πόρτα μας περνάν οι σιδερόφραχτοι σιδεροφράζον-
    τας τα στάχυα.

Σφίγγει στον κόρφο της η μάνα μας της σιγαλιάς τη Βίβλο.
Βασίλεψε στην πίκρια του σπιτιού ο δίσκος ο ασημένιος σάμπως
    ψόφια μέδουσα
και τα παλιά χαλκώματα στα νοικοκυρεμένα ράφια
μαυροκοκκίνησαν αγάνωτα σάμπως φεγγάρια στης ερημιάς το
    στρίψιμο.
Περνάν οι σιδηρόφραχτοι, σιδεροφράζοντας σκάφη και στάμνα.

Μιλιά. Τα καρφοπλούμιστα σεντούκια πετρωμένα —
φανέλες ναυτικές και φέρμελες* κι άσπρα τσουράπια και του-
    ζλούκια*
παππουδογονικά θυμητικά, παλιά σπορά, σακκούλες με τους λου-
    λουδόσπορους —
το καραβάκι κρεμασμένο από το μεσιανό δοκάρι
κάντρα στο σκήμα της καρδιάς που κλείνουνε τον όρκο της φα-
    μίλιας
άγιοι θαλασσινοί ζωγραφιστοί μέσα σε πίνες* κι αχηβάδες
κι όλος ο αγέρας του σπιτιού πηγμένος στα δυο στέφανα με τα κε-
    ρένια λεμονάνθια.
Κάτι σαλεύει κάτου απ' τη σιγαλιά —δεν είναι οι κατσαρίδες,
είναι το φίδι το πανάρχαιο του σπιτιού που το σκουντάει με τον
    αγκώνα της η περηφάνεια.

Περνάν,  περνάν οι σιδερόφρακτοι — το μαύρο πόδι, μαύρο πάτημα,
μαύρα λεβέτια κουβαλάν να βάψουν μαύρα τα περβόλια μας
μαύρο να βάψουν το νερό, και το καρβέλι μαύρο.
Φεγγάρι παγωμένο σε σπασμένη ρόδα του αραμπά στο δρόμο απ'
    έξω,
το αλέτρι, γκόλφι* στην καρδιά του κάμπου, απίστομο,
η αξίνα προσευχή στην ξώπορτα, και το χωράφι απ' το δρεπάνι
    κρεμασμένο.

Τώρα διπλώνει την καρδιά ο παππούς όπως διπλώνει στην πε-
    τσέτα το ψωμί μετά το δείπνο
κι όπως διπλώνει ο κυνηγός τα μπαρουτόσκαγα προτού κινήσει
    για το δάσος
και κείθες κάτου στο γιαλό ο ίσκιος του καραβιού μονάχος μεγα-
    λώνει
έτσι που μεγαλώνει η στάλα του λαδιού πάνου στο μάλλινο της
    πίκρας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

* Η φέρμελη, το γιλέκο του εύζωνα. Αποτελεί το δυσκολότερο, όσον αφορά την κατασκευή του, κομμάτι της ευζωνικής στολής. Διαθέτει λευκά και επίχρυσα νήματα, με τα οποία απεικονίζονται σχέδια λαογραφικής σημασίας. 
Ένα από αυτά αποτελούν τα αρχικά Χ και Ο, τα οποία θεωρείται ότι αντιστοιχούν στις λέξεις χριστιανός και ορθόδοξος.
* Τουζλούκια, ζεύγος περικνημίδων από υπόλευκη τσόχα, φοδραρισμένη με υπόλευκο σαγιάκι (μαλλί της νεροτριβής), εξάρτημα της ενδυμασίας του φουστανελά, που φορέθηκε αρχικά από τους αρματολούς, τους κλέφτες και του αγωνιστές του 1821 και στη συνέχεια, γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, καθιερώθηκε από τον Όθωνα ως αυλική ενδυμασία.
* Η πίννα (Pinna) (γράφεται και πίνα), ζει στις εύκρατες και στις θερμές θάλασσες. Μοιάζει με τεράστιο μύδι.

* γκόλφι το εγκόλπιο, το φυλακτό

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Aμπελιών XV
«Μες στ' άδεια κιούπια μας βροντάν χιλιόχρονοι θυμοί πάππου-/προσπάππου/μες στα βαρέλια του κρασιού βογγάν χιλιάδες καλοκαίρια»

Κυρά, τι παίρνεις τα βουνά και τι λακάν τα σύγνεφα;
Σήμερα μπαίνουνε τα πρόβατα στη στρούγγα της βραδιάς και
    βάφουν μαύρο το μαλλί τους
σήμερα βάφει κι ο αϊτός τα νύχια του ολοκόκκινα,
τι μπούκαραν οι αντίχριστοι και πλάκωσαν τ' αμπέλια μας
κόβουν το σύκο απ' τη συκιά και το μωρό απ' τη ρώγα
κόβουν της Παναγιάς το χέρι σύρριζα και το πουλάνε στο πα-
    ζάρι —
σύγνεφο οι ακρίδες στα σπαρτά και ροκανάν τον κάμπο,
η μαχαιριά η πισώπλατη κ' η νυφοστολισμένη οχιά με τη διπλή
    τη γλώσσα.

Ποιος κάθεται τώρα, Κυρά, με τη φλογέρα να γνοιαστεί τα πρό-
   βατα των ίσκιων
και ποιος τα ελάτια στα νερά του γαλαξία να διαφεντέψει;

Μες στ' άδεια κιούπια μας βροντάν χιλιόχρονοι θυμοί πάππου-
     προσπάππου
μες στα βαρέλια του κρασιού βογγάν χιλιάδες καλοκαίρια
το κοντογούνι της γιαγιάς μες στο σεντούκι αναλογάται Μπου-
    μπουλίνες
και μες στο κανοκιάλι του καραβοκύρη ξύπνησαν μπουρλότα και
    Κανάρηδες και σοροκάδες.

Κυρά, Κυρά, ντύσου ξανά τα κλέφτικα, τ' ασίκικα, ψηλά στα
    κορφοβούνια ζώσου τ' αστέρια τρίδιπλα στον κόρφο φυσεκλίκια
βάλε μες στο ταγάρι σου της Παναγιάς το κόνισμα μαζί με μπα-
    ρουτόσκαγα —
τσομπαναραίοι Απόστολοι χτυπάνε της Αγιά-Σοφιάς τα ση-
    μαντρα
κ' οι ελιές οι βλάχες οι Μακεδονίτισσες τραβάν τις ανηφόρες
κ' οι αποθαμένοι στα σκαλιά της εκκλησιάς λαδώνουνε τα καριο-
    φίλια με το λάδι της καντήλας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ