Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Άνοιξη σ’ αγαπώ Μοιάζεις με την ειρήνη. Μοιάζεις με τις μητέρες που θήλασαν τα βρέφη στις εικόνες του Ραφαήλ. Μοιάζεις με το χαμόγελο μέσα στη μουσική. Μου θυμίζεις το Θεό που γράφει για την αγάπη σε μεγάλα κατεβατά σελίδων με αστέρια στροφές ποταμών και ποιήματα.
ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ, ένας καταραμένος και αυτοκαταστροφικός ζωγράφος!...
Χρόνια ο ουρανός ήτανε ένα δύσκολο χαρτί κρυμμένο μέσ’ στην τσέπη μου και μέσ’ στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα αίμα γιατί βροχή πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό τσακίζοντας κρέατα και κόκαλα
Έτσι σαν ήρθε η Ανάσταση ντυμένος μαύρα μ’ ένα κόκκινο κερί βγήκα τρελός στους δρόμους
ήμουνα ένα κίτρινο πουλί σαν κι αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani ποτέ μου ποτέ μου δεν είχα γεννηθεί
Ανάλυση Η Ιστορία ενός παιδιού περιέχει παρόμοιες θεματικές με αυτές που
συναντάμε στο ποίημα ο Ελεγκτής. Έχουμε, δηλαδή, τον ουρανό σε διττή εδώ παρουσία, τον κήπο που είναι
γεμάτος αίμα, αλλά και την μεταμόρφωση του ποιητή σε πουλί. Η προσέγγιση
εδώ, ωστόσο, αφορά κυρίως το προσωπικό βίωμα του ποιητή και όχι το ρόλο
και την ευθύνη που έχει απέναντι στα γεγονότα ως ποιητής.
Ο ποιητής σχολιάζει πως για χρόνια ο ουρανός αποτέλεσε ένα δύσκολο για
τον ίδιο θέμα, καθώς ο κήπος του, η πατρίδα του, γέμιζε διαρκώς αίμα από
τους ανθρώπους που σκοτώνονταν απ’ τις πέτρες που έπεφταν από τον άλλον
ουρανό. Η αντίθεση ανάμεσα στον ουρανό που παρέμενε ως χαρτί στην τσέπη
του ποιητή και τον εχθρικό ουρανό που σκορπίζει το θάνατο, δεν είναι παρά
η αντίθεση ανάμεσα στις προσδοκίες των ανθρώπων και την σκληρή
πραγματικότητα.
Ο κρυμμένος ουρανός είναι τα όνειρα του ποιητή -και κάθε ανθρώπου-
είναι τα ιδανικά του και η ελπίδα του για έναν κόσμο ειρηνικό, όπου οι
πολίτες θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι.
Ο άλλος ουρανός είναι αυτός που φανερώνει την πραγματική φύση των
ανθρώπων∙
το μίσος, την απληστία και τη φονική αποφασιστικότητα να επιβληθούν ο ένας
στον άλλον.
Η έλευση της Ανάστασης, η έλευση δηλαδή της
ενηλικίωσης, προκαλεί μια ουσιαστική αλλαγή στην προσωπικότητα του ποιητή,
τον ωθεί στην ωρίμανση και στη συνειδητοποίηση πως η ηλικία των παιδικών
χρόνων έχει πλέον παρέλθει.
Ο ποιητής βγαίνει στους δρόμους σαν τρελός, σαν κίτρινο πουλί, όπως
αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani∙ η αναφορά στον Ιταλό ζωγράφο, που
χρησιμοποιούσε βεβαίως το κίτρινο χρώμα στα πορτραίτα του, έρχεται ως
πιστοποίηση της εμφατικά διατυπωμένης σκέψης του ποιητή πως ποτέ του δεν
είχε γεννηθεί, καθώς ο Modigliani δεν ζωγράφιζε πουλιά.
Η Ανάσταση σηματοδοτεί το πέρασμα του ποιητή στην ενηλικίωση. Το παιδί που κρατούσε κρυμμένο τον ποθητό ουρανό στην τσέπη του παύει
να υπάρχει, κι είναι σα να μη γεννήθηκε ποτέ. Ο ποιητής θα περάσει πια
από την εποχή του κρυφού και διστακτικού οραματισμού, στην ηλικία της
διεκδίκησης και της προσφοράς στους άλλους ανθρώπους. Η απώλεια τόσων
ανθρώπων που στιγμάτισε τα παιδικά του χρόνια δε θα μείνει αδικαίωτη, ο
ποιητής θα φροντίσει για τη διατήρηση αυτής της μνήμης.
Ο ενεργητικός ρόλος που θα αναλάβει ο ποιητής στην πορεία, ως Ελεγκτής∙
η πρόθεσή του να συνεισφέρει με το δικό του τρόπο στην καθοδήγηση των
συνανθρώπων του∙ η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στους άλλους, είναι
στοιχεία που γεννήθηκαν στην ψυχή του μέσα από τα δύσκολα και επώδυνα
βιώματά των παιδικών και νεανικών του χρόνων.
Έτσι, το πρόσωπο που στον Ελεγκτή παρουσιάζεται ως μια συντελεσμένη
προσωπικότητα, που δε διστάζει να επωμιστεί σημαντικές ευθύνες, στην
Ιστορία ενός παιδιού βρίσκεται σε μια κατάσταση διαμόρφωσης∙ σε μια
επίπονη πορεία συνειδητοποίησης και ωρίμανσης.
Ωστόσο, τον κρυμμένο για χρόνια ουρανό, ο ποιητής θα θελήσει στη
συνέχεια να τον μοιραστεί -στην ιδανική του έκφανση- με τους
συνανθρώπους του∙ θα υπερνικήσει τον πόνο του για το αίμα που αδιάκοπα
φύτρωνε στον κήπο του, και θα θελήσει να σταθεί αρωγός και υπερασπιστής
των στοιχείων εκείνων που μπορούν να επαναφέρουν τους ανθρώπους στο
δρόμο της ειρηνικής διαβίωσης και της ψυχικής επούλωσης.
«πρέπει και πάλι να ελέγξω τ’ αστέρια εγώ κληρονόμος
πουλιών πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να
πετάω.»
ροδαμός και αροδαμός, νέος βλαστός με μεγάλη ανάπτυξη Πηγή: http://crete.mmx.gr
*****************
Με το ποίημα αυτό του Σεφέρη έχουμε άμεση εμπλοκή του ποιητή με τον επερχόμενο πόλεμο. Εδώ μάλιστα στο ποίημα αυτό δεσπόζουν τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας, η παράδοση και η κατάληψή της από τον Χίτλερ το Μάρτη του 1939.
Η ημερομηνία 16 Μαρτίου του ‘39 συνδέει άμεσα την υποδομή του ποιήματος με το συγκεκριμένο γεγονός της τεμαχισμένης Τσεχοσλοβακίας. Στο ποίημα δεσπόζουν οι άσπροι γέροντες, που αδύναμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θα παραδώσουν την πατρίδα αμαχητί στον εχθρό.
Ξεκινώντας από τη στάση των πολιτών της Τσεχοσλοβακίας και επικρίνοντάς τους, ο ποιητής διακηρύσσει σε ολόκληρη την οικουμένη ότι το χρέος των πολιτών δεν είναι η παράδοση, αλλά ο αγώνας και η θυσία. Οπωσδήποτε το ποίημα είναι πολιτικό και μας δίνει την αντίσταση του ποιητή μπροστά στη φασιστική τυραννία και ακόμα την αηδία για την παθητικότητα και ανικανότητα των γερόντων της πολιτικής.
Γράφοντας στο Ημερολόγιό του για την κατάσταση της Ευρώπης, λίγες μέρες πριν (4 Μάρτη του ‘39) επισημαίνει πως η Ευρώπη περνά την εποχή των Κυκλώπων. Ηρωικό δηλαδή στάδιο και επιστροφή στην άλογη βία και τη διάλυση κάθε πολιτικής οργάνωσης. Ακόμα την ίδια εποχή θα γράψει:
“Μια δύναμη του κακού βρήκε τον τρόπο να εξευτελίζει, να στραπατσάρει, να εκμηδενίζει ένα ολόκληρο κόσμο, βγάζοντας στην επιφάνεια την ιδιοτέλεια, τη δειλία, τη μικροπρέπεια, την ποταπότητα, που πάει να πιστέψει κανείς πως είναι οι βασικές ιδιότητες των ανθρώπων που κυβερνούν αυτό τον κόσμο. Η δύναμη αυτή του κακού έχει την όψη ενός τέλεια μηχανοποιημένου κτήνους, όλως διόλου ανεύθυνου, γιατί ο άνθρωπος και η ανθρωπιά δεν παίζει κανένα ρόλο στο σύστημά της. Βουλιάζεις εκεί μέσα χωρίς κανένα κλωνάρι για να κρατηθείς” (Μερ. Γ σελ. 113 Δευτέρα 10-4-1939).
Λόγοι σοφοί, αλλά και προφητικοί για την επερχόμενη θύελλα και την εκμηδένιση κάθε ανθρώπινης αξίας από τα ναζιστικά στρατεύματα.
Again with spring she wore light colours and with gentle steps again with spring again in summer she was smiling.
Among fresh blossoms breast naked to the veins beyond the dry night beyond the white old men debating quietly whether it would be better to give up the keys or to pull the rope and hang from the noose to leave empty bodies there where souls couldn’t endure there where the mind couldn’t catch up and knees buckled.
With the new blossoms the old men failed and gave up on everything grandchildren and great-grandchildren the broad fields the green mountains love and life compassion and shelter rivers and sea; and they departed like statues leaving behind a silence that no sword could cut that no gallop could break nor the voices of the young; and the great loneliness came the great privation along with this spring and settled and spread like the frost of dawn caught hold of the high branches slid down the trunks of trees and wrapped around our soul.
But she smiled wearing light colours like a blossoming almond tree in yellow flames and walked along lightly opening windows in the delighted sky without us the luckless ones. And I saw her breast naked the waist and the knee, as the inviolate martyr inviolate and pure issues from the torment to go to heaven, beyond the inexplicable whispering of people in the boundless circus beyond the black grimace the sweaty neck of the exasperated executioner striking vainly.
The loneliness now a lake the privation now a lake untouched and untraceable.