Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Άνοιξη σ’ αγαπώ

Madonna con bambino di Raffaello Sanzio
Άνοιξη σ’ αγαπώ
Μοιάζεις με την ειρήνη.
Μοιάζεις με τις μητέρες
που θήλασαν τα βρέφη
στις εικόνες του Ραφαήλ.
Μοιάζεις με το χαμόγελο
μέσα στη μουσική.
Μου θυμίζεις το Θεό
που γράφει για την αγάπη
σε μεγάλα κατεβατά
σελίδων με αστέρια
στροφές ποταμών
και ποιήματα.

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Διάλειμμα Χαρᾶς

                                                            Simon Morse Judas Tree

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλοι ἐκεῖνο τὸ πρωὶ
θεέ μου πόσο χαρούμενοι.
Πρῶτα γυάλιζαν οἱ πέτρες τὰ φύλλα τὰ λουλούδια
ἔπειτα ὁ ἥλιος
ἕνας μεγάλος ἥλιος ὅλο ἀγκάθια μὰ τόσο ψηλὰ στὸν οὐρανό.
Μιὰ νύμφη μάζευε τὶς ἔνοιές μας καὶ τὶς κρεμνοῦσε στὰ δέντρα
ἕνα δάσος ἀπὸ δέντρα τοῦ Ἰούδα.*
Ἐρωτιδεῖς καὶ σάτυροι παῖζαν καὶ τραγουδοῦσαν
κι ἔβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στὶς μαῦρες δάφνες
σάρκες μικρῶν παιδιῶν.

Εἴμασταν χαρούμενοι ὅλο τὸ πρωΐ
ἡ ἄβυσσο κλειστὸ πηγάδι
ὅπου χτυποῦσε τὸ τρυφερὸ πόδι ἑνὸς ἀνήλικου φαύνου
θυμᾶσαι τὸ γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Ἔπειτα σύννεφα βροχὴ καὶ τὸ νοτισμένο χῶμα
ἔπαψες νὰ γελᾶς σὰν ἔγειρες μέσα στὴν καλύβα
κι ἄνοιξες τὰ μεγάλα σου τὰ μάτια κοιτάζοντας
τὸν ἀρχάγγελο νὰ γυμνάζεται μὲ μία πύρινη ρομφαία-
«Ἀνεξήγητο» εἶπες «ἀνεξήγητο
δὲν καταλαβαίνω τοὺς ἀνθρώπους
ὅσο καὶ νὰ παίζουν μὲ τὰ χρώματα

εἶναι ὅλοι τους μαῦροι».

Πεντέλη, ἄνοιξη

* Η Κουτσουπιά. Στα Αγγλικά αναφέρεται ως Δέντρο του Ιούδα, από παράφραση του arbre de Judée (δέντρο της Ιουδαίας).

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Μίλτος Σαχτούρης - Οἱ ἀπομείναντες

Tatooine sunsets
Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα
λίγοι ἄνθρωποι
ποὺ δὲν εἶναι κόλαση
ἡ ζωή τους

ὑπάρχει τὸ μικρὸ πουλὶ ὁ κιτρινολαίμης
ἡ Fraülein Ramser
καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες
οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἢ μὲ φεγγάρι

ψάξε καλὰ
βρές τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ
γιατί ὅσο πᾶν καὶ λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

από τη συλλογή Χρωμοτραύματα (1980)

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Μίλτος Σαχτούρης — Η ιστορία ενός παιδιού

ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ, ένας καταραμένος και αυτοκαταστροφικός ζωγράφος!...
Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μέσ’ στην τσέπη μου
και μέσ’ στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας κρέατα
και κόκαλα

Έτσι σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

Ανάλυση
Η Ιστορία ενός παιδιού περιέχει παρόμοιες θεματικές με αυτές που συναντάμε στο ποίημα ο Ελεγκτής. Έχουμε, δηλαδή, τον ουρανό σε διττή εδώ παρουσία, τον κήπο που είναι γεμάτος αίμα, αλλά και την μεταμόρφωση του ποιητή σε πουλί. Η προσέγγιση εδώ, ωστόσο, αφορά κυρίως το προσωπικό βίωμα του ποιητή και όχι το ρόλο και την ευθύνη που έχει απέναντι στα γεγονότα ως ποιητής.

Ο ποιητής σχολιάζει πως για χρόνια ο ουρανός αποτέλεσε ένα δύσκολο για τον ίδιο θέμα, καθώς ο κήπος του, η πατρίδα του, γέμιζε διαρκώς αίμα από τους ανθρώπους που σκοτώνονταν απ’ τις πέτρες που έπεφταν από τον άλλον ουρανό. Η αντίθεση ανάμεσα στον ουρανό που παρέμενε ως χαρτί στην τσέπη του ποιητή και τον εχθρικό ουρανό που σκορπίζει το θάνατο, δεν είναι παρά η αντίθεση ανάμεσα στις προσδοκίες των ανθρώπων και την σκληρή πραγματικότητα.
Ο κρυμμένος ουρανός είναι τα όνειρα του ποιητή -και κάθε ανθρώπου- είναι τα ιδανικά του και η ελπίδα του για έναν κόσμο ειρηνικό, όπου οι πολίτες θα μπορούν να ζουν ελεύθεροι. Ο άλλος ουρανός είναι αυτός που φανερώνει την πραγματική φύση των ανθρώπων∙ το μίσος, την απληστία και τη φονική αποφασιστικότητα να επιβληθούν ο ένας στον άλλον.

Η έλευση της Ανάστασης, η έλευση δηλαδή της ενηλικίωσης, προκαλεί μια ουσιαστική αλλαγή στην προσωπικότητα του ποιητή, τον ωθεί στην ωρίμανση και στη συνειδητοποίηση πως η ηλικία των παιδικών χρόνων έχει πλέον παρέλθει.
Ο ποιητής βγαίνει στους δρόμους σαν τρελός, σαν κίτρινο πουλί, όπως αυτά που ζωγράφιζε ο Modigliani∙ η αναφορά στον Ιταλό ζωγράφο, που χρησιμοποιούσε βεβαίως το κίτρινο χρώμα στα πορτραίτα του, έρχεται ως πιστοποίηση της εμφατικά διατυπωμένης σκέψης του ποιητή πως ποτέ του δεν είχε γεννηθεί, καθώς ο Modigliani δεν ζωγράφιζε πουλιά.
Η Ανάσταση σηματοδοτεί το πέρασμα του ποιητή στην ενηλικίωση. Το παιδί που κρατούσε κρυμμένο τον ποθητό ουρανό στην τσέπη του παύει να υπάρχει, κι είναι σα να μη γεννήθηκε ποτέ. Ο ποιητής θα περάσει πια από την εποχή του κρυφού και διστακτικού οραματισμού, στην ηλικία της διεκδίκησης και της προσφοράς στους άλλους ανθρώπους. Η απώλεια τόσων ανθρώπων που στιγμάτισε τα παιδικά του χρόνια δε θα μείνει αδικαίωτη, ο ποιητής θα φροντίσει για τη διατήρηση αυτής της μνήμης.
Ο ενεργητικός ρόλος που θα αναλάβει ο ποιητής στην πορεία, ως Ελεγκτής η πρόθεσή του να συνεισφέρει με το δικό του τρόπο στην καθοδήγηση των συνανθρώπων του∙ η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στους άλλους, είναι στοιχεία που γεννήθηκαν στην ψυχή του μέσα από τα δύσκολα και επώδυνα βιώματά των παιδικών και νεανικών του χρόνων.
Έτσι, το πρόσωπο που στον Ελεγκτή παρουσιάζεται ως μια συντελεσμένη προσωπικότητα, που δε διστάζει να επωμιστεί σημαντικές ευθύνες, στην Ιστορία ενός παιδιού βρίσκεται σε μια κατάσταση διαμόρφωσης∙ σε μια επίπονη πορεία συνειδητοποίησης και ωρίμανσης.
Ωστόσο, τον κρυμμένο για χρόνια ουρανό, ο ποιητής θα θελήσει στη συνέχεια να τον μοιραστεί -στην ιδανική του έκφανση- με τους συνανθρώπους του∙ θα υπερνικήσει τον πόνο του για το αίμα που αδιάκοπα φύτρωνε στον κήπο του, και θα θελήσει να σταθεί αρωγός και υπερασπιστής των στοιχείων εκείνων που μπορούν να επαναφέρουν τους ανθρώπους στο δρόμο της ειρηνικής διαβίωσης και της ψυχικής επούλωσης.

«πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.»

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἡ πάλη μέ τόν καθημερινό δαίμονα



Justin Gaffrey Very Volumetric Painting

Ἡσύχασε ποίηση
Νερό μου βυθίσου. Ὅταν θἆναι καιρός
θά μᾶς στείλουνε μήνυμα.
Ἔλα,
τραγούδι μου, ἥλιε μου, ὄνειρο, μέλλον,
βυθίσου νερό μου. Ξαναγύρνα στήν κοίτη σου μές
στά κλαδιά τῆς χρυσῆς ἀρτηρίας πού τυλίγει
μ’ ἕνα δίχτυ ἀπό ἀμέτρητες φλέβες τό σῶμα μου.
Βυθίσου. Στο κόκκαλο. Μέσα. Στό βάθος.
Πιό μέσα. Ἀκούγεσαι. Ἀκόμα. Βυθίσου
νερό μου, βυθίσου, βυθίσου.

Πρέπει πρῶτα νά ζήσουμε. Ὅσο νά βρῶ
τήν ἄλλη μου στέγη, αὐτή τῶν βουνῶν
καί τῶν δέντρων, μοῦ χρειάζονται:
Τό τζάμι, ἡ φωτιά, τό ψωμί, τό πουκάμισο.
Προσπαθῶ νά τό κλείσω αὐτό τό νερό
πού κλονίζει τή στέρνα του σάν ἕνας χρυσός
σπασμός ἥλιου στά βάθη μου. Προσπαθῶ, ἀλλ’ αὐτό
ἀναβρύζει, θυμώνει, χτυπᾶ τά τοιχώματα,
βουΐζει. Δέν κάνω ἄλλο τίποτα, φράζω,
πιέζω, λυγοῦν νά σπάσουν τά δάχτυλα.
Εἶναι ἀσύλληπτη ἡ δύναμη αὐτοῦ τοῦ νεροῦ
πού τινάζεται μέσα μου νἄβγει στόν κόσμο.
Αὐτοῦ τοῦ νεροῦ. Αὐτοῦ τοῦ ἀγαπῶ.

Από το "ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Ἡ πάλη μέ τόν καθημερινό δαίμονα", 1961

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ἄνοιξη μ. Χ.
George Seferis - Spring A. D.

Woman in the Sudetenland greeting incoming German troops
with tears and a Nazi salute. German occupation of Czechoslovakia
Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
πάλι τὸ καλοκαίρι
χαμογελοῦσε.

Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς*
στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
τί θά ῾τανε καλύτερο
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
οἱ γέροντες ἀστόχησαν
κι ὅλα τὰ παραδώσανε
ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
μέσα σε φλόγες κίτρινες
καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
ἀνοίγοντας παράθυρα
στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

16 Μαρτ. ῾39


ροδαμός και αροδαμός, νέος βλαστός με μεγάλη ανάπτυξη
Πηγή: http://crete.mmx.gr


*****************
Με το ποίημα αυτό του Σεφέρη έχουμε άμεση εμπλοκή του ποιητή με τον επερχόμενο πόλεμο. Εδώ μάλιστα στο ποίημα αυτό δεσπόζουν τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας, η παράδοση και η κατάληψή της από τον Χίτλερ το Μάρτη του 1939. 
Η ημερομηνία 16 Μαρτίου του ‘39 συνδέει άμεσα την υποδομή του ποιήματος με το συγκεκριμένο γεγονός της τεμαχισμένης Τσεχοσλοβακίας. Στο ποίημα δεσπόζουν οι άσπροι γέροντες, που αδύναμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θα παραδώσουν την πατρίδα αμαχητί στον εχθρό.
Ξεκινώντας από τη στάση των πολιτών της Τσεχοσλοβακίας και επικρίνοντάς τους, ο ποιητής διακηρύσσει σε ολόκληρη την οικουμένη ότι το χρέος των πολιτών δεν είναι η παράδοση, αλλά ο αγώνας και η θυσία. Οπωσδήποτε το ποίημα είναι πολιτικό και μας δίνει την αντίσταση του ποιητή μπροστά στη φασιστική τυραννία και ακόμα την αηδία για την παθητικότητα και ανικανότητα των γερόντων της πολιτικής.
Γράφοντας στο Ημερολόγιό του για την κατάσταση της Ευρώπης, λίγες μέρες πριν (4 Μάρτη του ‘39) επισημαίνει πως η Ευρώπη περνά την εποχή των Κυκλώπων. Ηρωικό δηλαδή στάδιο και επιστροφή στην άλογη βία και τη διάλυση κάθε πολιτικής οργάνωσης. Ακόμα την ίδια εποχή θα γράψει:

“Μια δύναμη του κακού βρήκε τον τρόπο να εξευτελίζει, να στραπατσάρει, να εκμηδενίζει ένα ολόκληρο κόσμο, βγάζοντας στην επιφάνεια την ιδιοτέλεια, τη δειλία, τη μικροπρέπεια, την ποταπότητα, που πάει να πιστέψει κανείς πως είναι οι βασικές ιδιότητες των ανθρώπων που κυβερνούν αυτό τον κόσμο. Η δύναμη αυτή του κακού έχει την όψη ενός τέλεια μηχανοποιημένου κτήνους, όλως διόλου ανεύθυνου, γιατί ο άνθρωπος και η ανθρωπιά δεν παίζει κανένα ρόλο στο σύστημά της. Βουλιάζεις εκεί μέσα χωρίς κανένα κλωνάρι για να κρατηθείς” (Μερ. Γ σελ. 113 Δευτέρα 10-4-1939).

Λόγοι σοφοί, αλλά και προφητικοί για την επερχόμενη θύελλα και την εκμηδένιση κάθε ανθρώπινης αξίας από τα ναζιστικά στρατεύματα.



*****************
Spring A. D.
BY GEORGE SEFERIS
TRANSLATED BY EDMUND KEELEY

Again with spring
she wore light colours
and with gentle steps
again with spring
again in summer
she was smiling.

Among fresh blossoms
breast naked to the veins
beyond the dry night
beyond the white old men
debating quietly
whether it would be better
to give up the keys
or to pull the rope
and hang from the noose
to leave empty bodies
there where souls couldn’t endure
there where the mind couldn’t catch up
and knees buckled.

With the new blossoms
the old men failed
and gave up on everything
grandchildren and great-grandchildren
the broad fields
the green mountains
love and life
compassion and shelter
rivers and sea;
and they departed like statues
leaving behind a silence
that no sword could cut
that no gallop could break
nor the voices of the young;
and the great loneliness came
the great privation
along with this spring
and settled and spread
like the frost of dawn
caught hold of the high branches
slid down the trunks of trees
and wrapped around our soul.

But she smiled
wearing light colours
like a blossoming almond tree
in yellow flames
and walked along lightly
opening windows
in the delighted sky
without us the luckless ones.
And I saw her breast naked
the waist and the knee,
as the inviolate martyr
inviolate and pure
issues from the torment
to go to heaven,
beyond the inexplicable
whispering of people
in the boundless circus
beyond the black grimace
the sweaty neck
of the exasperated executioner
striking vainly.

The loneliness now a lake
the privation now a lake
untouched and untraceable.

16 March ’39