Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος — Ἡ πάλη μέ τόν καθημερινό δαίμονα



Justin Gaffrey Very Volumetric Painting

Ἡσύχασε ποίηση
Νερό μου βυθίσου. Ὅταν θἆναι καιρός
θά μᾶς στείλουνε μήνυμα.
Ἔλα,
τραγούδι μου, ἥλιε μου, ὄνειρο, μέλλον,
βυθίσου νερό μου. Ξαναγύρνα στήν κοίτη σου μές
στά κλαδιά τῆς χρυσῆς ἀρτηρίας πού τυλίγει
μ’ ἕνα δίχτυ ἀπό ἀμέτρητες φλέβες τό σῶμα μου.
Βυθίσου. Στο κόκκαλο. Μέσα. Στό βάθος.
Πιό μέσα. Ἀκούγεσαι. Ἀκόμα. Βυθίσου
νερό μου, βυθίσου, βυθίσου.

Πρέπει πρῶτα νά ζήσουμε. Ὅσο νά βρῶ
τήν ἄλλη μου στέγη, αὐτή τῶν βουνῶν
καί τῶν δέντρων, μοῦ χρειάζονται:
Τό τζάμι, ἡ φωτιά, τό ψωμί, τό πουκάμισο.
Προσπαθῶ νά τό κλείσω αὐτό τό νερό
πού κλονίζει τή στέρνα του σάν ἕνας χρυσός
σπασμός ἥλιου στά βάθη μου. Προσπαθῶ, ἀλλ’ αὐτό
ἀναβρύζει, θυμώνει, χτυπᾶ τά τοιχώματα,
βουΐζει. Δέν κάνω ἄλλο τίποτα, φράζω,
πιέζω, λυγοῦν νά σπάσουν τά δάχτυλα.
Εἶναι ἀσύλληπτη ἡ δύναμη αὐτοῦ τοῦ νεροῦ
πού τινάζεται μέσα μου νἄβγει στόν κόσμο.
Αὐτοῦ τοῦ νεροῦ. Αὐτοῦ τοῦ ἀγαπῶ.

Από το "ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Ἡ πάλη μέ τόν καθημερινό δαίμονα", 1961

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ἄνοιξη μ. Χ.
George Seferis - Spring A. D.

Woman in the Sudetenland greeting incoming German troops
with tears and a Nazi salute. German occupation of Czechoslovakia
Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
πάλι τὸ καλοκαίρι
χαμογελοῦσε.

Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς*
στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
τί θά ῾τανε καλύτερο
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
οἱ γέροντες ἀστόχησαν
κι ὅλα τὰ παραδώσανε
ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
μέσα σε φλόγες κίτρινες
καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
ἀνοίγοντας παράθυρα
στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

16 Μαρτ. ῾39


ροδαμός και αροδαμός, νέος βλαστός με μεγάλη ανάπτυξη
Πηγή: http://crete.mmx.gr


*****************
Με το ποίημα αυτό του Σεφέρη έχουμε άμεση εμπλοκή του ποιητή με τον επερχόμενο πόλεμο. Εδώ μάλιστα στο ποίημα αυτό δεσπόζουν τα γεγονότα της Τσεχοσλοβακίας, η παράδοση και η κατάληψή της από τον Χίτλερ το Μάρτη του 1939. 
Η ημερομηνία 16 Μαρτίου του ‘39 συνδέει άμεσα την υποδομή του ποιήματος με το συγκεκριμένο γεγονός της τεμαχισμένης Τσεχοσλοβακίας. Στο ποίημα δεσπόζουν οι άσπροι γέροντες, που αδύναμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους, θα παραδώσουν την πατρίδα αμαχητί στον εχθρό.
Ξεκινώντας από τη στάση των πολιτών της Τσεχοσλοβακίας και επικρίνοντάς τους, ο ποιητής διακηρύσσει σε ολόκληρη την οικουμένη ότι το χρέος των πολιτών δεν είναι η παράδοση, αλλά ο αγώνας και η θυσία. Οπωσδήποτε το ποίημα είναι πολιτικό και μας δίνει την αντίσταση του ποιητή μπροστά στη φασιστική τυραννία και ακόμα την αηδία για την παθητικότητα και ανικανότητα των γερόντων της πολιτικής.
Γράφοντας στο Ημερολόγιό του για την κατάσταση της Ευρώπης, λίγες μέρες πριν (4 Μάρτη του ‘39) επισημαίνει πως η Ευρώπη περνά την εποχή των Κυκλώπων. Ηρωικό δηλαδή στάδιο και επιστροφή στην άλογη βία και τη διάλυση κάθε πολιτικής οργάνωσης. Ακόμα την ίδια εποχή θα γράψει:

“Μια δύναμη του κακού βρήκε τον τρόπο να εξευτελίζει, να στραπατσάρει, να εκμηδενίζει ένα ολόκληρο κόσμο, βγάζοντας στην επιφάνεια την ιδιοτέλεια, τη δειλία, τη μικροπρέπεια, την ποταπότητα, που πάει να πιστέψει κανείς πως είναι οι βασικές ιδιότητες των ανθρώπων που κυβερνούν αυτό τον κόσμο. Η δύναμη αυτή του κακού έχει την όψη ενός τέλεια μηχανοποιημένου κτήνους, όλως διόλου ανεύθυνου, γιατί ο άνθρωπος και η ανθρωπιά δεν παίζει κανένα ρόλο στο σύστημά της. Βουλιάζεις εκεί μέσα χωρίς κανένα κλωνάρι για να κρατηθείς” (Μερ. Γ σελ. 113 Δευτέρα 10-4-1939).

Λόγοι σοφοί, αλλά και προφητικοί για την επερχόμενη θύελλα και την εκμηδένιση κάθε ανθρώπινης αξίας από τα ναζιστικά στρατεύματα.



*****************
Spring A. D.
BY GEORGE SEFERIS
TRANSLATED BY EDMUND KEELEY

Again with spring
she wore light colours
and with gentle steps
again with spring
again in summer
she was smiling.

Among fresh blossoms
breast naked to the veins
beyond the dry night
beyond the white old men
debating quietly
whether it would be better
to give up the keys
or to pull the rope
and hang from the noose
to leave empty bodies
there where souls couldn’t endure
there where the mind couldn’t catch up
and knees buckled.

With the new blossoms
the old men failed
and gave up on everything
grandchildren and great-grandchildren
the broad fields
the green mountains
love and life
compassion and shelter
rivers and sea;
and they departed like statues
leaving behind a silence
that no sword could cut
that no gallop could break
nor the voices of the young;
and the great loneliness came
the great privation
along with this spring
and settled and spread
like the frost of dawn
caught hold of the high branches
slid down the trunks of trees
and wrapped around our soul.

But she smiled
wearing light colours
like a blossoming almond tree
in yellow flames
and walked along lightly
opening windows
in the delighted sky
without us the luckless ones.
And I saw her breast naked
the waist and the knee,
as the inviolate martyr
inviolate and pure
issues from the torment
to go to heaven,
beyond the inexplicable
whispering of people
in the boundless circus
beyond the black grimace
the sweaty neck
of the exasperated executioner
striking vainly.

The loneliness now a lake
the privation now a lake
untouched and untraceable.

16 March ’39

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Κωστής Παλαμάς - Τὸ πανηγύρι στὰ σπάρτα

Γιὰ κοίτα πέρα καὶ μακριὰ τὶ πανηγύρι
ποὺ πλέκουν τὰ χρυσὰ τὰ σπάρτα στὸ λιβάδι!
Στὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο ἀπ᾿ τὰ σπάρτα
μὲ τὴ γλυκιὰν ἀνατολὴ γλυκοξυπνώντας
νὰ τρέξω βούλομαι κι ἐγὼ στὸ πανηγύρι,
θησαυριστὴς νὰ κλείσω μὲς τὴν ἀγκαλιά μου
σωροὺς τὰ ξανθολούλουδα καὶ τὰ δροσάνθια,
κι ὅλο τὸ θησαυρὸ νὰ τονε σπαταλέψω
στὰ πόδια τῆς ἀγάπης μου καὶ τῆς κυρᾶς μου.
Ὅμως βαθιὰ εἶναι τὸ ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι ὅπως μιᾶς πρόσχαρης ζωῆς εἴκοσι χρόνων
κόβει τὸ λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
ἔτσι τὸν ἄκοπο γοργὸ μοῦ κόβει δρόμο
ἀτέλειωτος ἀνάμεσα ξεφυτρωμένος
ὁ κακὸς δρόμος μὲς τὰ βάλτα καὶ στὰ βούρλα.
Τ᾿ ἀγκαθερὰ φυτὰ ξεσκίζουνε σὰ νύχια
καὶ σὰν τὰ ξόβεργα τὸ χῶμα παγιδεύει
τοῦ κάμπου τοῦ κακοῦ στὰ βούρλα καὶ στὰ βάλτα,
ἐκεῖ ποὺ στὸ φλογόβολο τὸ ἁψὺ τοῦ ἥλιου
(ποῦ δρόσος μιᾶς πνοῆς; ποῦ σκέπασμα ἑνὸς δέντρου;)
σὰν ἀστραπὴ ἀργυρὴ χτυπάει τὰ μάτια ἡ ἅρμη.
Λιγοψυχῶ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι ἀποκάνω καὶ πέφτω, κι ἀποκαρωμένος
νοιώθω στὸ μέτωπο τ᾿ ἀγκάθια, καὶ στὰ χείλια
νοιώθω τὴν πίκρα τῆς ἁρμύρας, καὶ στὰ χέρια
νοιώθω τὴ γλίνα τῆς νοτιᾶς, καὶ στὰ ποδάρια
νοιώθω τὸ φίλημα τοῦ βάλτου, καὶ στὰ στήθη
νοιώθω τὸ χάιδεμα τοῦ βούρλου, νοιώθω ἐντός μου
τὴ μοίρα τοῦ γυμνοῦ καὶ τ᾿ ἀνήμπορου κόσμου.
(Ὦ! ποῦ εἶσαι, ἀγάπη καὶ κυρά μου;) Καὶ σὲ βάθη
δειλινῶν πορφυρῶν, πλούσια ζωγραφισμένων,
τὸ πανηγύρι ποὺ χρυσᾶ τὰ σπάρτα πλέκουν,
τὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο στὰ σπάρτα,
μὲ βλέπει, μὲ καλεῖ, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.

Ανάλυση
Ο Κωστής Παλαμάς δημιουργεί στο ποίημα αυτό μια ενδιαφέρουσα αλληγορία σχετικά με την επιθυμία των ανθρώπων να βιώσουν στην πληρότητά της την ευδαιμονία της ζωής και τις ποικίλες δυσκολίες που τελικά καθιστούν ανέφικτη την πραγμάτωση αυτής της επιθυμίας. Ό,τι στο ποίημα δίνεται ως προσωπικό βίωμα και ως προσωπική αδυναμία του ποιητή, στην πραγματικότητα εκφράζει μια κατάσταση κοινή για πολλούς ανθρώπους.

Για κοίτα πέρα και μακριά τι πανηγύρι
που πλέκουν τα χρυσά τα σπάρτα στο λιβάδι!
Στο πανηγύρι το πανεύοσμο απ’ τα σπάρτα
με τη γλυκιάν ανατολή γλυκοξυπνώντας
να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι,
θησαυριστής να κλείσω μες στην αγκαλιά μου
σωρούς τα ξανθολούλουδα και τα δροσάνθια,
κι όλο το θησαυρό να τόνε σπαταλέψω
στα πόδια της αγάπης μου και της κυράς μου.

Στους πρώτους εννέα στίχους ο ποιητής παρουσιάζει με ιδιαίτερα θελκτικό τρόπο το λιβάδι με τα σπάρτα. Τα κίτρινα λουλούδια, που στο φως του ήλιου μοιάζουν χρυσά, δημιουργούν ένα εξαίσιο πανηγύρι χρωμάτων κι ευωδιάς. Ένα πανηγύρι που ξυπνά στον ποιητή την επιθυμία να βρεθεί κι εκείνος κοντά στα σπάρτα και να μαζέψει στην αγκαλιά του σωρούς απ’ τα όμορφα αυτά λουλούδια. Μάλιστα, τα λουλούδια θέλει να τα απλώσει μπροστά στα πόδια της αγαπημένης του, αποκαλύπτοντας έτσι ένα σημαντικό κίνητρο για την επιθυμία του.
Στα πλαίσια της αλληγορίας το πανέμορφο λιβάδι με τα σπάρτα συμβολίζει το κάλλος και τον ευδαιμονισμό της ζωής. Το πανηγύρι των λουλουδιών, που τόσο θέλει να γευτεί από κοντά ο ποιητής, δεν είναι άλλο από το πανηγύρι της ζωής. Η επιθυμία, δηλαδή, του ποιητή δεν είναι παρά η επιθυμία κάθε ανθρώπου να αφεθεί στο γλυκό κάλεσμα της ζωής και να βιώσει τη χαρά, την ξεγνοιασιά και τις ποικίλες απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ζωή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός πως απ’ τον πρώτο κιόλας στίχο ο ποιητής δηλώνει πως το πανηγύρι αυτό των όμορφων λουλουδιών γίνεται «πέρα και μακριά» από εκεί που βρίσκεται ο ίδιος. Στοιχείο που υποδηλώνει πως ο ποιητής είναι ήδη εγκλωβισμένος σε μια σειρά υποχρεώσεων που τον κρατούν μακριά από τη γαλήνη και την ανέφελη απόλαυση της ζωής.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Παλαμάς, όντας ένας άνθρωπος των γραμμάτων και της μελέτης, που έχει στερηθεί την επαφή με τη φύση, επιλέγει να παρουσιάσει την ομορφιά της ζωής, μέσα από μια εικόνα του φυσικού περιβάλλοντος.
Σε μια δεύτερη ανάγνωση πάντως, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε πίσω απ’ το θελκτικό πανηγύρι στο λιβάδι με τα σπάρτα, τις κάθε είδους επιθυμίες κι επιδιώξεις των ανθρώπων. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να περιορίσουμε το συμβολισμό του πανηγυριού σε μερικότερες επιθυμίες των ανθρώπων και όχι απαραίτητα στην ευρύτερη επιθυμία για την πλήρη βίωση της ζωής.
Με το ρήμα «κοίτα», σε β΄ πρόσωπο, ο ποιητής δημιουργεί την αίσθηση πως απευθύνει την πρόσκληση προς κάποιο πρόσωπο -ίσως και στον αναγνώστη-, προσδίδοντας ζωντάνια και παραστατικότητα στο περιεχόμενο του ποιήματος. Ενώ, με τη χρήση των ρημάτων σε α΄ πρόσωπο, προσδίδει στα περιγραφόμενα γεγονότα την αλήθεια ενός προσωπικού βιώματος.

Όμως βαθιά είναι το ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι όπως μιας πρόσχαρης ζωής είκοσι χρόνων
κόβει το λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
έτσι τον άκοπο γοργό μου κόβει δρόμο
ατέλειωτος ανάμεσα ξεφυτρωμένος
ο κακός δρόμος μες στα βάλτα και στα βούρλα.


Με τον αντιθετικό σύνδεσμο «όμως» στον δέκατο στίχο, ο ποιητής παρουσιάζει τις δυσκολίες που συναντά καθώς ξεκινά για να βρεθεί στο λιβάδι με τα σπάρτα. Το λιβάδι βρίσκεται πολύ μακριά κι όπως απροσδόκητα ο χαμός ενός αγαπημένου προσώπου διακόπτει τη χαρά ενός νέου ανθρώπου (τα λευκά ρούχα αντικαθίσταται από σκούρα και πένθιμα), έτσι χωρίς να το περιμένει ο ποιητής βρίσκεται αντιμέτωπος μ’ έναν δύσβατο, μακρύ δρόμο, γεμάτο βάλτους και αγκαθωτά χόρτα, χάνοντας γρήγορα τον αρχικό του ενθουσιασμό.
Η συσχέτιση της αλληγορικής αυτής εικόνας με την πραγματικότητα είναι εύλογη, μιας και πολύ συχνά οι άνθρωποι διαπιστώνουν πως η επιθυμία τους να χαρούν ανεμπόδιστα την ευτυχία της ζωής, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί. Υπάρχουν συχνά πολλές δυσκολίες και προβλήματα που τους κρατούν δέσμιους σε μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις, απογοητεύσεις και πόνο.
Έτσι, ενώ το λιβάδι με τα σπάρτα αποτελεί ένα γοητευτικό κάλεσμα της φύσης κι ο ποιητής θεωρούσε πως εύκολα θα μπορούσε να φτάσει εκεί, συνειδητοποιεί τελικά πως ο δρόμος που πρέπει να διανύσει είναι ανέλπιστα μεγάλος και δύσκολος.

Τ’ αγκαθερά φυτά ξεσκίζουνε σα νύχια
και σαν τα ξόβεργα το χώμα παγιδεύει
του κάμπου του κακού στα βούρλα και στα βάλτα,
εκεί που στο φλογοβόλο το αψύ του ήλιου
(που δρόσος μιας πνοής; που σκέπασμα ενός δέντρου;)
σαν αστραπή αργυρή χτυπάει τα μάτια η άρμη.


Οι πολλαπλές δυσκολίες που προκύπτουν στους ανθρώπους και τους στερούν τελικά τη δυνατότητα να χαρούν τις απολαύσεις της ζωής δίνονται με εξαιρετικά παραστατικό τρόπο απ’ τον ποιητή, καθώς παρουσιάζει το δύσβατο δρόμο που επιχειρεί να διαβεί.
Τα αγκάθια των φυτών ξεσκίζουν το σώμα του σα νύχια και το χώμα τον παγιδεύει σαν ξόβεργα (παγίδα που φτιάχνεται για την παγίδευση μικρών πουλιών, βάζοντας κολλώδη ουσία πάνω σε μια βέργα). Ο δρόμος που προσπαθεί να περάσει ο ποιητής είναι βαλτώδης, με βούρλα ολόγυρα (φυτά που μεγαλώνουν κοντά σε ποτάμια ή και βάλτους).
Παράλληλα, ο ήλιος, που δεν εμποδίζεται από κάποιο ψηλό δέντρο, φλέγει τον τόπο και βασανίζει τον ποιητή, που νιώθει στα μάτια του την αλμυρή αίσθηση του ιδρώτα. Ο ποιητής καθώς περπατά κάτω απ’ το αδιάκοπο και καυτό χτύπημα του ήλιου, σκέφτεται πως δεν υπάρχει ούτε ένα ελάχιστο αεράκι, για να τον δροσίσει, αλλά ούτε κι η σκιά ενός δέντρου, για να γλιτώσει απ’ τις ακτίνες του ήλιου. Οι αντίστοιχες ερωτήσεις που τίθενται στην παρένθεση, αποτυπώνουν ουσιαστικά τις σκέψεις του ποιητή και προσδίδουν στο ποίημα μια πιο εσωτερική διάσταση, δημιουργώντας την αίσθηση πως συντίθεται συγχρονικά με τη βίωση των δυσκολιών που καταγράφει.
....................................
η συνέχεια εδώ: latistor

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Νίκος Καροῦζος - Ἔρημος σὰν τὴ βροχή | Nikos Karouzos - Désert comme la pluie

Oil paintings blue black theme lonely man
Διαβαίνω ἀγιάτρευτος μές᾿ στ᾿ ὄνειρό μου
σὲ δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπῆς
ἔδειξα τὰ πτηνὰ διχάζεται ὁ δρόμος
ἡ ἀλήθεια φαρδαίνει πάντα τὴν ὁρμή.
Κ᾿ ἡ μοῖρα τῶν ἄστρων
θὰ εἶναι τέφρα θὰ εἶναι μία μεγάλη πυρικὴ
τώρα μαθαίνω τὸ αἷμα μου
δίχως τοὺς δροσεροὺς ὑάκινθους
τώρα σὲ βλέπω δρόμε τοῦ καλoῦ σὰν εἰδοποίηση
μὲ κρίνους
ἔχοντας τὸ σακούλι τ᾿ ἀναστεναγμοῦ
κι ὅλο πηγαίνω
πηγαίνω
στὶς
πηγές.

Désert comme la pluie

Dans mon rêve j'avance incurable seul
dans les filets du premier silence
j'ai montré les oiseaux le chemin fourche
la vérité toujours élargit notre élan.
Et le destin des étoiles
sera la cendre une grande enflammure
maintenant j'apprends mon sang
mais sans les jacinthes si fraîches
maintenant je te vois chemin du bien comme une annonce 

par des lys
le petit sac du soupir à la main
et sans cesse
je m'en vais
m'en vais
vers les sources.


Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Γιάννης Βαρβέρης - Εσπερινός της αγάπης

walking on the rails by Jim Daly
Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

Γιάννης Βαρβέρης, από την ποιητική συλλογή 
«Ο άνθρωπος μόνος»

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Νίκος Καροῦζος - Στερεύοντας από βεβαιότητες άσπρες

Edvard Munch in the National Museum
Self-Portrait with Cigarette, 1895
Ήτανε δύσκολη βραδιά. βρισκόμουνα σύρριζα μόνος
ανατρεπόμενα όνειρα-φορτηγά
στου ύπνου το γλυκό κατηφόρισμα
κι απόβλητο φεγγάρι συνέχεε μνήμη κι απώλεια.
Είχα λοιπόν εγκαταλείψει
καθώς έβγαινα
στο χρόνο που ειν’ άχρονος το αχανές
δεσμωτήριο της γλώσσας
ερχόμενος προς το στήθος ωσάν μόλις
άγγελος πειραγμένος από φαρυγγίτιδα.
(Φαίνεται πως το κάπνισμα συγγενεύει με τα ουράνια.
ο καπνός που μας ενώνει ανεβαίνοντας.)
Εκεί δεν έχει δευτερόλεπτα κι ανάσαινα νήστις
αλλ’ αυτήκοος αθανασίας.
Είχα λοιπόν εγκαταλείψει
πράγματα κι ανθρώπους. εκατόμβες ομοιοφρένειας.
ήμουνα ο γόνος
ο Γυμνιστής Αχάλκευτος Ήχος
φρυγικό σύντριμμα
οι θεοφρούρητοι χημικοί τύποι.
Βεβαίως ήμουνα
ο άρτιος πόνος αυτοδίδαχτο σκοτάδι
θα ’λεγες με σιγαστήρα
θα ’λεγες
με μουσουλμάνικο γαλάζιο.
η ώρα είναι πράγματι ώρα;
Σας είπα. έβγαινα ξελησμονώντας ασημοκάντηλα
πάμφωτα
στη φαντασίωση
τα στίλβοντα μανουάλια της αγάπης.
Πετάχτε μου λέξεις απ’ τα παράθυρα
πετάχτε μου λέξεις απ’ τους εξώστες
η πτήση της αγριόχηνας νεανισμός από εγρήγορη
αρχαιότητα.