Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη

Έλα τώρα χέρι μου δεξί
κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το
αλλ' από πάνω βάλ' του

Το ασήμωμα της Παναγίας
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μες στα νερά
του βάλτου

ΤΕΤΑΡΤΗ, 1
Ολοένα τ' άλογα μασούν λευκά σεντόνια κι ολοένα εισχωρούν
θριαμβευτικά μέσα στην Απειλή.
Δρυς, οξιές, βαλανιδιές, ακούω να σέρνονται στη σκεπή της παλιάς
καρότσας όπου ρίχθηκα όπως όπως να φύγω. Ξαναπαίζοντας ένα
έργο που γυρίστηκε κάποτε στα κρυφά και πάλιωσε χωρίς να το
έχει δει κανένας.
Γρήγορα. Προτού ξεθωριάσουν οι εικόνες. Ή σταματήσουνε
άξαφνα - κι η ταινία η φθαρμένη κοπεί.


ΤΕΤΑΡΤΗ, 1 β
Κει κατά τα μεσάνυχτα είδα τις πρώτες φωτιές πάνω απ' τ' αερο-
δρόμιο.
Πιο δω το μαύρο κενό.
Ύστερα φάνηκε να 'ρχεται η flora mirabilis ορθή πάνω στο άρμα της
και αδειάζοντας από 'να πελώριο χωνί λουλούδια.
Τα θύματα έσκυβαν κι έπαιρναν τη στάση που είχαν πριν χωρίσουν
από τη Μητέρα.
Στο κοτσάνι της νύχτας η σελήνη σπάραζε.

ΠΕΜΠΤΗ, 2
«Αρτίνη»... «Κλεώπα»... «Βαρνάβα»... μα τι γένους είναι λοιπόν ο
τόπος αυτός που κηδεύεται; Πρέπει να βγάλω τ' άμφια, να φορέσω
πάλι τον χρυσό μου θώρακα και να βγω με τη ρομφαία στο χέρι.
Κάντε πέρα τα παιδιά. Κρεμάστε τα μαύρα στα μπαλκόνια. Κιόλας
ακούγεται η στρατιωτική μουσική να πλησιάζει.

Προσοχή! Παρουσιάστε αρμ!

ΠΕΜΠΤΗ. 2 β
Κάπου κλαίνε και θολώνει μεριές μεριές ο αέρας.
Η Σιθωνία χάθηκε, την καλύψανε τα νερά.

Είναι κάτι φοβερά γεγονότα που όλο μου τ' αφαιρεί ο Θεός, και ο
νους όλο πάλι μου τα προσθέτει.
Κάτι πράσινο μέσα μου αλλά μαυριδερό που οι σκύλοι το αλυχτάνε.
Και μια θάλασσα φερμένη από πολύ μακριά, μυρίζοντας ακόμη
αυγό του Κύκνου.

ΠΕΜΠΤΗ, 2 γ
Έβαλα τα βιβλία μου στα ράφια, και στη γωνιά μια λυπημένη Αγ-
γελική.
Το ποσοστό της ομορφιάς που μου αναλογούσε πάει, το ξόδεψα όλο.

Έτσι θέλω να μ' έβρει ο ερχόμενος χειμώνας, χωρίς φωτιά, μ' ένα
κουρελιασμένο παντελόνι, ν' ανακατεύω άγραφα χαρτιά σαν να ο-
δηγάω την ορχήστρα την εκκωφαντική ενός ανεκλάλητου Παρα-
δείσου.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 3
Λοξά, επιμήκη μάτια, χείλη, αρώματα σαν από πρώιμο ουρανό με-
γάλης θηλυκής γλυκύτητας και θανάσιμου πότου.

Έγειρα με το πλάι - σχεδόν μπατάρισα - μες στους ψαλμούς των
Χαιρετισμών και την ψύχρα των ανοιχτών κήπων.
Έτοιμος για τα χείριστα.

ΣΑΒΒΑΤΟ, 4
Κει που ανέβαινα το στενό, βρεμένο καλντερίμι - πάνε κάπου τρα-
κόσια τόσα χρόνια - ένιωσα ν' αναρπάζομαι «δια χειρός» Ισχυρού
Φίλου, και πραγματικά, όσο να συνέλθω, έβλεπα να μ' ανεβάζει με
τις δύο γιγάντιες φτερούγες του ο Δομήνικος, ψηλά στους ουρα-
νούς του
τη φορά τούτη γιομάτους
πορτοκαλιές και νερά μιλητικά της πατρίδας.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 5
Ξάφνου, με το που άνοιξα τα ξεχαρβαλωμένα παραθυρόφυλλα, με-
γάλωσε η αυλή. Το αλεξίπτωτο που κατέβαινε δεν το 'βλεπε άλλος
κανείς. Μόνον κάτι πρόγονοί μου αγριωποί και ταλαιπωρημένοι
παρακολουθούσανε τη σκηνή από την άλλη όχθη και κάθε τόσο ρί-
χνανε μπαλωθιές στον αέρα.
Γέμισε ο τόπος λέξεις ελληνικές ανορθόγραφες, από παλιά προι-
κοσύμφωνα και όρκους Φιλικών. Όπου πήρα να δακρύζω έτσι
καθώς είχα δει κάποτε τον πατέρα μου, τον Αύγουστο του '22.
Ύστερα φάνηκαν από μακριά να 'ρχονται ο ενωμοτάρχης με τον το-
πογράφο της περιοχής κι ευθύς η αυλή ξαναπήρε τις αληθινές της
διαστάσεις.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 5 β
Το τέλος του Αλέξανδρου

Δίπλωσε τις τέσσερις εποχές κι απόμεινε σαν δέντρο που του σώ-
θηκε ο αέρας.
Ανακάθισε ύστερα κι έβαλε ήρεμα στο πλάι του τον γκρεμό.
Από τ' άλλο μέρος άπλωσε προσεχτικά ένα κομμάτι θάλασσας, όλο
ριπές γαλάζιες
Ώρες πέρασαν ώσπου, κάποια στιγμή, των γυναικών τα μάτια σκαρ-
δαμύσανε.
Τότε μπήκε η Κερά κι αυτός ξεψύχησε.

ΤΡΙΤΗ. 7
Βρήκα μια μικρή εκκλησία όλο τρεχούμενα νερά και την κρέμασα
στον τοίχο. Τα μανουάλια της είναι πήλινα και μοιάζουν με τα δά-
χτυλά μου όταν γράφω. Από το πως αστράφτουν τα τζάμια καταλα-
βαίνω αν πέρασε άγγελος. Και συχνά κάθομαι τ' απογέματα έξω
στο πεζούλι και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες όπως το γεράνι.

ΤΡΙΤΗ. 7 β
Από μακριά την είδα να 'ρχεται καταπάνω μου. Φορούσε παπούτσια
πάνινα και προχωρούσε αλαφρή κι ασπρόμαυρη. Ως κι ο σκύλος
πίσω της, βουτούσε ως τα μισά μέσα στο μαύρο.

Γέρασα να περιμένω, αλήθεια.
Κι είναι τώρα πολύ αργά για να καταλάβω πως όσο εκείνη προχω-
ρούσε τόσο το κενό μεγάλωνε, κι ότι δεν επρόκειτο να συναντη-
θούμε ποτέ.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8
Ποιος είναι που βροντάει σε πόρτες και παράθυρα;
Τι να 'ναι αυτό που λέει και ξαναλέει - τη μια κοντά, την άλλη μα-
κριά - ο αέρας ο εγγαστρίμυθος;
Τι θέλει αυτή με τα σχιστά μαλλιά και τα γατίσια μάτια που μου ζω-
γραφίστηκε στο τζάμι;
Τι είδους μοναξιά να είναι αυτή που παίζει ο μακρινός ο στρατιώ-
της στην τρομπέτα του;
Ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει;

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8 β
Όπως μετά την εκπυρσοκρότηση, σ' ένα παρατεταμένο κενό, άρχι-
σε ν' αναδύεται το παλιό προγονικό τοπίο.
Έλειπε απ' τη θέση της η γιαγιά και οι δείχτες από το ρολόι του
τοίχου.
Στο μέρος όπου είχα πρωτοϊδεί την Παναγία (ή τη Μητέρα μου) μύ-
ριζε καμένο πεύκο και συχώρεση.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 8 γ
Μάνα που'σαι να με δεις: όπως γεννήθηκα, έφυγα. Παραήμουνα λί-
γος - άλλωστε ποιος νογάει; - και πολλά τα σερνόμενα τέρατα με
τα πλάγια, λιπαρά πόδια.
Έτσι, στο μάκρος μιας ζωής με τόση δυσκολία στημένης δεν έχου-
νε απομείνει παρά μια μισοκαταστραμμένη πόρτα και πολλές μεγά-
λες σάπιες ανεμώνες του νερού. Κείθε περνάω και πάω - που ξέ-
ρεις;- για μια κοιλιά γλυκύτερη από την πατρίδα.

ΠΕΜΠΤΗ, 9
Θα 'ναι κάποιο από κείνα τα σπίτια στον κισσό
τα κλειστά κι ακατοίκητα που 'λυσε το λουρί
από τ' αποτρόπαια γεγονότα μέσα του
Και νιώθεις τώρα ν' αμολιούνται πάνω σου τα ουρλιάσματα
κείνες τις πρώτες δαγκωνιές από την εποχή του Αδάμ
τις μασέλες του γέροντα που τολμούσε ακόμη ν' αγαπάει
και φυσούσε ακούραστος τις μυστικές φιλύρες του
κάποια νύχτα ευπαθή του Απρίλη.
Αυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10
Ολοένα σφύριζε ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε κι ολοένα έφτανε η
μακρινή φωνή στ' αυτιά μου: «μια ζωή ολόκληρη...» «μια ζωή ολό-
κληρη...»
Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζανε κινηματογράφο.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 10 β
Κάπου, φαίνεται, θα διασκεδάζουν
μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι
ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά
Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τ' αποκαΐδια
την Ανδρομέδα, την Άρκτο ή την Παρθένο...
Άραγες να 'ναι η μοναξιά σ' όλους τους κόσμους
η ίδια;

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ. 10 γ
Περασμένα μεσάνυχτα μετακινείται το δωμάτιο μου σ' όλη τη γει-
τονιά και φέγγει σαν σμαράγδι. Κάποιος μέσα του ψάχνει - κι η
αλήθεια ολοένα του ξεφεύγει. Που να το φανταστεί ότι αυτή βρί-
σκεται πιο χαμηλά
Πολύ πιο χαμηλά
Ότι έχει ο θάνατος την δικιά του Ερυθρά θάλασσα.

ΣΑΒΒΑΤΟ. 11

Βγήκα για νέες πληγές
πάνω από τις παλαιές να επιπλέουν σαν νούφαρα

(Στην αρχαία εκείνη θάλασσα που εγνώριζα
Τώρα θα 'χει βουλιάξει ο κόσμος
με τα δύο του λοξά κατάρτια έξω απ' το νερό
Κι εγώ, σαν να 'μαι αληθινός, θα γράφω ακόμη).

ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 β
Σταματημένος όλη νύχτα μες στον ύπνο
σαν παλαιό αυτοκίνητο με χαλασμένα φώτα
έλαχε μες στα σκοτεινά πάλι να πιάσω
κινήσεις των ανθρώπων τόσο ακατανόητες
όσο κι εκείνες που 'βλεπα γύρω μου
χρόνους και χρόνους μιαν ολόκληρη ζωή:
«Το μυστήριο της μαυροφόρας» αίφνης ή
«Τον βουβό με την κερένια κούκλα»
«Τις τελευταίες μέρες της Πομπηίας» εάν όχι
και - σε πρώτη προβολή - «Το φιλί του θανάτου».

ΚΥΡΙΑΚΗ, 12
Μνήμη του Μεμά

Κατέβηκα στον περίβολο με τις τριανταφυλλιές πλάκες, τ' αγριό-
χορτα και την πυροστιά στη μέση αναμμένη σαν σε θυσία.
Εντελώς άξαφνα φάνηκε στον αέρα μια βοϊδοκεφαλή ανθοστόλι-
στη, που πάλι, μεμιάς, εχάθη.
Θα 'κανε λάθος αιώνα.
Ύστερα φάνηκε το φορτηγό με τα χρειώδη της Μονής κι ο πάτερ
Ισίδωρος κρατώντας το πιατέλο με τα κόλλυβα.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15
Προχωρώ μέσ' από πέτρινα κεριά και γυναίκες που κρατάν μισο-
φέγγαρα, Ο Θεός λείπει. Αυτός ο κήπος δεν έχει τέλος και κανείς
δεν ξέρει τι τον περιμένει.

Κάθε όνομα φέγγει για λίγο μες στα σκοτεινά κι υστέρα σβήνει και
χάνεται.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 β
Άνοιγε τον αέρα του κήπου κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν
αριστερά. Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο, λυπημένη,
κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές άσπρες φλόγες.

Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις, ξεσηκωμούς, αίματα. Θα
'λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε τη διάρκεια των πραγμάτων από
μακριά.
Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 15 γ
Ανεβαίνω το μαλακό χώμα της, φτάνω στην κορυφή και δένω τα
μαλλιά της πίσω με κλώνους.
Ύστερα κάνω το σταυρό μου.
Τότε χτυπά η καμπάνα και στα βλέφαρα της εμφανίζεται το πρώτο
εφετινό δάκρυ.
Θα μπορούσε να 'ναι κάτι υπέροχο.

ΠΕΜΠΤΗ, 16
Σ' όλους το ψιλόβροχο κάτι λέει. Σ' εμένα τίποτα. Σφάλισα τα τζά-
μια κι άρχισα να καλώ αλφαβητικά: τον Άγγελο της Αστυπάλαιας·
τη Βρισηίδα· τα Γαυγάμηλα· τον δούλο του Κριναγόρα· τον Ελλή-
σποντο· τα Ζαγόρια· τον Ηλία τον Προφήτη· τον Θεόδωρο νεομάρ-
τυρα Μυτιλήνης· την Ισσό· τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο· τη
Λαΐδα· τον μαστρ'- Αντώνη· τον Νικία· την ξέρα της Αγίας Πελα-
γίας· τον Όμηρο (μαζί με ολόκληρη την Ιλιάδα του)· τους Πελα-
σγούς· τη Ρωξάννη· τη Σθενελαΐδα· τα Ταταύλα· τον Ίβυκο (ερωτο-
μανέστατο)· τη Φαιστό· τις Χοηφόρες· τα Ψαρά· και τον Ωριγένη.
Ξημερώθηκα έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της Ιστο-
ρίας ή μάλλον την ιστορία της Ιστορίας του Θανάτου (και αυτό δεν
είναι λογοπαίγνιο).

ΣΑΒΒΑΤΟ, 18
Ακόμη βρέχει. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Κι αιωνίως θα κυκλο-
φορώ με μιαν ομπρέλα ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ γεμάτη
ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία.

ΣΑΒΒΑΤΟ. 18 β

Βάρος της τρυφεράδας τ' ουρανού
μετά που εβρόντησε και ξεκινά ο σαλίγκαρος.
Κομμάτια σπίτια που επιπλέουν, μπαλκόνια με μπροστά
το κοντάρι τους, ο αέρας.
Γεγονός είναι ο θάνατος που επίκειται
φορτωμένος κάτι ευτυχίες παλιές
κι εκείνη την πολύ γνωστή (που λευκάνθηκε στις άγριες
ερημιές) απελπισία.

ΣΑΒΒΑΤΟ. 18 γ
Κάθομαι ώρες και κοιτάζω το νερό στις πλάκες ώσπου, τέλος, γίνε-
ται πρόσωπο που μου μοιάζει και φέγγει απ' όλη την περασμένη
μου ζωή.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19
Γαλήνη σαν της Κυριακής που λείπουνε όλοι
σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.
Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Βοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 β

Φτάνοντας το βαπόρι μεγάλωσε κι έφραξε το λιμάνι. Καμιά κίνηση
στα καταστρώματα. Ίσως να μεταφέρει τα καινούρια μεσάνυχτα,
συμπαγή και συσκευασμένα. Ίσως και μια μόνο ψυχή, λεπτή σαν
καπνό και αναγνωρίσιμη από την οσμή του καμένου.
Όπως και να 'ναι, υπάρχουν πολλά ζώα που δεν έσωσε ακόμη να
βγουν από την Κιβωτό και δείχνουν αδημονία. Ως και το πλήθος
που κατακλύζει το μουράγιο και ρίχνει ανήσυχα βλέμματα, σιγά
σιγά συνειδητοποιεί ότι το παν εξαρτάται από μια στιγμή -
τη στιγμή ακριβώς που, μόλις πας να την αδράξεις, χάνεται.

ΚΥΡΙΑΚΗ. 19 γ

Άσπρα σπασμένα τ' ουρανού μέσα στη νύχτα
πάω μ' από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου.
Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μου κάνει νοήματα
-Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας· άλλα προς τι;

Ψηλά κοιτάω σαν άστρο το βορινό παράθυρο
που το ξεχάσανε ανοιχτό και μ' αναμμένο φως.
Οι άλλοι κοιμούνται ή προσωρινά ή αιώνια
ύπτιοι, με το πρόσωπο ακάλυπτο στον ουρανό.
Πάω μ' από κοντά τις μετρημένες μέρες μου
-Σύμφωνοι, ναι· αλλ' η ζωή αυτή δεν έχει τέλος...

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ, 20
Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες
να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα
του Ήλιου.

Μ. ΤΡΙΤΗ, 21
Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέ-
ρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα
μου, μ' ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της
κρεμασμένο στο στήθος.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω, γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, 22
Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται
σαν να 'ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φα-
γωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο
μαύρος όγκος που σαλεύει

Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23
Μέρα τρεμάμενη όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωματένια πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23 β
Σωστός θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.

Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24
Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.

Ίσως και να 'μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής

Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ' αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24 β

Αντίς για όνειρο

Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να 'μαι λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ'
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25
Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μού κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν' αδειάσει τον κουβά με τ' απορρίμματά μου
-της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια-
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β

Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο εκείνο σύννεφο
που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ' Άπιαστα

Όπως εγώ προχθές του αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήγα να παραβγώ μ' αλόγατα όρθια και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ' τη γης, η ερωτοπαθής ψυχή μου.

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26

Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορ-
φή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμέ-
να, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.
Σου 'ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την
ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη
θέση στον τάφο που σου ανήκει.

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β


Ασμάτιον

Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου 'δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδιά

Μεθαύριο θα 'ρθουν τ' άλλα πουλιά
θα 'ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου καρδία.

ΤΕΤΑΡΤΗ, 29
Είναι κάτι νύχτες τώρα τελευταία, που ακούω πέδιλα στις πλάκες,
θροΐσματα υφασμάτων και λέξεις άγνωστες που μοιάζουν πικρές
και δυνατές σαν αγριόχορτα: «ύρφη» «σαραγάνδα» «τίντελο» «δε-
λεάνα»... Ώσπου πια «μου την έδωσε» χθες βράδυ και στάθηκα γυ-
μνός μπρος στον καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν έμοιαζα καθόλου. Είχα μαλλιά ριχμένα προς τα εμ-
πρός και τα χαρακτηριστικά του προσώπου σκληρά. Στο μεσαίο
μου δάχτυλο φορούσα δαχτυλίδι βαρύ, με βούλα. Και στο βάθος του
δωματίου μου έστεκαν δύο άλλοι νέοι γενειοφόροι, σοβαροί.

Κατά τα άλλα το τοπίο θύμιζε Κέρκυρα.

Έτσι αργά βουλιάζαμε όλοι μας όπως η νεότης. Ενώ από το ραδιό-
φωνο ακουγόταν, ανάμεσα σε άλλα παλιά τραγούδια, στη διαπα-
σών, η «Ραμόνα».

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1 Μ

Η Πρωτομαγιά

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:
Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη
ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας
οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά
και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα
ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα
τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες
λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες
Θα 'λεγες, έτοιμα όλα τους να παν
στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.

ΣΑΒΒΑΤΟ, 2 Μ
Πέφτοντας η ζωή μου (ένα κομμάτι ελάχιστο από τη ζωή μου) πάνω
στη ζωή των άλλων, αφήνει μια τρύπα.
Μπορεί κανείς, εφαρμόζοντας το μάτι του εκεί, να βλέπει στο δι-
ηνεκές μια σκούρα θάλασσα κι ένα κορίτσι στ' άσπρα να ίπταται
απ' αριστερά δεξιά, και να χάνεται στον αέρα.

ΚΥΡΙΑΚΗ, 3 Μ
Κάποια καταπακτή θ' άνοιξε. Πάνε κι έρχονται πλήθη αλλοφύλων
με καπέλα πολυγωνικά κι αμφιέσεις ποδήρεις.
Ξάφνου ακούγεται η φωνή μου (αλλ' εγώ δεν μιλώ): ε σεις ωραίες
μου Ρωμαίες la luce onde s' infiora vostra sustanza rimarà con voi
etternalmente sì com' ell' è ora?

Κι ύστερ' από κάμποση ώρα, σαν ηχώ, η απόκριση: tu non se' in
terra, sì come tu credi...tu non se' in terra...tu non se' in terra...
Οπόταν άρχισαν από πέρα ν' ακούγονται στροφές αλυσίδας, κι οι
αιχμές ενός μεγάλου, άγνωστου, περιστρεφόμενου Ζωδιακού να με
περισφίγγουν.

Τα βουνά, στο βάθος, πήραν σιγά σιγά να διαλύονται και ν' ανεβαί-
νουν σαν αναμνήσεις.

ΔΕΥΤΕΡΑ, 4 Μ

Δυο πόντους πάνω από το έδαφος
έβλεπες, έστεκε το σπίτι κι έλαμπε σαν διαμαντικό
Πιο χαμηλά, μια λίμνη όλο άχνες ροζ

Ύστερα το Άγνωστο από συμπαγές άκαυστο φώσφορο
και πάρα πίσω «η Χώρα» που λεν «των Λωτοφάγων».

Έχω κάνει εργάτης εδώ σ' αυτά τα μέρη
χρόνους πολλούς κι απόμεινα με καμένα τα δάχτυλα
πάνω στην ώρα που ήθελα λιγάκι ακόμη
να δω από πέρα πως ανθίζουν τα νερά
και πως ανοίγουν, σιγοπερπατώντας, την ουρά οι Παράδεισοι.

ΔΕΥΤΕΡΑ. 4 Μ β
Απαλοί κόκκινοι λόφοι ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.

Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτε-
ρικός κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη.

ΠΕΜΠΤΗ 7 Μ

Από το πολύ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τι-
ποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ' απόλυσε καταμεσής του Κρητι-
κού πελάγους.
Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με
τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει.
-Όλα χάνονται. Του καθενός έρχεται η ώρα.
-Όλα μένουν. Εγώ φεύγω. Εσείς να δούμε τώρα.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Δημοτική ποίηση - Του Νεκρού Αδελφού

Σολωμός Φραγκουλίδης, Του νεκρού αδελφού, 1977

Σαν να 'ταν χτες, μόλις χτες...
σαν να 'ναι σήμερα...
ακούω τον καλό μου δάσκαλο, της Ε' Τάξης του Δημοτικού, 
να μας απαγγέλει το παρακάτω ποίημα.

Σοβαρός και γλυκός άνθρωπος ο κ. Νίκος Ράπτης, έβαλε μέσα στην ψυχή, την καρδιά και το μυαλό μου την αγάπη για την Ποίηση, την αληθινή ποίηση.
Κάθε βδομάδα αφιέρωνε μια ώρα στην Ποίηση (εκτός αναλυτικού προγράμματος)
Όταν τέλειωσε την απαγγελία, δεν προχώρησε σε «ανάλυση».
Γιατί κλαίς; με ρώτησε μόνο....
Δεν έλεγε τίποτα. Περίμενε, όπως πάντα, εμείς να πούμε τη γνώμη μας, εμείς να εκφράσουμε τα συναισθήματα ή τις απορίες μας.
Ποιά είναι τα πρόσωπα;
Ποιό συμπαθήσατε, ποιό αντιπαθήσατε και γιατί;
Είδατε μπροστά σας τις σκηνές;.....
σε ευχαριστώ καλέ μου Δάσκαλε ....
η Αμπά

Η υπερφυσική ιστορία του νεκρού αδελφού, που τον σηκώνουν από το μνήμα οι κατάρες της μάνας, για να εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε, είχε, όπως μαρτυρούν οι πολλές παραλλαγές, ευρύτατη διάδοση όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά και στους βαλκανικούς και τους άλλους λαούς της Ευρώπης.

Διαβάστε εδώ τις Βαλκανικές παραλλαγές του ποιήματος

Η προέλευση του τραγουδιού αυτού έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές. Σήμερα όλοι συμφωνούν ότι το τραγούδι είναι από τα πιο παλιά ελληνικά τραγούδια και πλάστηκε πριν από τον 9ο μ.Χ. αιώνα στην περιοχή της Μ. Ασίας. Ακόμη υποστηρίζεται ότι ο μύθος του συνδέεται με την αρχαία μυθολογία, την επάνοδο του Άδωνη στη γη ή την ιστορία της Δήμητρας και της Κόρης.
Το θέμα το έχουν χρησιμοποιήσει στα έργα τους πολλοί λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι. Ο C. Fauriel είχε επισημάνει τις ομοιότητες που παρουσιάζει η μπαλάντα Λεονόρα (1773) του Γερμανού ποιητή G. A. Bürger με το Τραγούδι του νεκρού αδελφού. Από τους Έλληνες δραματοποίησαν το τραγούδι ο Αργ. Εφταλιώτης, ο Φώτος Πολίτης και ο Ζ. Παπαντωνίου.

«Του Νεκρού Αδελφού»




5
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
 Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει,
στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
10  Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
15   αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
- Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
20 αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».
 
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
25    βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
30 το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.
35   Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
40  «Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.
-   Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω,
κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω.
- Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».
45    Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,
δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!
50   -   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».
Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
55  -   Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-   Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
-  Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αϊ-Γιάννη,
60   κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».
Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.
65   «Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-   Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν.
-   Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».
70  
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα
75    βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
80   «Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
-   Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

-   Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.


«Του Νεκρού Αδελφού» : Ανάλυση




ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παραλογή του νεκρού αδελφού ανήκει στις παραλογές που σχετίζονται με τις λαϊκές παραδόσεις και δοξασίες. Το τραγούδι αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα δημιουργήματα της ελληνικής δημοτικής ποίησης και το βρίσκουμε σε διάφορες παραλλαγές στον Ελληνικό χώρο. Είναι γραμμένο σε πυκνό και λιτό λόγο. Το μέτρο των στίχων είναι ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Ο κάθε στίχος χωρίζεται σε δύο ημιστίχια: ένα οκτασύλλαβο και ένα επτασύλλαβο. Π.χ. στ.1: Μάνα με τους εννιά σου γιους / και με τη μια σου κόρη. Οι στίχοι του ποιήματος δε χαρακτηρίζονται από ομοιοκαταληξία.

ΓΛΩΣΣΙΚΑ – ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ

ήλιος δε σου την είδε = Με τη φράση αυτή δηλώνεται η φροντίδα της οικογένειας για την τιμή, ασφάλεια και ομορφιά της κόρης.
προξενητάδες = Ο θεσμός του προξενιού, δηλ. του συνοικεσίου ήταν καθιερωμένος στον Ελληνικό χώρο. Οι προξενητάδες ήταν τα πρόσωπα που μεσολαβούσαν για τη σύναψη ενός γάμου.
Βαβυλώνα = Πρωτεύουσα της Βαβυλωνίας. `Ηταν χτισμένη πάνω στην αριστερή όχθη του ποταμού Ευφράτη. Οι Βαβυλώνιοι στην αρχαιότητα είχαν αναπτύξει σπουδαίο πολιτισμό και είχαν αποκτήσει πολύ πλούτο. Γνωστοί είναι οι κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας, που θεωρούνταν ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου.
Κριτής = εγγυητής
ανέσπα τα μαλλιά της = Τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες εκδήλωναν τον πόνο τους.
κατάρα = ευχή με αρνητικό περιεχόμενο. Η κατάρα εκτοξεύεται ενάντια σε κάποιον για να του συμβεί κάτι κακό.

ΔΟΜΗ

Το ποίημα χωρίζεται σε οκτώ ενότητες:

1η Ενότητα στ.1-5: Η οικογένεια και η ομορφιά της κόρης.
2η Ενότητα στ.6-17: Οι προξενητάδες, το οικογενειακό συμβούλιο, η διχογνωμία, ο όρκος του Κωνσταντίνου και η επικράτηση της γνώμης του να παντρευτεί η Αρετή στα ξένα.
3η Ενότητα στ.18-28: Το θανατικό, ο θρήνος της μάνας, οι κατάρες της μάνας προς τον Κωνσταντίνο που δεν κράτησε τον όρκο του.
4η Ενότητα στ.29-32: Η νεκρανάσταση του Κωνσταντίνου και η εκπλήρωση του όρκου.
5η Ενότητα στ.33-41: Η άφιξη του Κωνσταντίνου στη Βαβυλώνα,
η συνάντηση με την Αρετή.
6η Ενότητα στ.42-65: Διάλογος ανάμεσα στα πουλιά, την Αρετή και τον Κωνσταντίνο.
7η Ενότητα στ.66-8: Η άφιξη στο χωριό τους, η εξαφάνιση του Κωνσταντίνου, η αναγνώριση μάνας και κόρης.
8η Ενότητα στ.8: Η υπέρτατη χαρά των δυο γυναικών σφραγίζεται με το θάνατο.

ΑΝΑΛΥΣΗ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Τα βασικά θέματα της παραλογής αυτής είναι οι δεσμοί της οικογένειας, ο θεσμός του γάμου, η μοίρα, ο ξενιτεμός, η δύναμη της κατάρας, ο θάνατος και η μεταβολή της τύχης.

Το ποίημα αρχίζει με την εικόνα της ευτυχισμένης οικογένειας. Τα μέλη που αποτελούν την οικογένεια αυτή είναι έντεκα: η μάνα, οι εννέα γιοι και η μονάκριβη κόρη. Δεν γίνεται καθόλου αναφορά στον πατέρα. Προφανώς να έχει πεθάνει. Το ενδιαφέρον των πρώτων στίχων εστιάζεται στην εξαιρετική ομορφιά της κόρης, η οποία προς το παρόν μένει ανώνυμη. Η ομορφιά της κόρης είναι η αιτία για την οποία καταφθάνουν προξενητάδες από τη Βαβυλώνα για να την πάρουν στα ξένα. Τώρα η κόρη αποχτά το όνομα της: Αρετή, διότι θα αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στην εξέλιξη του ποιήματος.

Εισάγεται λοιπόν και το στοιχείο του γάμου, το οποίο συνδέεται στενά με τον ξενιτεμό της κόρης. Η ευτυχία της οικογένειας αναταράζεται. Το οικογενειακό συμβούλιο συσκέπτεται. `Αλλοι αποφασίζουν για τη μοίρα της κόρης, η ίδια δεν έχει γνώμη. Οι γνώμες διχάζονται. Οι οχτώ γιοι και η μάνα δε θέλουν να δώσουν την κόρη σε αντίθεση με τον Κωνσταντίνο, ο οποίος θέλει να τη δώσει. Ο διάλογος Κωνσταντίνου και μάνας κάνει τη σκηνή πολύ παραστατική. Δίνονται άμεσα τα επιχειρήματα του γιου και οι δισταγμοί της μάνας. Ο καθένας σκέφτεται το δικό του συμφέρον. Ο Κωνσταντίνος, ο οποίος είναι ταξιδευτής, θέλει να έχει κάποιον δικό του στα ξένα. Η μάνα από την άλλη, στηρίζεται πάνω στην κόρη για τις δύσκολες ώρες. Τελικά θα επικρατήσει η γνώμη του Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι πιθανότατα ή ο μικρότερος γιος και ο αγαπημένος της μάνας ή ο μεγαλύτερος που έχει πάρει τη θέση του πατέρα.

Ο Κωνσταντίνος ορκίζεται στον ουρανό και στους αγίους ότι αν έρθει μια δύσκολη στιγμή, όπως αποφαίνεται η μάνα, αυτός θα πάει και θα φέρει την Αρετή κοντά στη μητέρα της. Ο όρκος αυτός είναι ιερός και δένει τον Κωνσταντίνο με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η δύναμη του όρκου είναι πολύ μεγάλη. Εάν ο όρκος δεν εκπληρωθεί τότε κλονίζονται οι αξίες που μπήκαν εγγυητές για την τήρηση του.

Αφού πέρασε αρκετός καιρός, έπεσε στην οικογένεια θανατικό και τα εννέα αδέρφια πέθαναν. Τότε η μάνα απόμεινε μοναχή, αφού η μοναχοκόρη της η Αρετή ήταν παντρεμένη στα ξένα. Η μάνα κλαίει και θρηνεί σ’ όλα τα μνήματα. Στο μνήμα όμως του Κωνσταντίνου τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για την ερημιά και την κατάντια της, οδύρεται, μαλλιοτραβιέται και τον αναθεματίζει. Ο μονόλογος της μάνας πάνω στο μνήμα, σε χρόνο παρατατικό είναι ένα ανακάλεσμα του νεκρού. Τον καλεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.

Τότε ο Κωνσταντίνος ανασταίνεται για να εκτελέσει την υπόσχεση του. Η νεκρανάσταση του Κωνσταντίνου παρόλο που εντάσσεται σ’ ένα χώρο υπερφυσικό γίνεται με τρόπο εντελώς φυσικό. Ο Κωνσταντίνος βγαίνει από τον τάφο, καβαλικεύει το άλογο του και ξεκινά για τη Βαβυλώνα, για να φέρει πίσω την κόρη. Η ιδέα της ανάστασης των νεκρών συνδέεται συνήθως με κάτι κακό. Ο νεκρός βγαίνει από το μνήμα για να πάρει εκδίκηση. Ο Κωνσταντίνος όμως, στην παραλογή ανασταίνεται για να εκτελέσει ένα καλό σκοπό, μια υπόσχεση που είχε δώσει παλιά.

Ο Κωνσταντίνος φθάνει στην Αρετή. Τώρα η αφήγηση μπαίνει σε χρόνο ενεστώτα, για να ζωντανέψει τη σκηνή. `Ενας διάλογος αναπτύσσεται ανάμεσα στα δυο αδέλφια. `Ενας διάλογος περιττός γιατί τα άστοχα ερωτήματα της Αρετής παραμένουν αναπάντητα. Σκοπός του διαλόγου είναι η επιβράδυνση της υπόθεσης και η αύξηση της αγωνίας.

Την ανεβάζει λοιπόν στο άλογο του και ξεκινούν. Στο δρόμο τα πουλιά βλέπουν το παράξενο ζευγάρι με έκπληξη, θαυμασμό και απορία. Παίρνουν ανθρώπινη μιλιά και εκφράζουν την απορία τους. Τα λόγια των πουλιών επαναλαμβάνονται σαν ερωτήματα από την Αρετή προς τον αδελφό της. `Ομως ο Κωνσταντίνος δεν της αποκαλύπτει την αλήθεια, αλλά βρίσκει διάφορες παραπλανητικές απαντήσεις. Η Αρετή, όμως, υποψιάζεται την αλήθεια. Και ο διάλογος αυτός επιβραδύνει την υπόθεση.

Η αφήγηση συνεχίζεται σε χρόνο ενεστώτα. Τα δύο αδέλφια φθάνουν μπροστά από την εκκλησία. Ο νεκρός Κωνσταντίνος εξαφανίζεται. Μπορούμε να δώσουμε δύο ερμηνείες: είτε γιατί οι «δαίμονες» εξαφανίζονται μπροστά στα σύμβολα της θρησκείας, είτε γιατί έχει εκτελέσει πια την υπόσχεση του. Η Αρετή τώρα καταλαβαίνει. Βλέπει το ερημωμένο σπίτι. Χτυπάει την πόρτα και ακούει την απελπισμένη φωνή της μητέρας της. Η Αρετή της αναγγέλλει την άφιξη της και γίνεται η αναγνώριση. Οι δυο γυναίκες αγκαλιάζονται γεμάτες χαρά και συγκίνηση. Η χαρά όμως αυτή δεν κρατάει για πολύ. Ο θάνατος θα έρθει να πάρει τη θέση της.

Το θέμα του θανάτου κυριαρχεί σε όλο το τραγούδι. Καθορίζει την εξέλιξη της υπόθεσης. Από την αρχή κιόλας θα έρθει να αναστατώσει και να καταστρέψει την ευτυχία της οικογένειας. Στο τέλος του ποιήματος δεν απομένει απολύτως τίποτε από την οικογένεια αυτή.

ΙΔΕΕΣ

Οι ισχυροί δεσμοί της οικογένειας φέρνουν την ευτυχία. Η ευτυχία αυτή μπορεί να καταστραφεί μόνο με το θάνατο.
Η μοίρα της κόρης καθορίζεται από τα μέλη της οικογένειας της.
Ο ξενιτεμός πρέπει να αποφεύγεται, διότι τις περισσότερες φορές προκαλεί δυστυχία.
Ο όρκος έχει μεγάλη δύναμη.
Ο θάνατος μπορεί να μεταβάλει τα πάντα.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

(Από «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Β΄ Λυκείου, σελ. 27)

1. Ποιες σκέψεις και διαθέσεις σας υποβάλλουν οι επτά πρώτοι στίχοι;

Μέσα από τους επτά πρώτους στίχους μπορούμε να συμπεράνουμε πως λειτουργούσε ο θεσμός της οικογένειας. Είναι εμφανές ότι μόνο τα αρσενικά παιδιά έχουν τη δυνατότητα να φέρουν γνώμη. Στην προκειμένη περίπτωση καταφθάνουν προξενητάδες από τη Βαβυλώνα για να ζητήσουν την κόρη σε γάμο. `Αλλοι είναι, όμως, αυτοί που θα αποφασίσουν για τη μοίρα της κοπέλας, της ίδιας δεν της πέφτει λόγος. Είναι χαρακτηριστικό του λαού η οικογένεια να αποτελείται από πολλά μέλη και οι άντρες να θεωρούνται οι στύλοι του σπιτιού. Τις γυναίκες τις φρόντιζαν έτσι ώστε να διατηρούν την τιμή τους και το καλό τους όνομα. Οι γυναίκες δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι, αλλά ασχολούνταν με δουλειές του σπιτιού. Είναι ολοφάνερη η υποτίμηση της κοινωνίας προς τις γυναίκες. Παρόλα αυτά μας δίνεται η εικόνα μιας ευτυχισμένης οικογένειας, η οποία κερδίζει από την πρώτη στιγμή τη συμπάθεια μας.

2. Τι φανερώνει η συζήτηση στο οικογενειακό συμβούλιο (α) για τον τύπο της οικογένειας και (β) για τις αντιλήψεις των μελών της οικογένειας;

(α) Η συζήτηση στο οικογενειακό συμβούλιο φανερώνει το δημοκρατικό χαρακτήρα της οικογένειας. `Εχουν όλοι-εκτός βέβαια από την ίδια την κόρη, της οποίας η γυναικεία φύση δεν της επιτρέπει να έχει λόγο-το δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη για το θέμα.

(β) Οι αντιλήψεις της οικογένειας για τη θέση της γυναίκας είναι φανερές, εφόσον δεν έχει το δικαίωμα να εκφέρει γνώμη για κάτι που αφορά την ίδια. Επίσης βλέπουμε ότι η μοίρα της κοπέλας καθορίζεται ανάλογα με τα συμφέροντα της οικογένειας. Ο Κωνσταντίνος που είναι ταξιδευτής θέλει να παντρέψει την αδελφή του στην ξενιτιά για να έχει ο ίδιος δικούς του ανθρώπους στα ξένα. Η μάνα, από την άλλη, σκέφτεται ότι αν φύγει η κόρη της μακριά δεν θα έχει κανένα κοντά της αν συμβεί κάτι κακό.

3. Ποιος ο ρόλος του όρκου μέσα στο τραγούδι;

Ο όρκος κατέχει κεντρική θέση μέσα στο ποίημα. Καθορίζει την εξέλιξη της υπόθεσης. Με τον όρκο του ο Κωνσταντίνος κατορθώνει να επικρατήσει στο οικογενειακό συμβούλιο η δική του άποψη και έτσι η Αρετή παντρεύεται στα ξένα. Ο όρκος επομένως καθορίζει τη μοίρα της κόρης. Στη συνέχεια, μετά το θανατικό που πέφτει στην οικογένεια, ο όρκος προκαλεί το ανακάλεσμα και την ανάσταση του Κωνσταντίνου ο οποίος έρχεται για να εκπληρώσει την υπόσχεση του.

4. Ποια σημάδια βοηθούν την Αρετή να συνειδητοποιήσει σταδιακά ότι ο αδελφός της είναι πεθαμένος;

Η Αρετή συνειδητοποιεί σιγά-σιγά ότι ο αδελφός της είναι νεκρός. Τα σημάδια που τη βοηθούν είναι:

ο θαυμασμός, η απορία και τα λόγια των πουλιών.
η μυρωδιά από λιβάνι, που αναδύεται από το νεκρό.
το ότι ο αδελφός της έχει χάσει τα μαλλιά του, το μουστάκι του και γενικότερα την ομορφιά του.
η εξαφάνιση του νεκρού αδελφού της μπροστά στην εκκλησία του χωριού, το βρόντημα της πλάκας και το βουητό του χώματος.

5. Το τραγούδι κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους. τον κόσμο του πραγματικού και τον κόσμο του φανταστικού. Να βρείτε πώς συνυφαίνονται οι δυο αυτοί κόσμοι, αφού επισημάνετε τα σχετικά χωρία.

Το τραγούδι κινείται στον κόσμο του πραγματικού μέχρι και το στίχο 28. `Επειτα περνούμε στο χώρο του υπερφυσικού μ’ έναν τρόπο εντελώς φυσικό: «Από το μυριανάθεμα … να της τη φέρει». Ο Κωνσταντίνος ανασταίνεται από τις κατάρες της μάνας. Σηκώνεται από το μνήμα για να εκπληρώσει τον όρκο του. Το τραγούδι θα συνεχίσει να κινείται στο χώρο του φανταστικού μέχρι και το στίχο 68. Μέσα σ’ αυτούς του στίχους βλέπουμε με την ίδια φυσικότητα τα πουλιά να αποκτούν μιλιά και να απορούν με όσα βλέπουν: «ποιος είδε κόρην όμορφην να σέρνει ο πεθαμένος», «Δεν είναι κρίμα … τους αποθαμένους! «, «για ιδές … ο πεθαμένος!». Οι απαντήσεις όμως του Κωνσταντίνου επικαλούνται την πραγματικότητα: «Απρίλης … φωλεύουν», «εχτές βραδίς … λιβάνι», «`Εχω καιρό … τα μαλλιά μου». Από το στίχο 69 το τραγούδι κινείται και πάλι στο χώρο του πραγματικού.

6. Από τα στοιχεία του τραγουδιού να βρείτε μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά των παραλόγων, ως προς το θέμα και τη μορφολογία.

`Οσον αφορά το θέμα είναι βασικό χαρακτηριστικό των παραλογών να έχουν δραματικό περιεχόμενο. Επίσης είναι χαρακτηριστικό να περιέχουν λαϊκές δοξασίες και μύθους που προέρχονται από τα πολύ παλιά χρόνια.

`Οσον αφορά τη μορφή είναι χαρακτηριστικό των παραλογών να μοιάζουν με παραμύθια και να έχουν πυκνή δράση. Επίσης σημαντική είναι η αφήγηση και η θεατρικότητα.

Πηγές: odyssey
ipaideia

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Μανόλης Ἀναγνωστάκης - Ἡ ἀπόφαση

To End Injustice
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Ἔστω ἀπαντεῖστε μ᾿ ἕνα ναὶ ἢ μ᾿ ἕνα ὄχι.
Τὸ ἔχετε τὸ πρόβλημα σκεφτεῖ
Πιστεύω ἀσφαλῶς πὼς σᾶς βασάνισε
Τὰ πάντα βασανίζουν στὴ ζωὴ
Παιδιὰ γυναῖκες ἔντομα
Βλαβερὰ φυτὰ χαμένες ὦρες
Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια
Μέτρια φίλμς. Κι αὐτὸ σᾶς βασάνισε ἀσφαλῶς.
Μιλᾶτε ὑπεύθυνα λοιπόν. Ἔστω μὲ ναὶ ἢ ὄχι.
Σὲ σᾶς ἀνήκει ἡ ἀπόφαση.
Δὲ σᾶς ζητοῦμε πιὰ νὰ πάψετε
Τὶς ἀσχολίες σας νὰ διακόψετε τὴ ζωή σας
Τὶς προσφιλεῖς ἐφημερίδες σας· τὶς συζητήσεις
Στὸ κουρεῖο· τὶς Κυριακές σας στὰ γήπεδα.
Μιὰ λέξη μόνο. Ἐμπρὸς λοιπόν:
Εἶστε ὑπὲρ ἢ κατά;
Σκεφθεῖτε το καλά. Θὰ περιμένω.


Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Νίκος Καρούζος — Γράφοντας Εκδικούμαστε Τα Πράγματα

MAGICAL SMOKE COMPOSITES
Μαύρη εκδίκηση ...(κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα 'λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν' όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα 'θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα ...
Τι είν' η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ' η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το 'λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ' ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης – Ασφαλής Κατεύθυνση

Peter Max Umbrella Man Lithograph
Στη μνήμη των αδελφών μου Ντίνου, Μίμη και Αλέκου

Κι επειδή τα οικονομικά μου πήγαιναν όλο και στο χειρότερο, άρχισα να γίνομαι εφευρετικός: κατέβαινα, λόγου χάρη, στο υπόγειο όπου βρισκόταν ένα παλιό χαλασμένο ρολόι, το έβαζα στην πιο κρίσιμη ώρα και περίμενα - κι ας είναι ευλογημένο τ' όνομα του Θεού, ποτέ δεν έπεσα έξω, ύστερα, υπερήφανος, πήγαινα στο οινομαγειρείο, όπου ο ατμός απ' τις κατσαρόλες με γέμιζε θρησκευτικές σκέψεις, συνωστιζόταν ο φτωχόκοσμος, μέθυσοι με ποδοπατημένα καπέλα, λόγια χιλιοειπωμένα σαν τις εποχές, ώσπου, τέλος, πιωμένος, έπαιρνα από πίσω κάποιον απ' τους νεκρούς μου κι έτσι έβρισκα πάντα το σπίτι μου.

Μια νύχτα θα κάνουμε μία μεγάλη σκέψη αλλά δεν πρέπει να την πούμε πουθενά, είναι η μόνη δικαιοσύνη. Ύστερα θα βγούμε στους δρόμους, θα βρέχει και η βροχή έχει και εκείνη την ιδιωτική της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε. Θα αργοπορήσουμε μπροστά σε ένα φαρμακείο, μιας και είμαστε θνητοί και αφού οι ουρανοί γνωρίζουν την αθωότητα μας. Τέλος όπως θα ξημερώνει θα χτυπήσουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δεν θα μας γνωρίζει. Είναι απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο λοιπόν, ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά το τέλος μίας εποχής.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ