Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
...Για την καινούργια γέννα όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθη κι όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.
Μα πως τα μάγια λύθηκαν! Πως έκαμε η κατάρα την όψη σου όψη κλαίουσας γυρτής προς μνήμα ιτιάς! καμιά κορδή σου ας μη σου μείνη ασύντριφτη, κιθάρα της δάφνης και της λεβεντιάς!
Όχι, Μακριά κι η απελπισία, μακριά και οργή και θρήνος! Στο μαύρο απάνου Γολγοθά των εθνικών καημών, θείε Άγγελε του τραγουδιού βοήθα ν’ ανθίση
ο κρίνος των Ευαγγελισμών!.
Νεκροί, σπαρμένοι στις πεδιάδες και στα περιβόλια και στα ερμοτόπια και στα βράχια της Ανατολής, τα που σας ρίξανε σπαθιά, που σας φάγανε βόλια, βαθιά στα σπλάχνα της Φυλής. Ας ριζωθούν, α! να στοιχειώσουν ύστερα, μυστήρια, και βούκεντρα πάντα για νέα οργώματα, να γενούν,
αίματα, νεύρα και θύμα και χέρια εκδικητήρια.
Πάντα οι νεκροί ας μας κυβερνούν! Κ’ εσείς! Χαρά και η φτώχια σας, του όλβου κι εσείς καμάρια, ικέτες τώρα απλώνοντας το δίσκο του χεριού, της αργατιάς της αρχοντιάς δαρμένο, απομεινάρια
της φλόγας και του μαχαιριού, τα κλαίτε εσείς τα πάντα σας, σπίτια, αγαθά, θεία δώρα, παρατημένα, αφανισμένα, πλάσματα: πουλιά, όπου όργωνε ο έρωτας, θερίζει ο χάρος τώρα, πάει κι η πατρίδα κι η φωλιά. Στάχια όπου χρύσωναν τη γη μαυρολογών κοράκου Τα δάκρυα καταπίνονται, ζητάτε (όϊ με η στιγμή που σας τρυπάει τα σωθικά σαράκι και φαρμάκι!) γωνιά ζητάτε και ψωμί. Κι ό,τι θα αισθάνεστε πως είναι απάνου απ’ όλα τ’ άλλα
και πως αξίζει θησαυρούς, της ξεκληριάς παιδιά κι ό,τι ζητάτε ανείπωτο, το ξέρω είναι μια στάλα αγάπη και καλή καρδιά. Και οι λυτρωμένοι, αλύτρωτοι. Κι’ οι αλύτρωτοι εδώ πέρα. δώστε να ιδούν του λυτρωμού μια χάρη, όσο φτωχή. Η Ελλάδα μια, ακομάτιαστη και αμέτρητη Μητέρα, μια των Ελλήνων η ψυχή! Τύραννος όταν ή όλεθρος καίει στου πιστού το σπίτι τα’ άγια κονίσματα, του καίει τον ιερό ναό, του μένει η πίστη σαν εικόνα εντός του αχειροποίητη στον ένα αόρατο Θεό. Τέτοια η πατρίδα. Θεός κι αυτή. Απάνου από τα σπίτια, απάνου από τα χώματα κι από τ’ αμπελοφύτια, μια ειν’ η πατρίδα, και παντού. Μια ειν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή, χωρίς καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο, κι η προσταγή της: Αδελφοί!
Και το που δέρνει ανάθεμα και ο που δέρνεται θρήνος μακριά! Στο μαύρο Γολγοθά των ξεθεμελιωμών, βοήθα, Άγγελε του Τραγουδιού, ν’ ανθίση ο άσπρος κρίνος των Ευαγγελισμών. 3 του Νοέμβρη 1922 Αυτό είναι το «Τραγούδι των προσφύγων» Ο Παλαμάς, με ημερομηνία 3/11/1922 το έγραψε και στις 8/12/22 το απήγγειλε η Κούλα Ζερβού Αγκωνάκη σε μια προεσπερίδα που οργάνωσε η ίδια για τους πρόσφυγες, μαζί με τον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός».
Ο Παλαμάς ένιωσε τον σφυγμό των ξεριζωμένων Ελλήνων αλυτρώτων, που λαβωμένοι με χαίνουσες ακόμη πληγές από το μαρτυρικό χαμό τόσων δικών τους, να σέρνονται ξεβράσματα μιας φουρτούνας αδοκίμαστης στην μακραίωνη ιστορία του γένους μας, ριγμένοι στις ακρογιαλιές της ελεύθερης πατρίδας μας.
Πρόσφυγες διωγμένοι από την πατρώα γη τους γέμιζαν με πόνο και τα κουρέλια τους τα λιμάνια, τους δρόμους, τις πλατείες των Ελληνικών πόλεων, σαστισμένοι στο κακό που τους βρήκε, αλλά και στις συνέπειες για όλους τους Έλληνες γενικά. Το ποίημα αυτό ο Παλαμάς το ενσωμάτωσε στη συλλογή του «Πεντασύλλαβοι και Παθητικά Κρυφομιλήματα», μια σειρά δηλαδή με τίτλο «Επικοί καιροί».
Έγραψε στο ίδιο πνεύμα και τους «Λύκους», κι αυτό Τυρταιϊκού τύπου τραγούδι, κραυγή πόνου και οργής. Δημοσιεύθηκε στη «Μούσα» τον Οκτώβριο του 1922 και το έγραψε κατά τις ημερομηνίες 27/8 – 2/9 και 7/9 του 1922. Το «Τραγούδι των Προσφύγων», είναι ταυτόχρονα και μια αισιόδοξη λυτρωτική λύση στο δράμα της εθνικής ψυχής γενικά. Αμφότερα αυτά τα ποιήματα του Παλαμά είναι μια νέα παραλλαγή της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, με τον Ανταίο που αποκτούσε δύναμη ξαναπατώντας στη μάνα γη ή του φοίνικα που ορμούσε σε νέες πτήσεις μέσα απ’ τα αποκαΐδια.
Ο Παλαμάς γαληνεύει και ενθαρρύνει για γέννηση ελπίδας και νέα ριζώματα, νέα δημιουργία, σπόρο εθνικού ξαναγεννημού. Πράγματι η προφητεία του επαληθεύτηκε, η συμβολή των προσφύγων στην οργάνωση της νέας Ελληνικής ζωής, ήταν άνθισμα στον εθνικό μας βίο προς τα εμπρός.
Πέραν της αισθητικής τους αρτιότητας, τα δυο ποιήματα των «Επικών καιρών, και της απόλυτα αριστοτεχνικής επεξεργασίας του θέματος, η αρμονία κι η μουσικότητα ανώτερης ομορφιάς. Και σε άλλα ποιήματά του ο Παλαμάς αναφέρεται στο μικρασιατικό δράμα του 1922. Μιχάλης Μιχαηλίδης http://mikrasiatis.gr
Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις και τα
χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα – αλλά
κι εγώ ποιός ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα ένας τρελός για
επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες
ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν
ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.
Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια τις πνίγουν οι νεροποντές τις κυνηγούν οι βοριάδες
Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά
Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά τους βουβαίνουν τα λιοπύρια τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί
Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος
Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατηλάτης ένας αποσταμένος κατακτητής που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί
Στις βραδινές βρεγμένες στράτες Αχνίζει ένα φως θαλασσί Πλατύ χέρι στην καρδιά Βήματα ερειπωμένα Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.
Ο πρώτος… Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας
Ο δεύτερος… Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή Ο τρελός την επήρε τραγούδι Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν Μόνο αυτός δεν το ξέρει
Ο τρίτος… Έκανε την αγάπη του καράβι Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες Τώρα έγινε πάλι παιδί Σιάχνει πύργους με άμμο Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια Και προσμένει να γυρίσει ξανά Το καράβι η αγάπη
Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.
Άσμα Ασμάτων, ξυλογραφία του Τάσσου για τη μεταγραφή του Γιώργου Σεφέρη, 1965.
Τραγούδι Δ'
Η ΝΥΦΗ Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά. Φωνή του αγαπημένου· χτυπά την πόρτα. -«άνοιξε, αδερφή μου, ταίρι μου, περιστέρα μου, πανέμνοστή μου, τι το κεφάλι μου το νότισε η δροσιά και τους βοστρύχους μου τ᾽ αγιάζι της νυχτός». -«Γδύθηκα το χιτώνα μου, πώς να τον φορέσω; Ένιψα τα πόδια μου, πώς να τα λερώσω;» Έσυρε το χέρι του ο αγαπημένος στης κλειδωνιάς το μάτι3 και θροήθηκαν τα σπλάχνα μου γι᾽ αυτόν. Σηκώθηκα ν᾽ ανοίξω στον αγαπημένο μου· έσταξε σμύρνα από τα χέρια μου, τα δάχτυλά μου γέμισαν σμύρνα σαν άγγιξα το μάνταλο της κλειδωνιάς. Άνοιξα στον αγαπημένο μου· ο αγαπημένος είχε περάσει· βγήκε η ψυχή μου ακολουθώντας τον· τονε ζήτησα και δεν τον βρήκα, τονε φώναξα, δε μ᾽ άκουσε. Μ᾽ ήβραν οι φύλακες που τριγυρνούν στην πολιτεία, με χτύπησαν, με πλήγωσαν, πήραν τη μαντίλα μου από πάνω μου αυτοί που φυλάγουν τα τείχη. Σας εξορκίζω, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, στις δύναμες και στις ορμές του αγρού α βρείτε τον αγαπημένο μου τι θα του πείτε; Πως είμαι λαβωμένη της αγάπης.
Ο ΧΟΡΟΣ Μα τι έχει ο αγαπημένος σου, πάνω απ᾽ τους άλλους, συ πεντάμορφη; Μα τι έχει ο αγαπημένος σου πάνω απ᾽ τους άλλους για να μας εξορκίζεις τόσο;
Η ΝΥΦΗ Ο αγαπημένος μου λάμπει και ροδίζει, διαλεχτός στους μύριους· το κεφάλι του είναι λαγαρό χρυσάφι βάγια οι βόστρυχοί του μαύροι σαν κοράκι. Τα μάτια του είναι περιστέρια στα νερά στ᾽ αυλάκια, λούζονται στο γάλα κάθονται στις γούρνες. Τα μάγουλά του είναι βραγιές μυριστικά θήκες αρωμάτων· τα χείλια του είναι κρίνα και σταλάζουν σμύρνα· τα χέρια του είναι μάλαμα βραχιόλια χρυσόλιθους γεμάτα· είναι φίλντισι η κοιλιά του με ψηφιά ζαφείρια· τα πόδια του είναι μάρμαροκολόνες με χρυσά θεμέλια. Η όψη του είναι σαν το Λίβανο, διαλεχτή σαν το κέδρο· τα λόγια του είναι γλυκασμός κι ολόκληρος είναι επιθυμία. Αυτός είναι ο αγαπημένος μου κι αυτός το ταίρι μου, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ.
Ο ΧΟΡΟΣ Ποια είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη ακουμπώντας στον αγαπημένο της;
Ο ΑΝΤΡΑΣ Κάτω απ᾽ τη μηλιά σε ξύπνησα εκεί που η μάνα σου σε γέννησε, εκεί που πόνεσε και σε γέννησε.
Η ΝΥΦΗ Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου, ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου· είναι δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο και σκληρός ο πόθος σαν τον άδη· οι σπίθες της είναι σπίθες της φωτιάς, φλόγα του Θεού. Νερά ποτάμια δεν μπορούν να σβήσουν την αγάπη.
Το Ἆσμα Ἀσμάτων, «ωραιότατο άσμα»
είναι ένα λυρικό τραγούδι με διαλογική μορφή και ερωτικό περιεχόμενο: το
έργο ειδικότερα περιγράφει τον πόθο δύο αποχωρισμένων εραστών και την
επανένωσή τους παρά τα εμπόδια που παρεμβάλλονται. Τα πρόσωπα που λαμβάνουν τον λόγο είναι η Νύφη, ο Άντρας και ένας Χορός
γυναικών, σε δύο περιπτώσεις ίσως και Χορός ανδρών.
Η λογική σύνδεση και κατά συνέπεια η διάκριση των μερών του ποιήματος
δεν είναι στις περισσότερες περιπτώσεις σαφής. Ορισμένοι μελετητές,
προσπαθώντας να ερμηνεύσουν αυτήν ακριβώς τη χαλαρή σύνδεση του Άσματος,
διετύπωσαν την υπόθεση ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ανθολογία
ερωτικών ή γαμήλιων ασμάτων χωρίς ιδιαίτερη συνοχή μεταξύ τους.
Όσοι αντίθετα υπερασπίζονται την ενότητα του ποιήματος επισημαίνουν την
παρουσία των ίδιων προσώπων από αρχής μέχρι τέλους του έργου, καθώς επίσης
την ομοιότητα του ύφους και των εικόνων. Σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται
για ενιαίο ποίημα είτε για επιμέρους άσματα, οι επαναλήψεις και οι
παραλλαγές πάνω σε συγκεκριμένα ερωτικά θέματα συνηγορούν υπέρ της άποψης
ότι το έργο παραδόθηκε προφορικά (πιθανώς απαγγελλόταν σε γαμήλιες
τελετές), έως ότου κατεγράφη και απέκτησε την τελική του μορφή κατά πάσα
πιθανότητα μεταξύ 450-400 π.Χ. (για την χρονολόγηση της μετάφρασης των Ο'
βλ. το σχόλ. 1 στο προηγούμενο Κείμενο του Εκκλησιαστή). Αν και το
περιεχόμενο του Άσματος είναι αναμφισβήτητα ερωτικό, ενσωματώθηκε στον
εβραϊκό και στον χριστιανικό κανόνα, επειδή ερμηνεύτηκε αλληγορικά: οι
Εβραίοι είδαν στο Άσμα μια παράσταση της σχέσης του Γιαχβέ, δηλαδή του
Θεού, προς τον περιούσιο λαό του Ισραήλ, ενώ οι χριστιανοί τη σχέση του
Χριστού προς την Εκκλησία.
Στο παραπάνω αποσπάσματα η Νύφη ακούει τη νύχτα τον αγαπημένο της να
χτυπάει την πόρτα. Γεμάτη πόθο σηκώνεται να του ανοίξει, αλλά ο αγαπημένος της έχει φύγει.
Τον αναζητεί μάταια σ᾽ ολόκληρη την Ιερουσαλήμ, οι φύλακες την χτυπούν και
την εμπαίζουν. Ακολουθεί o"έπαινος" του Άντρα από τη Νύφη (είχε προηγηθεί ο "έπαινος" της
Νύφης από τον Άντρα στο τρίτο Τραγούδι). Στο δεύτερο απόσπασμα η ένωση έχει
πραγματοποιηθεί και οι δύο εραστές ανταλλάσσουν λόγια αγάπης.
Επειδή άλλη μάνα με γέννησε και σ' άλλη γλώσσα άκουσες εσύ τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια... μη με φωνάζεις «ξένο» το ψωμί σου δε διαφέρει απ' το δικό μου το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου σαν τη φωτιά καίει και η δική μου φωτιά. Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»; Επειδή σ' άλλους δρόμους βρέθηκα και σ' άλλο λαό γεννήθηκα και άλλες θάλασσες γνώρισα και απ' αλλού σάλπαρα; Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο η ίδια εξάντληση στην πλάτη μας βαραίνει, αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό μέσ' απ' του χρόνου τα σκοτάδια από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει όσοι διχάζουν και σκοτώνουν το φτωχό, αυτοί που κλέβουν και μοιράζουν ψέμματα, αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη τη σκληρή: «ξένος». λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία. Αν θέλεις το καλό μου, να είσαι καλός σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο» αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια, πιο πέρα απ' το μίσος ας φθάσει η ματιά σου, ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό. Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ Όχι, δεν είμαι «ξένος»!