Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Claude Monet (1840–1926) - Haystack At Giverny - Oil on canvas, 1886
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ο δικός μας ήλιος

SUNRISE IN THE HARBOR — By Leonid Afremov
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμεποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοίμου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε5κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδεςαφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντροένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια10αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοιτραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητεςείκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθιαείκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγωνκι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.15Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως.Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες·ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχταθα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα20με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμαμε την αγάπη.
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσειςκι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι·δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
greek-language

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Vladimir Mayakovsky - Καλώ σε απολογία

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Γιατί;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Ζωή Καρέλλη - Στοργή

Roman Statue Affection
Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.
Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.
Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.
Το αισθάνονται αυτό
κι όταν πέσουν στο στρώμα
έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.
Κάποτε το βλέμμα τους χάνεται.
Σα ν’ απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.
Σα να μη μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,
θυμώνουν κι αγαναχτούν,
ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.
Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.
Παραδίνονται σαν παιδιά.
Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.
Σε κοιτάζουν στα μάτια,
περιμένουν να τους βεβαιώσεις...
Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,
όχι πως δεν έχουν τίποτα,
μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.
Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι
κι αυτοί το δέχονται.
Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.
Είναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,
να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.
Σε σφάζει το βλέμμα του.
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.
Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,
την υπομονή του.
Γι’ αυτό δε θα πιστέψεις
πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.
Τούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,
για να γιάνει.
Αυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.
Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.
Θέλει ακόμα πιο πολύ,
να πιστεύεις πάντα σ’ αυτόν.

(Ποιήματα, Ερμής 1996)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να αναφέρετε τη σχέση, η οποία κατά τη γνώμη σας συνδέει τα δύο πρόσωπα της ιστορίας.

Η σχέση ανάμεσα στα δύο πρόσωπα είναι συζυγική. Η ποιήτρια μοιάζει να αναφέρεται επί της ουσίας στον σύζυγό της, γι’ αυτό και υπάρχουν σαφείς αναφορές στην έννοια της αγάπης, αλλά και της αφοσίωσης που τρέφει για εκείνον. Ο άρρωστος άντρας που βιώνει έκπληκτος την -πρόσκαιρη- παρακμή της δύναμής του και που εξαναγκάζεται να δεχτεί τη βοήθεια της γυναίκας του, δεν είναι άλλος από τον σύζυγο της ποιήτριας.
Παρατηρούμε, για παράδειγμα, σε στίχους όπως ο ακόλουθος: «Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του», ότι η γυναίκα – ποιήτρια νιώθει τον πόνο του άρρωστου άνδρα, νιώθει το πόσο πληγώνεται η περηφάνια του, εφόσον είναι αναγκασμένος να βασίζεται στις φροντίδες της γυναίκας του, και υποφέρει κι εκείνη για λογαριασμό του. Πρόκειται, φυσικά, για ένα επίπεδο αγάπης που δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει μια σχέση ετών, μια σχέσης ειλικρινούς αφοσίωσης, όπως είναι αυτή που δημιουργείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι συζύγων.

α2. Να επισημάνετε τα δύο (2) γραμματικά πρόσωπα, τα οποία κυριαρχούν στην αφήγηση γράφοντας ένα παράδειγμα για το κάθε ένα από αυτά.


Τα γραμματικά πρόσωπα που κυριαρχούν στην αφήγηση είναι το 3ο: «Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας» και το 2ο: «Σε σφάζει το βλέμμα του».

α3. Να παραθέσετε τρεις (3) στίχους στους οποίους αποκαλύπτεται το πρόσωπο που αφηγείται.
Σε σφάζει το βλέμμα του
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου

β1. Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας. / Άρρωστος στην πλήρη ακμή του. / Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί .: Να αναπτύξετε σε μία παράγραφο το θέμα των παραπάνω στίχων.

Οι άνδρες είχαν για χρόνια ταυτιστεί με τη σωματική δύναμη και την αντοχή τους απέναντι στις κακουχίες και τη σκληρή δουλειά∙ ποιότητες αναγκαίες για να εκπληρώσουν το ρόλο που τους είχε ανατεθεί από την κοινωνία∙ το ρόλο εκείνων που όφειλαν να συντηρούν οικονομικά, μα και να προστατεύουν την οικογένειά τους. Έτσι, υπ’ αυτή την έννοια, η ποιήτρια διαπιστώνει -και στην πορεία του ποιήματος επεξηγεί- πόσο λυπητερή κατάσταση είναι να αρρωσταίνει ένας άνδρας στην πλήρη ακμή της ηλικίας και της ρώμης του. Οι άνδρες, όπως σχολιάζει, είναι φτιαγμένοι για να μένουν δυνατοί. Άποψη που αφενός βασίζεται στο γεγονός ότι...
.............
η συνέχεια εδώ

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Σαββατόβραδο στη συνοικία τού φθινοπώρου


Απόψε νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.

Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.


Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με ναφθαλίνη.


Φωτιά ερημική στο βραδινό βουνό. Δεν είναι
βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ' την ίδια τη φωνή σου
που ενθαρρύνει σιγά τον εαυτό της.


Κι όμως είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ' το χέρι του ίσκιου πολλά σκαλοπάτια.
Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου σαν ένας εύθυμος ναύτης
κ' ήξερες πως κάθε Κυριακή
στο προαύλιο με τα' άσπρα και μαύρα πλακάκια
οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.


Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.