Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Σὲ περιμένω παντοῦ

Wheat Stacks with Reaper - Vincent Van Gogh
Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ 

σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ 
καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τὰ μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι 

ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ 

προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ 
ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν 
ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα 

καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Συγχώρα με, αγάπη μου

Ἤξερες νὰ δίνεσαι ἀγάπη μου...
Δινόσουνα ὁλάκερη
καὶ δὲν κράταγες γιὰ τὸν ἑαυτό σου
παρὰ μόνο τὴν ἔγνοια
ἂν ὁλάκερη ἔχεις δοθεῖ...
Ὅλα μπορούσανε νὰ γίνουνε
στὸν κόσμο ἀγάπη μου
τότε πού μου χαμογελοῦσες...
Γιατί πρὶν μπεῖς ἀκόμα στὴ ζωή μου
εἶχες πολὺ ζήσει μέσα στὰ ὄνειρά μου
ἀγαπημένη μου..
Μὰ καὶ τί νὰ πεῖ κανείς...
Ὅταν ὁ κόσμος εἶναι τόσο φωτεινὸς
καὶ τὰ μάτια σου τόσο μεγάλα...
Στὴν πιὸ μικρὴ στιγμὴ μαζί σου
ἔζησα ὅλη τη ζωή...
Θὰ ξαναβρεθοῦμε μία μέρα
καὶ τότε ὅλα τὰ βράδια
κι ὅλα τὰ τραγούδια θά 'ναι δικά μας...
Θά ' θελα νὰ φωνάξω τ' ὀνομά σου, ἀγάπη,
μ' ὅλη μου τὴ δύναμη...
Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
ποῦ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο,
καμιὰ ἐλπίδα νὰ μὴ πεθάνει...
Θέ μου πόσο ἦταν ὄμορφη
σὰν ἕνα φωτισμένο δέντρο
μία παλιὰ νύχτα τῶν Χριστουγέννων
Συχώρα μέ, ἀγάπη μου,
ποῦ ζοῦσα πρὶν νὰ σὲ γνωρίσω...
Μισῶ τὰ μάτια μου,
ποῦ πιὰ δὲν καθρεφτίζουν τὸ χαμόγελό σου...
Θὰ σ' ἀκούω σὰν τὸν τυφλὸ ποὺ κλαίει,
ἀκούγοντας μακριὰ τὴ βουὴ μίας μεγάλης γιορτῆς
σ' ἀναζητάω σὰν τὸν τυφλό,
ποῦ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ πόμολο τῆς πόρτας
σ' ἕνα σπίτι που' πιάσε φωτιά,
ἅ, γιὰ νὰ γεννηθεῖς ἐσὺ
κι ἐγὼ γιὰ νὰ σὲ συναντήσω
γι' αὐτὸ ἔγινε ὁ κόσμος...
Κι ἐσύ, ἀγαπημένη, ὅταν μὲ διώχνεις,
κλείνεις ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου
ἕναν ὁλάκερο πικραμένο κόσμο...
Κι ὅταν δὲν πεθαίνει ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον,
εἴμαστε κιόλας νεκροί...
Ἂν βροῦν ἕναν ἄνθρωπο νεκρὸ
ἔξω ἀπ' τὴν πόρτα σου,
ἐσὺ θὰ ξέρεις,
πῶς πέθανε σφαγμένος
ἀπ' τὰ μαχαίρια τοῦ φιλιοῦ,
ποῦ ὀνειρευότανε γιὰ σένα...
Ποδοπάτησε μέ,
νὰ ἔχω τουλάχιστον τὴν εὐτυχία
νὰ μ' ἀγγίζεις...


Από την ποιητική συλλογή "Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας"

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ἀφήγηση. Giorgos Seferis: Narration

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα


Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ


Giorgos Seferis: "Narration"
That man walks along weeping
no one can say why
sometimes they think he's weeping for lost loves
like those that torture us so much
on summer beaches with the gramophones.

Other people go about their business
endless paper, children growing up, women
ageing awkardly.
He has two eyes like poppies
like cut spring poppies
and two trickles in the corners of his eyes.

He walks along the streets, never lies down
striding small squares on the earth's back
instrument of a boundless pain
that's finally lost all significance.

Some have heard him speak
to himself as he passed by
about mirrors broken years ago
about broken forms in the mirrors
that no one can ever put together again.
Others have heard him talk about sleep
images of horror on the threshold of sleep
faces unbearable in their tenderness.

We've grown used to him; he's presentable and quiet
only that he walks along weeping continually
like willows on a riverbank you see from the train
as you wake uncomfortably some clouded dawn.

We've grown used to him; like everything else you're used to
he doesn't stand for anything
and I talk to you about him because I can't find
anything that you're not used to;
I pay my respects.

Translated by E.Keely & P.Sherrard

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Ἄγγελος Σικελιανός — Άγραφον

Το ποίημα στηρίζεται σε μια απόκρυφη ευαγγελική παράδοση (Άγραφον) για τον Ιησού
και τους μαθητές του. Γράφτηκε στις ζοφερές μέρες της Γερμανικής Κατοχής.
Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια...

Κι εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που -ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν-
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν...

Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε... Μα, τώρα
αυτό που βγαίνει απ' τη φτορά θαυμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη... Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ' τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!»

Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κι είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλούθησαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο...

Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!... δώσε,
δώσ’ και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλη άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δώσ’ μου,
μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο∙
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!


Ο Άγγελος Σικελιανός συνθέτει το ποίημα αυτό κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, μιας εξαιρετικά επώδυνης περιόδου για τους Έλληνες, βασιζόμενος σε μιαν άγραφη, προφορική παράδοση για τον Ιησού.

Μέρες κατά τις οποίες οι ελληνικές πόλεις και ιδίως η Αθήνα θρηνούσαν χιλιάδες νεκρούς, με πολλούς από αυτούς να κείτονται άταφοι στους δρόμους, έχοντας υποκύψει στην πείνα και στις κακουχίες, ο ποιητής αναζητά μια αίσθηση ελπίδας∙ αναζητά ένα μήνυμα αισιοδοξίας, που θα επιτρέψει στον ίδιο και στους υπόλοιπους Έλληνες να αντέξουν τον πόνο αυτού του ολέθρου.
Το ποίημα αποτελείται, επί της ουσίας, από δύο ενότητες∙ η πρώτη, και εκτενέστερη, καλύπτει τις πέντε πρώτες στροφές του ποιήματος, όπου με αφηγηματικό τρόπο παρουσιάζεται σε τρίτο πρόσωπο ένα στιγμιότυπο από τη ζωή και διδασκαλία του Χριστού, ενώ η δεύτερη ενότητα, που μας φέρνει στο παρόν του ποιητή, καλύπτει την έκτη και τελευταία στροφή του ποιήματος.


Το αφηγηματικό μέρος του ποιήματος ξεκινά με τον προσδιορισμό του τόπου και την παρουσίαση των προσώπων∙ έξω από τα τείχη της Σιών (Ιερουσαλήμ), λίγο προτού νυχτώσει, προχωρούν ο Ιησούς και οι μαθητές του, μέχρι που αίφνης φτάνουν στο σημείο όπου για χρόνια η πόλη έριχνε τα σκουπίδια της.
Σωροί από στρώματα αρρώστων, που τα είχαν κάψει για να αποφευχθεί η περαιτέρω μετάδοση της ασθένειας, από παλιά ρούχα, σπασμένα αγγεία, σκουπίδια και κομμάτια ξύλων.
Η όλη εισαγωγική παρουσίαση του ποιήματος μας παραπέμπει στις αντίστοιχες αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης, που έχουν στόχο τη μετάδοση ενός ηθικού μηνύματος μέσα από τα λόγια, αλλά και τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του Ιησού. Εδώ, βέβαια, το επιδιωκόμενο μήνυμα σχετίζεται περισσότερο με την έννοια της ελπίδας και της απαντοχής, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Ο σκουπιδότοπος επιφυλάσσει μια μακάβρια έκπληξη στους απρόσκλητους επισκέπτες∙ ο ήχος από τα βήματά τους τρομάζει ένα σμήνος κοράκια που σκέπαζαν το κουφάρι ενός σκύλου, κι αποκαλύπτεται έτσι τόσο η αποτρόπαια εικόνα του -γυρισμένο ανάσκελα και πρησμένο-, όσο κι η ανυπόφορη οσμή της σήψης του. Οι μαθητές του Χριστού, μάλιστα, αναγκάζονται να οπισθοδρομήσουν, κρατώντας με το χέρι την αναπνοή τους, για ν’ αποφύγουν την άθλια αυτή δυσωδία του θανάτου.

Ο Ιησούς, ωστόσο, παρά τη δυσωδία συνέχισε να προχωρά γαλήνια προς το σωρό των σκουπιδιών και κοντοστάθηκε να παρατηρήσει το ψοφίμι. Ο θάνατος, μέρος κι αυτός του αέναου κύκλου της ζωής, όπως κι η δυσωδία, άμεσο απότοκο του θανάτου, δεν προκαλούν αποστροφή στο Χριστό, ο οποίος γνωρίζει πως μόνο παρατηρώντας και μαθαίνοντας καλά αυτό που μας τρομάζει, μπορούμε να τιθασεύσουμε το φόβο μας και να αντλήσουμε τη δύναμη να το αντιμετωπίζουμε με την αναγκαία ψυχραιμία.
Η στάση, πάντως, του Ιησού, προκάλεσε την αντίδραση ενός μαθητή του, ο οποίος ρώτησε από μακριά τον δάσκαλο του -τον ραββί-, μήπως δεν αντιλαμβάνεται, άραγε, τη φοβερή δυσωδία και αντέχει να στέκεται τόσο κοντά στο ψοφίμι.

Ο Ιησούς, χωρίς καν να στρέψει το κεφάλι του προς το μαθητή του, απάντησε πως τη φοβερή δυσωδία της σήψης την αντιλαμβάνεται, εκείνος που έχει καθαρή ανάσα, ακόμη και μέσα στην πόλη απ’ την οποία είχαν μόλις έρθει, δηλαδή την Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς επισημαίνει, έτσι, πως η φοβερή οσμή της σήψης δεν συνοδεύει μόνο τα ψοφίμια που σαπίζουν, αλλά και τους ανθρώπους εκείνους που αφήνονται στην ηθική εξαχρείωση. Έτσι, για τον ίδιο η οσμή αυτή δεν αποτελεί ικανή αιτία αποτροπιασμού, ώστε να απομακρυνθεί από τον νεκρό σκύλο, αφού, ούτως ή άλλως, συναντά διαρκώς την ίδια οσμή ακόμη και ανάμεσα στους ζωντανούς ανθρώπους.

Εκείνο, πάντως, που είχε προσελκύσει την προσοχή του Χριστού και που το θαύμαζε με ολάκερη την ψυχή του ήταν αυτό που έβγαινε, αυτό που προέκυπτε από τη διαδικασία της φθοράς. Και προέτρεψε τους μαθητές του να κοιτάξουν τα λευκά δόντια του σκύλου, τα οποία έλαμπαν στο φως του ήλιου καθαρά και αγνά, όπως το χαλάζι κι όπως ο κρίνος. Λευκότητα που λειτουργούσε σαν υπόσχεση μεγάλη, η οποία περνούσε πέρα από τη σήψη, κι εμφανιζόταν ως αντιφεγγιά του Αιώνιου, ως σημάδι αδιάκοπης κι αθάνατης ύπαρξης, μα και ως ένδειξη ελπίδας, αλλά και ως σκληρή αστραπή του Δίκαιου.
Το λευκό χρώμα των δοντιών του σκύλου ήταν σαν να δήλωνε πως ο θάνατος κι η σήψη αποτελούν προσωρινή μόνο κατάσταση, καθώς μέσα από τον εξαγνισμό που επιφέρουν και μέσα από την ολοκληρωτική απόρριψη των φθαρτών στοιχείων οδηγούν σε μια ακατάλυτη και αιώνια μορφή της ύπαρξης, εκεί που η αγνότητα γνωρίζει τη δικαίωσή της.

Κατά τρόπο μεταφορικό ο Ιησούς συνδέει τη σωματική σήψη με την ηθική σήψη που συνάντησε στην πόλη, και δηλώνει πως η σκληρή αστραπή του Δικαίου θα καταδικάσει στο χαμό καθετί σάπιο και θα φέρει στο φως την αγνότητα. Η ανηθικότητα κι η αδικία δεν μπορούν να διατηρηθούν αενάως δίχως τιμωρία και δίχως κάθαρση∙ κι αν η έλευση του Δικαίου μοιάζει να εκπληρώνεται με σκληρότητα, πρόκειται ωστόσο για μια σκληρότητα αναγκαία, αφού επιτρέπει στο ηθικά άρτιο και στην αρετή να λάβουν την ανταμοιβή τους.
Έτσι, το απρόσμενα λευκό χρώμα που λαμπυρίζει μέσα στην αποσύνθεση, συνιστά μια καίρια ελπίδα πως παρά τη γενικευμένη φθορά -κυριολεκτική και μεταφορική- το αγαθό θα διατηρηθεί και θα συνεχίσει την ακατάλυτη πορεία του.
Ο Ιησούς συνεχίζει σιωπηλός το δρόμο του μετά από τα λόγια αυτά, κι οι μαθητές του τον ακολουθούν, είτε είχαν καταλάβει τι εννοούσε είτε όχι. Ο ποιητής αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην είχαν γίνει πλήρως κατανοητά τα λόγια του Ιησού από τους μαθητές του, μιας και πολλές φορές χρειάζεται είτε χρόνος είτε κάποιο έντονο βίωμα για να καταστούν προσιτές στην αντίληψή μας ορισμένες έννοιες.

Το δεύτερο και τελευταίο μέρος του ποιήματος μας μεταφέρει στο παρόν του ποιητικού υποκειμένου και δίνεται σε πρώτο πρόσωπο, καθώς αποτελεί μιαν ικεσία του ποιητή προς τον Ιησού. Ως ο πιο ασήμαντος (στερνός) μαθητής του Ιησού -ιδιότητα που τονίζεται εμφατικά με το βέβαια-, ο ποιητής γυρίζει τη σκέψη του σ’ εκείνα τα
.................
η συνέχεια εδώ: latistor

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Πίσω απ' το τελευταίο σύνορο. Από τη σειρά Δοκιμασία (1935-1943)

Boy Stands Alone In Pine Wood Crescent Moon Night
VII
Τώρα κρατάμε το χαμόγελο ανάμεσα στα δόντια
έτσι που κρατάμε στα χέρια ένα βιβλίο διαβασμένο.
Άδειος ο κάμπος άδεια και τα σπίτια κι ο αγέρας άδειος.
Πού να σαλέψεις το μαντήλι; Τα βουνά
είναι πίσω απ' τ' άλλα βουνά. Πίσω από κάθε βράδυ.
είναι μια μετάνοια με το πηγούνι χωμένο στις παλάμες.
Κι ο ήλιος αυτός κει πέρα ρόδινος ακόμη καίγεται
σα μια παλιά ερωτική επιστολή στο τζάκι τού χειμώνα.
Ξέρεις η νύχτα που θα 'ρθεί θάχει τον ίδιο θόρυβο
μ' ένα μεγάλο δέντρο που πέφτει στην αυλή.
Κι ύστερα τίποτα. Κοιμήσου εσύ. Για μάς ο ύπνος έχει αργήσει
κι η λέξη που δεν ξέρει να ειπωθεί χτυπάει τις ώρες μας
σα μια χρυσόμυγα κλεισμένη σ' ένα κουτί χαρτονένιο
κάτου από το προσκέφαλο ενός άρρωστου παιδιού.


Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α' Τόμος] (1978)

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Ερωτικό γράμμα (Μη χάνεις το θάρρος σου)

Dance of Night
Μη χάνεις το θάρρος σου
εμείς πάντα το ξέραμε
πως δε χωράει
μέσα στους τέσσερις τοίχους
το μεγάλο μας όνειρο.

Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
τόσοι σκοτωμένοι.

Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου
που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου
φλογερά και μεγάλα
σαν δυο νύχτες έρωτα
μέσα στον άγριο πόλεμο.


Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Βασίλης Παπακωνσταντίνου