Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος — Σοῦ στήνω μία καλύβα


Σοῦ στήνω μία καλύβα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων,
ἕνα κῆπο νὰ περπατᾷς, ἕνα ρυάκι νὰ καθρεφτίζεσαι,
μιὰ πλούσια πράσινη φραγὴ νὰ μὴν σὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος
ποὺ βασανίζει τοὺς γυμνοὺς - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!
Σοῦ στήνω τ᾿ ὅραμά σου πάνω σ᾿ ὅλους τοὺς λόφους,
νὰ σοῦ φυσάει τὸ φόρεμα ἡ δύση μὲ δυὸ τριαντάφυλλα,
νὰ γέρνει ὁ ἥλιος ἀντίκρυ σου καὶ νὰ μὴ βασιλεύει,
νὰ κατεβαίνουν τὰ πουλιὰ νὰ πίνουνε στὶς φοῦχτες σου
τῶν παιδικῶν ματιῶν μου τὸ νερὸ - στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων!

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Περασμένα Μεσάνυχτα


Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιαν από
τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε
ο καπνός. Προεξέχουν μόνον
Η κόλλα το χαρτί και η γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ο Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει
μια στιγμή φανερώνονται οι αχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μωβ. Αλήθεια θα ‘ναι φαίνεται ότι
Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω

Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή

Κοιμούνται οι άνθρωποι στο ‘να τους πλευρό, τ’ άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις που ανεβαίνει κύματα
Κύματα η ζωή και να ‘ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σαν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται η πρώτη αλήθεια.

--------------
Το ποίημα «Περασμένα Μεσάνυχτα» ανήκει στη συλλογή «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» που κυκλοφόρησε το 1991, όταν ο ποιητής ήταν πια 80 ετών.
Ο Οδυσσέας Ελύτης αναζήτησε πάντοτε στην ποίησή του την ομορφιά της ζωής, την πίστη σ’ ένα καλύτερο αύριο, αλλά και τον ευδαιμονισμό του παρόντος, αφήνοντας επίμονα έξω από τους στίχους του τη θλίψη και τον πόνο. 
Για τον Ελύτη η ποίηση ήταν το ασφαλές καταφύγιο όπου μπορούσε να τελεστεί το γιόρτασμα της ζωής, η χωρίς περιορισμούς παράδοση στη χαρά της νιότης και του ονείρου, το ιερό καταφύγιο όπου η δυστυχία και οι δυσκολίες της πραγματικότητας δεν είχαν μερίδιο. Ήταν για εκείνον ανώφελο να περνά ο πόνος της ζωής και στην ποίηση, αφού ούτως ή άλλως το σκληρό πρόσωπο της πραγματικότητας ήταν δεδομένο και αναπόφευκτο για όλους.
Στο συγκεκριμένο ποίημα όμως, όπως προδίδει κι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», τα θρηνητικά τραγούδια του πιο ακρινού σημείου (ειδικότερα του πιο ακρινού σημείου της προβλήτας), ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τις σκέψεις που γεννιούνται καθώς πλησιάζει το τέλος, καθώς έρχεται η στιγμή του ύστατου ταξιδιού. 
Η βιωματική υπόσταση αυτού του ποιήματος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς μας προσφέρει τη δυνατότητα να εισέλθουμε στον προσωπικό χώρο του ποιητή τη στιγμή της ποιητικής δημιουργίας και να αισθανθούμε μαζί του τον προβληματισμό και τις ανησυχίες του.
Ο τίτλος του ποιήματος «Περασμένα Μεσάνυχτα» που σε πρώτη ανάγνωση παραπέμπει σ’ έναν απλό χρονικό προσδιορισμό, αποκτά το πλήρες του νόημα και γίνεται ένα παράπονο και μια πικρή διαπίστωση, καθώς στον πρώτο στίχο διευρύνεται και γίνεται το μοτίβο που διατρέχει ολόκληρη τη ζωή του ποιητή: «Περασμένα μεσάνυχτα σ’ όλη μου τη ζωή»
Η τριπλή επανάληψη αυτού του στίχου λειτουργεί ως πρόλογος για κάθε μία απ’ τις τρεις ενότητες του ποιήματος και προσδίδει ένα μελαγχολικό τόνο σ’ ολόκληρο το ποίημα. Σε μια εκ των υστέρων θέαση της ζωής του ο ποιητής νιώθει και αντιλαμβάνεται πως πάντοτε ήταν πολύ αργά για ό,τι θέλησε να κάνει, για ό,τι θέλησε να ζήσει. Διαπίστωση που λαμβάνει τραγικές διαστάσεις τώρα που βρίσκεται πια σε προχωρημένη ηλικία και δεν μπορεί παρά να δεχτεί πως απέχει ελάχιστα από το τέλος του.

Σαν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ
Κοιμούνται οι άνθρωποι με τ’ ασημένιο πρόσωπο· άγιοι
Που άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ο αέρας μακριά
Στον κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος όχι
Και ύστερα;
Ίσα τερματίζουμε όλοι στερνά μένουν
Ένα σάλιο πικρό και στο αξύριστό σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά που το ένα στο άλλο ν' αρμοστούν
αγωνίζονται ώστε
Η λέξη της ζωής σου η μία εάν...


Ο ποιητής αισθάνεται το κεφάλι του βαρύ σα να βρίσκεται σ’ έναν γαλαξία που έχει πιεστεί προς τα κάτω, σα να βρίσκεται σ’ έναν κόσμο που δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ ανέλθει εκεί που έπρεπε. Μια ιδιαίτερα πλούσια σε συνειρμούς παρομοίωση, που αν ιδωθεί απ’ την οπτική ενός ανθρώπου κοντά στο τέλος του, υποδηλώνει μεταξύ άλλων και τον αναγκαστικό συμβιβασμό με τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης. 

Παρά την πληθώρα των ιδεών και των ονείρων, παρά την ακατάλυτη διάθεση για ζωή, έρχεται πάντοτε η στιγμή που οι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως δεν έχουν πια τα περιθώρια για νέες ελπίδες και νέα σχέδια.
Οι άνθρωποι, που είναι κοντά στη στιγμή του θανάτου τους, κοιμούνται με το πρόσωπό τους γαλήνιο κι αγνό «ασημένιο», έχοντας πια εξαγνιστεί από τα πάθη της νεότητας. Άγιοι πλέον, χωρίς τις επιθυμίες και τις μικρότητες των προηγούμενων χρόνων, κατευθύνονται απ’ τον αέρα της ζωής και του χρόνο προς τον κάβο του «Μεγάλου Κύκνου», προς το ακρωτήρι του θανάτου.
Ένα ύστατο ταξίδι, κοινό για όλους τους ανθρώπους, χωρίς να έχει πια σημασία ποιος ευτύχησε κατά τη διάρκεια της ζωής του και ποιος όχι, μιας και όλοι οι άνθρωποι φτάνουν ίσοι μπροστά στο θάνατο.
Ας σημειωθεί πως ο ύπνος των ανθρώπων λειτουργεί σε δύο επίπεδα, στο συμβολικό που ...

........
η συνέχεια εδώ: latistor

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Aιώνας εμπορίου


H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ' όλη τη ζωή μου.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ο βασιλιάς της Ασίνης - The King Of Asine - Poem by Giorgos Seferis

Ασίνην τε…
ΙΛΙΑΔΑ


Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου
παγονιού
μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλη τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα∙
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι∙
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα ταραγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:
«Ασίνην τε Ασίνην τε…». Να ‘ταν αυτή ο βασιλιάς της
Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεκτικά σε τούτη την ακρό-
πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω
στις πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι ’38 – Αθήνα, Γεν. ’40

Ο Σεφέρης κάτω από την προσωπίδαΣτοχασμοί πάνω στον "Βασιλιά της Ασίνης"


Ανάλυση
Ο Γιώργος Σεφέρης πραγματεύεται στο εξαίρετο αυτό ποίημα, που ανήκει στη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Ο φόβος πως, μετά το πέρας της ζωής, δεν απομένει τίποτε από τη δράση ενός ανθρώπου, τίποτε από τις σκέψεις, από τα συναισθήματα και από τη με κόπο διαμορφωμένη προσωπικότητά του, διατρέχει τους στίχους του ποιητή και υποβάλλει μια αίσθηση ματαιότητας. Το κενό κάτω από τη χρυσή προσωπίδα του ξεχασμένου βασιλιά της Ασίνης λειτουργεί ως κυρίαρχο μοτίβο του ποιήματος, καθώς ο ποιητής συνειδητοποιεί πως πέραν του παρόντος δεν υφίσταται καμία άλλη διασφάλιση, καμία άλλη συνέχεια για ό,τι συνιστά τη ζωή και την ύπαρξη ενός ανθρώπου.

Η Ασίνη βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στην Επίδαυρο και δίπλα στο χωριό Τολό. Η παραθαλάσσια μυκηναϊκή της ακρόπολη ανασκάφηκε το 1922-26. Ο ποιητής αντλεί την αναφορά στην Ασίνη, την οποία θέτει εισαγωγικά στο ποίημά του, από την Ιλιάδα του Ομήρου, όπου η περιοχή μνημονεύεται, μαζί με την Ερμιόνη, ως λιμάνι του Άργους και της Τίρυνθας.

Ιλιάδα, Β, 559-560:
Οἳ δ᾽ Ἄργός τ᾽ εἶχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσαν
Ἑρμιόνην Ἀσίνην τε, βαθὺν κατὰ κόλπον ἐχούσας
........................
περισσότερα εδώ: latistor

The King Of Asine - Poem by Giorgos Seferis

All morning long we looked around the citadel*
starting from the shaded side, there where the sea,
green and without luster—breast of a slain peacock—
received us like time without an opening in it.
Veins of rock dropped down from high above,
twisted vines, naked, many-branched, coming alive
at the water’s touch, while the eye following them
struggled to escape the tiresome rocking,
losing strength continually.

On the sunny side a long empty beach
and the light striking diamonds on the huge walls.
No living thing, the wild doves gone
and the king of Asine, whom we’ve been trying to find for
two years now,
unknown, forgotten by all, even by Homer,
only one word in the Iliad and that uncertain,
thrown here like the gold burial mask.
You touched it, remember its sound? Hollow in the light
like a dry jar in dug earth:
the same sound that our oars make in the sea.
The king of Asine a void under the mask
everywhere with us everywhere with us, under a name:
“Α sί ν η ν te... Α sί ν η ν te...”
and his children statues
and his desires the fluttering of birds, and the wind
in the gaps between his thoughts, and his ships
anchored in a vanished port:
under the mask a void.
..................
more

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Νίκος Καρούζος - Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου


Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.




Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Νίκος Καρούζος — «Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.»

«Αγάπησα πολύ τη δυναμική πεπρωμενοκρατία του Nietzsche, τις θυελλοφόρες κορυφές του Ζαρατούστρα, έζησα τη μεγάλη ανάσα της δρακόντειας απελπισιάς που κομματιάζει το στήθος και φτύνει τη λογική. Ερωτεύτηκα το μαρξισμό, γεμάτος ερωτήματα για τη ναρκισσευόμενη λογική του, και πέρασα στην περιπέτεια του κοινωνικού επαναστάτη, κρατώντας σαν ιψενικός ήρωας ―δηλαδή μοναχικά κι ανώφελα― τη σημαία του Ιδανικού με πάθος. Επίσης χώθηκα στη γαλαρία του Freud, ως ένα σημείο γοητευμένος. Έτρωγα το χρόνο για να ’βγω στο ξέφωτο του Ιησού με την ψυχή οριστικά έκπληκτη. Συναντήθηκα με το θαύμα σα φίλος.»

Νίκος Καρούζος - Μικρό αυτοχρονικό

«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος. Είχε συνάξει λίγα φύλλα ένα κλαδί γεμάτο φως είχε πονέσει. Και τώρα χάθηκε...
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος αγγίζει νέους ουρανούς η προσευχή του μάχη. 
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».
Νίκος Καρούζος

----------------------
Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1926, όπου και παρέμεινε ως τα γυμνασιακά του χρόνια. Έρχεται στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική, σχεδόν κυνηγημένος στη διάρκεια του Εμφύλιου. Εξόριστος το 1947 στην Ικαρία και αργότερα στη Μακρόνησο. 
Πρώτες δημοσιεύσεις («Σίμων ο Κυρηναίος», περιοδικό «ο αιώνας μας», 1949) και γνωριμία με τον Κόντογλου. Ακολουθούν η «Επιστροφή του Χριστού», οι «Νέες Δοκιμές» και το «Σημείο». Αρχίζει η συνεργασία με τα περιοδικά Αθηναϊκά Γράμματα, Επιθεώρηση Τέχνης, Διαγώνιο, Νέα Εστία, Ευθύνη κ. ά. Το 1955 εκδίδονται τα «Είκοσι Ποιήματα». 
Στη συνέχεια οι «Διάλογοι» και το !961, η συλλογή «Ποιήματα», χρονιά όπου παίρνει το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης και την επομένη για τη συλλογή «Η έλαφος των άστρων», το Α΄ Βραβείο Ποίησης της «Ομάδας των Δώδεκα». Το 1964 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή «Υπνόσακκος».
Η κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τον βρίσκει στο Άγιο Όρος. Συλλαμβάνεται για δηλώσεις κατά των πρωταίτιων. Το 1969 κυκλοφορούν τα «Πενθήματα» και ακολουθούν τα «Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες Αντινομίες» και «Χορταριασμένα Χάσματα». 
Το 1977 Κυκλοφορεί η συλλογή «Δυνατότητες και Χρήση της Ομιλίας», όπου παρατηρείται μια στροφή στον ερμητικό λόγο. Ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές «Ο Ζήλος του μη-Σχετικού με Παροράματα», «Μονολεκτικοί και Ολιγόλεκτα», «Φαρέτριον», «Αναμνηστική Λήθη», «Αντισεισμικός Τάφος», «Συντήρηση Ανελκυστήρων» και «Χρόνος». 
Για το ποίημα «Νεολιθική Νυχτωδία στην Κροστάνδη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σπείρα, του απονέμεται το 1988 το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Ποίησης. 
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Του χορηγείται η λεγόμενη «μικρή σύνταξη» από το Υπουργείο Πολιτισμού, προκαλώντας τη δικαιολογημένη αντίδρασή του. Διάγνωση καρκίνου, έκθεση έργων του, έκδοση των ποιημάτων «Ερυθρογράφος» και «Λογική Μεγάλου Σχήματος». Νοσηλεύεται σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Ο θάνατος τον βρίσκει στις 28 Σεπτεμβρίου του 1990 στο νοσοκομείο «Υγεία». Εκδίδονται τα τελευταία του ποιήματα με τίτλο: «Ευρέσεις από Κυανό Κοβάλτιο».