Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
————————————————
Έτσι, την ώρα που με τόση αφέλεια γονάτισα, όλοι νόμισαν πως ήθελα να εκλιπαρήσω, ενώ απλώς ήταν φθινόπωρο...
Πώς σ' αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους. Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής. Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού. Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή. Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη από την ηλικία μου την παιδική. Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω Με τους χαμένους μου άγιους - Σε αγαπώ με την αναπνοή, Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
How Do I Love Thee? (Sonnet 43) How do I love thee? Let me count the ways. I love thee to the depth and breadth and height My soul can reach, when feeling out of sight For the ends of being and ideal grace. I love thee to the level of every day’s Most quiet need, by sun and candle-light. I love thee freely, as men strive for right. I love thee purely, as they turn from praise. I love thee with the passion put to use In my old griefs, and with my childhood’s faith. I love thee with a love I seemed to lose With my lost saints. I love thee with the breath, Smiles, tears, of all my life; and, if God choose, I shall but love thee better after death.
Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα, και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω, και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.
Το είδωλον του νέου σώματός μου, απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα, ήλθε και με ηύρε και με θύμισε κλειστές κάμαρες αρωματισμένες, και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή! Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός, δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι, κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν, και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.
Το είδωλον του νέου σώματός μου ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά· πένθη της οικογένειας, χωρισμοί, αισθήματα δικών μου, αισθήματα των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
Ανάλυση Το «Απ’ τες εννιά» είναι ένα ποίημα αναπόλησης, στο οποίο συναντάμε τις προσφιλέστερες θεματικές των εξομολογητικών εκείνων ποιημάτων που συνιστούν τα πιο προσωπικά και πιο θερμά του Κωνσταντίνου Καβάφη. Το πέρασμα του χρόνου, η μοναξιά κι οι έρωτες του παρελθόντος, διαπλέκονται αρμονικά σε μια σύνθεση που αρχίζει χαμηλόφωνα και διστακτικά, για να καταλήξει σε μια αιφνίδια διεύρυνση που αιχμαλωτίζει τη σκέψη του αναγνώστη.
Το ποίημα ξεκινά με τους δείκτες του ρολογιού να δείχνουν δώδεκα και μισή, όταν δηλαδή έχει ήδη ολοκληρωθεί η πορεία της μνημονικής ανάκλησης. Έτσι, ο ποιητής για να μας καταστήσει μετόχους των συλλογισμών του, μας διηγείται τι μεσολάβησε από τις εννιά που βρέθηκε ολομόναχος στο σπίτι του.
Η έλλειψη συντροφιάς, που δίνεται εμφατικά από τον ποιητή (κατάμονος), και η απουσία διάθεσης για διάβασμα, του παρέχουν την ευκαιρία να αφεθεί στις αναμνήσεις του παρελθόντος. Για τον Καβάφη, άλλωστε, οι στιγμές της μοναχικής αναπόλησης αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του μονήρη βίου του και συνάμα ιδανικό πλαίσιο για τη δημιουργία του ποιητικού του έργου.
Απ’ τις εννιά που ο ποιητής ανάβει τη λάμπα, προβάλλει εμπρός του το είδωλο του νέου σώματός του. Οι δύο αυτές εικόνες/στίχοι (Το είδωλον του νέου σώματός μου, /απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα) επαναλαμβάνονται δύο φορές στο ποίημα, τονίζοντας με την επανάληψή τους σημαντικά νοηματικά σημεία. Η αναμμένη λάμπα υποδηλώνει πως η διαδικασία αναπόλησης γίνεται ενώ ο ποιητής βρίσκεται σε εγρήγορση. Όσα θα ακολουθήσουν γίνονται με συνειδητή συμμετοχή του ποιητή και δεν αποτελούν κάποιο όνειρο ή φαντασίωση.
Από την άλλη, το είδωλο του νέου σώματός του, που επαναφέρει στη σκέψη του ο ποιητής, εκφράζει τη σταθερή επιθυμία του να θυμάται τον εαυτό του απαλλαγμένο από τη φθορά του χρόνου, όταν στην πλήρη νεότητά του είχε ακόμη μερίδιο από τις απολαύσεις που έχει να προσφέρει η ζωή.
Με τη βοήθεια, λοιπόν, του νεανικού του σώματος, που είναι συνδεδεμένο με όλες τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος, ο ποιητής ξεκινά μια νοσταλγική αναδρομή. Πρώτος σταθμός οι κλειστές αρωματισμένες κάμαρες, όπου ο ποιητής είχε την ευκαιρία στα νεανικά του χρόνια να ζήσει την τολμηρή εκείνη ηδονή, που έμεινε έκτοτε μια σταθερή πηγή έμπνευσης και ικανοποίησης για τον ποιητή.
Έπειτα, περνούν μπροστά απ’ τα μάτια του οι δρόμοι της πόλης του, της Αλεξάνδρειας, που έχουν πια αλλάξει τελείως. Τα κέντρα που κάποτε γέμιζαν με κόσμο, τα θέατρα και τα καφενεία που σύχναζε παλιά, τώρα έχουν κλείσει. Το πέρασμα του χρόνου έχει αλλάξει, όχι μόνο τον ποιητή, αλλά και την πόλη του. Τα μέρη που τότε αποτελούσαν κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας, έχουν πια χαθεί, μαζί με τα ανέμελα και ηδονικά χρόνια της νεότητάς του. Το είδωλο του νεανικού του σώματος όμως, δεν του θυμίζει μόνο την ηδονή και τις διασκεδάσεις, φέρνει μαζί του και τα λυπητερά γεγονότα της ζωής του. Απώλειες μελών της οικογένειας, χωρισμούς με αγαπημένα πρόσωπα, και φυσικά τα συναισθήματα εκείνων που πέθαναν, τα οποία δεν είχε εκτιμήσει όσο έπρεπε τότε που είχε ακόμη την ευκαιρία. Συναισθήματα αγάπης συγγενών και φίλων που θεωρήθηκαν δεδομένα και ουδέποτε έλαβαν την εκτίμηση που τους έπρεπε. .................. Το δίστιχο, επομένως, που κλείνει το ποίημα, παρ’ όλο που μοιάζει με την κατάληξη ενός αμιγώς προσωπικού απολογισμού, δεν είναι παρά το παραινετικό μήνυμα του ποιητή προς τους αναγνώστες του. Με τρόπο διακριτικό, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό, ο Καβάφης μας υπενθυμίζει πως δεν υπάρχει τίποτε το στατικό στη ζωή, όλα περνούν και περνούν γρηγορότερα απ’ ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε.
«Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.»
Half past twelve. Time's gone by quickly since nine o'clock when I lit the lamp and sat down here. I've been sitting without reading, without speaking. Completely alone in the house, who could I talk to?
Since nine o'clock when I lit the lamp the shade of my young body has been haunting me, reminding me of shut scented rooms, of past passion - what daring passion. And it's also brought back to me streets now unrecognizable, bustling night clubs now closed, theatres and cafes no longer there.
The shade of my young body also brought back the things that make us sad: family grief, separations, the feelings of my own people, of the dead so little recognized. Half past twelve: how the time has gone by. Half past twelve: how the years have gone by.
Oil Painting On Canvas By Leonid Afremov. Passion represent the intense moments of love couple in a great way.
Δεν ξέρεις πότε αρχίζει ο έρωτας. Με ποια κίνηση, με ποια σιωπή. Ένα αναμμένο κερί, ένα κομμάτι μουσικής. Δεν ξέρεις πότε γίνεται. Ξέρεις όμως πότε έγινε. Θαρρείς πως ο έρωτας δεν είναι του παρόντος. Ανήκει μόνο στο παρελθόν και στο μέλλον. Είναι και αυτός κομμάτι της ανθρωπότητας. Κομμάτι που πληγώνει η κοινωνία αλλά που δεν το αγγίζει. Έτσι και το κομμάτι χορού έγινε κάθετος έρωτας. Έτσι νιώθεις πως η στιγμή είναι κομμάτι αθανασίας. Δεν υπάρχουν πια κορμιά. Μόνο σώμα. Ταλάντωση. Συντονισμός. Το πάθος γίνεται πόθος. Δεν υπάρχουν πια χάδια. Δεν υπάρχουν πια επιφάνειες. Μόνο αγάπη. Μόνο βάθος. Δεν λατρεύεις. Ζεις. Διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Εκείνη τη στιγμή, ο κόσμος είναι ένας. Δίχως αρχή, δίχως τέλος. Μετέωρος. Έτσι είναι ο κάθετος έρωτας. Μια σπάνια συνάντηση του βάθους με το μετέωρο.
Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω Μη φοβηθείς Και θα με βρείς είτε σαν άστρο Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει Eίτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα Μαζεύονται όλοι οι ποιητές Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια Και περιμένουν Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν Να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου
Το προσωπό μου φωτεινό Να σχηματίζει αστερισμό Να σου χαμογελάει Και να σου ψιθυρίζει Καλή νύχτα