Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Το τραγούδι του Αρχιπελάγους

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι.


Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι.

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Πικραμένος ἀναχωρητής

Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συνεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Βασιλική Δεδούση — Μάθε ν' ακούς ...

Μάθε ν’ ακούς
μη φεύγεις, μην αποχωρείς,
Κι ας παγώνουν τα μέλη σου
Μη πεις ποτέ «δεν υπάρχει, δεν γίνεται να υπάρχει»
Άκου καθαρά τα ουρλιαχτά της απόγνωσης
Κάνε δική σου τη φωνή του
-----------------------
Να ‘μαι τώρα εδώ, πάντα εδώ,
με στοίβες ζωντανά χαρτιά άγραφα γύρω μου,
με μια καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη,
με μια ψυχή δραπέτη, όχι φυγά,
ν’ αποτινάζει ανοίκεια βάρη·
ξέρω πως ναι, υπάρχουν,
μα στο δικό μου άβατο
«Απαγορεύεται η Είσοδος»

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade


“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο.
Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.

Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.

Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.

Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.

Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.

Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.

Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.

Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.

Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.

Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.

Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”


Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη (Επίλογος) / Ἔτσι πού ὅταν ἔλεγα «Ἥλιος» ἤ «Φῶς» ἤ «Θεός» νά ξέρω τί λέω.


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Ἐγώ, ὁ σέ λίγο ἀπερχόμενος, ὁ βαθιά εὐτυχής, ὁ τιμημένος ἐγώ
νά εἶμαι ἀπ’ τό χῶμα σου, δέν «ἐπέμφθην ἐιπεῖν οὐρανόθεν τό χαῖρε».
Ἀνεβαίνω ἀπ’ τά σπλάχνα σου κ’ ἐπιστρέφω στά σπλάχνα σου.
Στίς ρυτίδες μου ρέουν φῶς ἀπ’ τό φῶς σου καί θλίψη ἀπ’ τή θλί-
ψη σου.
Δέν γνωρίζω ἄν μέ ὅσα εἶπα τό χρέος ἐξοφλῶ τῆς φιλοξενίας σου.
Οὔτε μέ τόν ἥλιον ἔχω ἀνταποκριθεῖ στό ἥλιον πνεῦμα σου.
Γιατί εἶναι ἐδῶ πού ἀνάπνεα τόν ἀέρα σου κι ὅλο το σῶμα μου
ἔφεγγε. Ἄκουσα μέσα μου τήν ψυχή μου πού συνομιλοῦσε μαζί του
καί τήν ἀνακάλυψα.
Γιατί εἶναι ἐδῶ ὅπου πίνοντας τό νερό σου τό ἔκαμα αἰώνια πόσιμο.

Καί ὁ λόγος σου ὁ ἄφατος, μέ δίδαξε τό ἅπαντο.
Πληρωθῆκαν σοφίας ἡ ακοή καί σοφίας τό βλέμμα μου.

Ἔτσι πού ὅταν ἔλεγα «Ἥλιος» ἤ «Φῶς» ἤ «Θεός» νά ξέρω τί λέω.

Γιατί ἐσύ τήν ἁγία δωρεά τῆς ἀγάπης τοποθέτησες μέσα μου,
καμωμένη ἀπ’ ἀληθανθούς.
Κ’ εἶναι μ’ αὐτούς πού ἔχω πλέξει αὐτό τό σάν μικρό κύκλο
ἥλιου στεφάνι σου, σήμερα.


Καί τώρα, ἰδού· μέ τό ἴδιο αὐτό χέρι πού ἔγραφε τούς ὕμνους στό
φῶς, παίρνω χῶμα ἀπ’ τό χῶμα σου.
Σε φιλῶ καί σοῦ εὔχομαι, Ζωή ἐσαεί· Φῶς ἐσαεί· Λόγο ἐσαεί· ἐγώ


ὁ τρισχιλιομυριοστός σου μικρός υἱός
Νικηφόρος



Νικηφόρος Βρεττάκος - Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη
Επίλογος

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Το σπίτι κοντά στη θάλασσα


«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνονται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν
μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.»